Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Περί NBA...


Στο καινούριο και πολύ καλό blog "Τρίποντο" εξελίσσεται μία πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων μεταξύ εμού και των συντελεστών του σχετικά με το NBA τού χθες και του σήμερα. Σας προτρέπω να την παρακολουθήσετε. Ιδού οι σχετικοί σύνδεσμοι:

http://3-ponto.blogspot.com/2010/09/blog-post_29.html

http://3-ponto.blogspot.com/2010/09/blog-post_30.html

http://3-ponto.blogspot.com/2010/09/blog-post_8908.html

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

LeBron-ιάδα ή LeBron-gate;



Το φετινό καλοκαίρι ήταν ένα από τα σημαντικότερα στη νεότερη ιστορία του NBA. Πάρα πολλές μετακινήσεις σεβαστών και λιγότερο σεβαστών (Darko, ακούς;) ονομάτων, με τον πακτωλό χρημάτων που δαπανήθηκε να πηγαίνει κόντρα στο πνεύμα της προβεβλημένης από το Stern οικονομικής κρίσης που υποτίθεται ότι ταλανίζει το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου. Καμία άλλη μεταγραφική ενέργεια, όμως, δεν είχε (και δε συνεχίζει να έχει) τον απόηχο και αντίκτυπο του σχηματισμού της (στα χαρτιά ακόμα) υποβλητικής και "τρομακτικής" τριάδας των LeBron, Wade και Bosh στο Miami και τους Heat. Κι αν ο Bosh δε θεωρείται, τουλάχιστον εκτός παρκέ, προσωπικότητα ίσης ακτινοβολίας με τους άλλους δύο και ο Wade απλά παρέμεινε στη μοναδική ομάδα που έχει γνωρίσει στην καριέρα του, το απίστευτο και μακρόχρονο (στα μάτια των outsiders-απλών fans) serial για το πού τελικά θα πήγαινε ο LeBron και η κατάληξη αυτού επηρέασε δραστικά τη γνώμη και την ψυχολογία πάρα πολλών ανθρώπων.

Πρώτα απ' όλα, λοιπόν, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε (όχι ότι διαφωνούσε κανείς) ότι ο τρόπος που χειρίστηκε ο LBJ όλη αυτήν την πολύκροτη υπόθεση και διαδικασία του free agency ήταν αλαζονικός, κερδοσκοπικός, εγωπαθής και ασεβής προς το κοινό, τις ομάδες, το πρωτάθλημα και βέβαια το ίδιο το άθλημα. Η εξοργιστική και απογοητευτική κίνησή του, που περισσότερο ταίριαζε σε reality show, να οργανώσει ολόκληρη ωριαία εκπομπή για την ανακοίνωση της, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ειλημμένης πολύ καιρό πριν, απόφασής του φανέρωσε έναν άνθρωπο από τη μία ανασφαλή και από την άλλη διεφθαρμένο από τον πολυπρόσωπο και φιλοχρήματο περίγυρό του. Το πρωτοφανές, καθαρά εμπορικής φύσης αυτό πόνημά του επιχείρησε ακούσια να τον αναδείξει ως ανώτερο του παιχνιδιού και ταυτόχρονα να μας εισαγάγει σε μία εποχή όπου η υπερδραματοποίηση εξωαγωνιστικών εξελίξεων θα επισκίαζε ολοκληρωτικά το ίδιο το μπάσκετ στο παρκέ.

Ευτυχώς, σχεδόν σύσσωμος ο μπασκετικός κόσμος κατακεραύνωσε την κάκιστη ιδέα του LeBron, αναγκάζοντάς τον να συνειδητοποιήσει ότι έσφαλε. Αυτό βέβαια ουδόλως άλλαξε τη στάση των περισσότερων κατοίκων του Cleveland προς το άτομό του. Και είναι απολύτως λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι άνθρωποι που τον είχαν αγαπήσει πραγματικά και τον είχαν ουσιαστικά εντάξει ως μέρος της ζωής τους, που περίμεναν καρτερικά τα παιχνίδια της ομάδας τους για να ξεφύγουν από την καθημερινότητα και να απολαύσουν μοναδικές στιγμές μπασκετικής ομορφιάς από έναν από τους καλύτερους αθλητές του κόσμου, έπρεπε να υπομείνουν ατελείωτες μέρες γεμάτες με φήμες συν 30 λεπτά τυποποιημένων γελοίων ερωτήσεων για να πληροφορηθούν με λύπη τους μία κατά τα φαινόμενα προκατασκευασμένη "αποκάλυψη"-κονσέρβα. Ο κόσμος του Cleveland, οπότε, αλλά και οποιοσδήποτε fan του NBA έχει 100% δίκιο να κατακρίνει το LeBron για τον τρόπο με τον οποίο χειραγώγησε το τεράστιο (και λογικό, αναφορικά με την αξία του ως παίκτη) ενδιαφέρον του κόσμου για το πού θα συνέχιζε την καριέρα του.

Περνάμε, τώρα, στην ουσία της επιλογής του, δηλαδή το ότι αποφάσισε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ότι για τα επόμενα χρόνια θα παίζει μπάσκετ για τους Miami Heat και τον Pat Riley.

Πολλοί έσπευσαν να επισημάνουν ότι διάλεξε τον εύκολο δρόμο, που ήταν να φτιάξει ένα σούπερ τρίο με τους φίλους του από την Team USA, αντί να επιμείνει στη μέχρι και φέτος 7χρονη προσπάθειά του να κατακτήσει ένα δακτυλίδι ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μίας ομάδας όπως οι Cavaliers. Εγώ θα συμφωνήσω εν μέρει με αυτήν την οπτική, κρατώντας όμως μία πιο διαλλακτική στάση, η οποία λέει ότι ο LeBron:
  • έχει ασφαλώς το δικό του μερίδιο αγωνιστικών και επικοινωνιακών ευθυνών για την αποτυχία να φέρει ένα πρωτάθλημα στο Cleveland.
  • άξιζε καλύτερων συμπαικτών, καλύτερου στησίματος ομάδας και καλύτερων προπονητών, απαιτήσεις που το management των Cavs ποτέ δεν κατάφερε να ικανοποιήσει πλήρως.
  • ως νέος άνθρωπος που έχει δείξει ότι του αρέσει η διασκέδαση, ήθελε να συνεχίσει την καριέρα του και τη ζωή του σε μία υπέροχη πόλη όπως το Miami, το οποίο έχει και το πλεονέκτημα της απουσίας πολιτειακού φόρου.
  • θεώρησε ότι θα απολάμβανε περισσότερο να παίζει μπάσκετ και να κερδίζει (πιθανόν) τίτλους στην ίδια ομάδα με δύο τόσο καλούς συμπαίκτες και φίλους.
  • δείχνει ίσως σχετικά αδύναμο χαρακτήρα από την άποψη ότι προτίμησε να αποφύγει την ενδεχόμενη αδυσώπητη μελλοντική κριτική που θα έπεφτε αποκλειστικά στους ώμους του εάν αποτύγχανε να κερδίσει τίτλους ως ο ηγέτης σε ομάδες μεγαλουπόλεων, όπως οι Bulls ή οι Knicks.
Τώρα, τις θεωρίες ότι ο Jordan ή ο Magic ή ο Bird ή οποιοσδήποτε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να νικήσει τους άλλους αστέρες από το να συμμαχήσει μαζί τους, δεν μπορεί να τις αναλύσει κάποιος σοβαρά, καθώς αποτελούν κατά ένα μεγάλο ποσοστό υποθετικές εκτιμήσεις. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα έπραττε και πώς θα αντιδρούσε ο MJ εάν βρισκόταν στο ίδιο σταυροδρόμι τη σήμερον ημέρα, έχοντας εκτεθεί και υποβληθεί στις κάθε είδους ισχυρές επιδράσεις του διαφορετικού κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο LeBron. Ενδεικτικά, πάντως, θα αναφέρω ότι ο Magic είχε δηλώσει πολύ παλιά ότι ο μόνος λόγος που αποφάσισε να παρατήσει το κολέγιο και να μπει στο draft του 1979 ήταν η ευκαιρία να παίξει μαζί με τον Kareem στους Lakers. Έτσι για να πάρουμε μία ιδέα του πόσο σημαντικό είναι για ταλαντούχους παίκτες να παίζουν με εξίσου ταλαντούχους παίκτες.

Εξάλλου, δε συμφωνώ με τη λογική ότι η συνάθροιση των αστέρων στο Miami είναι κάτι απαραίτητα κακό για το NBA. Καταρχήν, το ενδιαφέρον και η προσμονή για την επόμενη σεζόν έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, οπότε από αυτήν την πλευρά ο Stern είναι σίγουρα ευχαριστημένος. Σε αγωνιστικό επίπεδο, το παρελθόν έχει δείξει ότι κάθε ομάδα, είτε εδράζεται στη Νέα Υόρκη είτε στο Milwaukee, δεν υποχρεούται να ακολουθήσει το δρόμο της προσέλκυσης μεγάλων ονομάτων μέσω υπερβολικών δαπανών για να βρει την επιτυχία. Το παράδειγμα της Oklahoma City απέδειξε ότι η προσεκτική οικονομική διαχείριση και το σωστό κτίσιμο μέσα από το draft μπορούν να φέρουν θαυμαστά αποτελέσματα.

Εν τέλει, είτε το θέλουμε είτε όχι, τα συμβάντα αυτού του περίεργου καλοκαιριού σύντομα θα ξεθωριάσουν στη συλλογική μνήμη και το μόνο που θα απασχολεί το κοινό στην πρεμιέρα της 26ης Οκτωβρίου θα είναι το πόσο όμορφο μπάσκετ μπορούν να παίξουν οι Heat και το πόσο αποφασισμένες θα είναι οι υπόλοιπες 29 ομάδες να τους κερδίσουν. Ανάμεσα σε αυτές θα είναι και οι θυμωμένοι αλλά και μικρομεσαίοι πλέον Cavs, των οποίων οι εκτός Ohio οπαδοί θα μετρώνται πια δυστυχώς στα δάκτυλα του ενός χεριού.

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Χάος



Ο 4ος αγώνας στο ΣΕΦ μόλις έχει τελειώσει και επιτέλους η παρωδία έλαβε τέλος (τουλάχιστον εντός παρκέ). Το "καλύτερο πρωτάθλημα της Ευρώπης" έδειξε για ακόμα μια φορά την ταυτότητά του, που τόσο τεχνηέντως κρύβουν τα φορτωμένα rosters των δύο "αιωνίων" και οι επιτυχίες της Εθνικής. Τα συναισθήματα ποικίλλουν και είναι όλα αρνητικά. Οργή. Απογοήτευση. Απελπισία. Θλίψη. Ντροπή. Στο site του ΕΣΑΚΕ, το κύριο μήνυμα είναι "Αυτό είναι το μπάσκετ". Ε ναι, λοιπόν, κύριοι αυτό είναι το μπάσκετ μας. Το μπάσκετ της διοικητικής ανυπαρξίας, των καρεκλοκένταυρων, των απλήρωτων παικτών, των απαρχαιωμένων γηπέδων, των κάφρων, των οπαδικών στρατών, των οπαδικών διοικήσεων, των ανίκανων διαιτητών, του παρασκηνίου, της βρωμιάς, της σαθρότητας.

Σχόλια για τον αγώνα δεν πρόκειται να κάνω φυσικά. Γιατί για να υπάρχει αγώνας πρωταθλήματος, πρέπει να υπάρχει και πρωτάθλημα και δυστυχώς αυτό στην Ελλάδα είναι στη φαντασία μας. Όλα τα προβλήματά του (ομάδες που δεν πληρώνουν, απεργίες, ανυπαρξία τηλεοπτικών μεταδόσεων, κλπ.) το εξευτέλισαν φέτος και έληξε όπως του αξίζει, με το μεγαλύτερο, το χουλιγκανισμό, να θριαμβεύει σαν νέμεση σε αρχαιοελληνική τραγωδία. Οι ευθύνες; Αμέτρητες και προς πάσα κατεύθυνση. Η ανάληψη αυτών; Μηδενική.

Το γεγονός ότι εν έτει 2010 φτάνουμε να έχουμε ΔΙΑΚΟΠΗ αγώνα λόγω επεισοδίων θεωρούσα ότι θα είναι ενδεικτικό της κατάστασης στο ελληνικό μπάσκετ (για να μην πω ελληνικό αθλητισμό). Κι όμως δεν είναι. Και αυτό είναι το απογοητευτικό. Οι μεν πανηγυρίζουν για την κατάκτηση του 8ου συνεχόμενου πρωταθλήματος. Οι δε σχεδιάζουν τη διαδοχή του Γιαννάκη και πώς θα γλιτώσουν την τιμωρία. Και σε 2-3 μέρες κανένας δε θα ασχολείται με όσα γίνανε το βράδυ της Κυριακής στο ΣΕΦ. Με όσα κατ' επανάληψη γίνονται εδώ και πολλά χρόνια στα γήπεδά μας. Και αυτό είναι το χειρότερο, το πιο λυπηρό. Όλα αυτά είναι που με κάνουν πολλές φορές να γυρνάω την πλάτη στο πρωτάθλημά μας.

Ίσως πολλοί από εσάς να διαφωνήσουν, όμως, προσωπικά δεν έχω καμία όρεξη να παρακολουθώ μια διοργάνωση χωρίς αρχή και τέλος, όπου κανονισμοί δεν τηρούνται, λογική δεν υπάρχει και το μόνο που κυριαρχεί είναι το παρασκήνιο συνεπικουρούμενο από τη βία.

Δεν καταλαβαίνω την έκπληξη πολλών. Μήπως είναι η πρώτη φορά που γίνονται τέτοια πράγματα; Ή απλά μας πειράζει που τώρα διεκόπη ο αγώνας; Γιατί αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού. Απλά παρατείναμε τον κίνδυνο και παίζαμε με τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και των φιλάθλων για να "τελειώσει ο αγώνας να πάμε σπίτια μας".

Και αυτό που μας καθησυχάζει είναι ότι "μερικοί ανεγκέφαλοι" τα κάνουν όλα. 100-200 άτομα. Τι είναι 100-200 άτομα στους 12.000; Μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο χουλιγκανισμός έχει ριζώσει βαθιά στην ήδη παρακμάζουσα κοινωνία μας και δε λέει να ξεριζωθεί γιατί κανένας δε νοιάζεται. Δυστυχώς, οι "100-200" είναι πολύ περισσότεροι και δε θα σταματήσουν να πολλαπλασιάζονται. Ένα παράσιτο δε σταματά να τρέφεται από τον ξενιστή του παρά μόνο όταν αυτός πεθάνει. Δυστυχώς, όμως, ούτε στο "θάνατο" δεν μπορούμε να ελπίζουμε, γιατί πρωταθλήματα θα συνεχίσουν να υπάρχουν και αυτά τα φαινόμενα δε θα σταματήσουν.

Πρόσφατα διάβαζα μια συνέντευξη του "πικραμένου" Γιώργου Βασιλακόπουλου, ο οποίος κοκορευόταν εμμέσως πλην σαφώς για το πού έχει φτάσει το ελληνικό μπάσκετ. Γέλασα. Δε φταίει, ωστόσο, μόνο αυτός. Απλά είναι ο εύκολος στόχος λόγω της θέσης του και της δύναμης που είχε τόσα χρόνια. Ευτυχώς, εδώ στο Run-N-Gun δεν είμαστε του παρασκηνίου και για αυτό το λόγο δεν μπορώ να κατονομάσω τους ανθρώπους που έχουν καταντήσει έτσι το ελληνικό μπάσκετ, πέραν των πιο προφανών. Όλοι τους φταίνε. Όλοι τους μας οδήγησαν στην απόλυτη ανυποληψία (σε μπασκετικό επίπεδο) και μας έκαναν να ντρεπόμαστε για αυτό που αγαπάμε τόσο πολύ.

Δεν ξέρω από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Από τους άσχετους ανθρώπους της ομοσπονδίας που έχουν καταστρέψει με τις αραχνιασμένες και αναχρονιστικές απόψεις τους την οποιαδήποτε πιθανότητα εξέλιξης; Από τους αδιάφορους προέδρους που δεν εκπληρώνουν ούτε τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους απέναντι στην πλειοψηφία των παικτών; Από τους ανεκδιήγητους διαιτητές που κακοποιούν το άθλημα συνεχώς; Από τους κομπλεξικούς παίκτες που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι αν θα παίζει ο Αμερικανός ή ο Έλληνας; Από τους προκλητικούς δύο "μεγάλους" που βιάζουν συνεχόμενα το μπάσκετ με διαφορετικό τρόπο ο καθένας; Από την αθλητική δικαιοσύνη που κλείνει πονηρά το μάτι σε μερικούς ή σφυρά αδιάφορα σε άλλους; Από την ηλιθιότητα, τη βαρβαρότητα και τη νοοτροπία της αλητείας που βασιλεύει σε ένα μέρος των οπαδών; Σίγουρα έχω ξεχάσει πολλά, σίγουρα δεν εστίασα σε όλα όσα θα ήθελα, όμως είναι μερικά ενδεικτικά του πώς φτάσαμε ως εδώ.

Το μέλλον; Δυσοίωνο. Μαύρο. Κανένας δεν ενδιαφέρεται να διορθώσει, μόνο να μπαλώσει. Οι τομές που πρέπει να γίνουν εδώ και πολύ καιρό, πάλι θα ξεχαστούν σε κάποιο συρτάρι και πολύ φοβάμαι ότι το χάος θα συνεχίσει να κυριεύει. Έτσι θα συνεχίσουν να βαυκαλίζονται οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ (και όχι μόνο) για τη φοβερή και τρομερή Α1, θα συνεχίσουν οι οπαδοί του Παναθηναϊκού να πανηγυρίζουν, του Ολυμπιακού να γκρινιάζουν και να προτρέπουν τη διοίκησή τους να πάρει πρωτοβουλίες στο παρασκήνιο (!) και οι υπόλοιπες ομάδες θα παλεύουν για την τρίτη θέση. Γιατί έτσι μάθαμε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Θα προτρέψω όποιον μπασκετόφιλο μας διαβάζει να δει κάτι άλλο. ΝΒΑ, ACB, Mundobasket, NCAA, οτιδήποτε. Να δούμε ότι υπάρχει και κάτι καλό, κάτι όμορφο, κάτι αγνά μπασκετικό. Μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει η νοοτροπία μας, να αλλάξουν οι παραστάσεις μας, να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει μόνο αυτό το χάλι που παρακολουθούμε εδώ κάθε χρόνο. Πολλοί μπορεί να με πουν υπερβολικό, όμως εκεί τουλάχιστον παίζεται μπάσκετ. Σας εγγυώμαι ότι δε θα το μετανιώσετε. Από όπου μπορούμε, όλοι μας πρέπει να αδράξουμε τις ευκαιρίες και να δούμε κάτι που να μας ικανοποιεί. Γιατί αυτή η εκτρωματική κατάσταση στο ελληνικό πρωτάθλημα ικανοποιεί μόνο τους κοιμισμένους, τους κομπλεξικούς και τους κάφρους.

Όσον αφορά στους αρμόδιους φορείς, δεν έχω κάτι να πω. Ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να ακούσει και κανένας. Θα συνεχίσουν τα παιχνίδια εξουσίας ασελγώντας πάνω στο πτώμα του ελληνικού μπάσκετ. Ντροπή σας κύριοι. Ντροπή σε όλους σας. Τουλάχιστον δεν έχετε ακόμα στο λαιμό σας κάποιο νεκρό. Με αυτήν την πορεία, όμως, που έχετε χαράξει, δεν είναι απίθανο να το δούμε και αυτό. Τίποτα δεν είναι απίθανο πια.

Στους Έλληνες παίκτες που αγωνίζονται εντός συνόρων (και που έχουν τη δυνατότητα να φύγουν έξω) θα ήθελα να εκφράσω την απορία μου. Γιατί; Σας ευχαριστεί να παίζετε υπό αυτές τις συνθήκες; Σας ευχαριστεί να συντηρείτε και εσείς με τον τρόπο σας αυτές τις συνθήκες; Αξίζει να ριψοκινδυνεύετε τις ζωές σας για μερικά ευρώ παραπάνω και για να κατακτήσετε 1-2 πρωταθλήματα Ελλάδος; Δε βλέπετε την ανυπαρξία της διοργάνωσης στην οποία πρωταγωνιστείτε; Γιατί συμβιβάζεστε;

Ξέρετε ότι δε μου αρέσει να μιλάω για τέτοια πράγματα, όμως πλέον η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Η έλλειψη τάξης, η απουσία οργάνωσης, η άρρωστη οπτική και η εξαφάνιση κάθε ίχνους λογικής συνθέτουν ένα ζοφερό τοπίο πάνω από το ελληνικό μπάσκετ. Τα υπάρχοντα πρόσωπα και οι ισχύοντες θεσμοί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να το αλλάξουν. Η απέχθειά μου για όλα αυτά εντείνεται μέρα με τη μέρα (όπως και κάθε νοήμονα ανθρώπου) και πλέον δεν μπορώ να τα ανέχομαι άλλο. Ευτυχώς το μαρτύριο τελείωσε. Η νεκροψία έδειξε αυτό που όλοι, όσοι ασχολούμαστε αρκετά με το άθλημα, γνωρίζαμε εδώ και πολύ καιρό. Το ελληνικό μπάσκετ είναι νεκρό.

Το ελληνικό μπάσκετ είναι νεκρό.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Η καθυστέρηση του αναπόφευκτου



Οι τελικοί του φετινού πρωταθλήματος της Α1 είναι πλέον προ των πυλών, αφού όμως πρώτα παρακολουθήσαμε 2 πολύ ενδιαφέροντα ματς. Τα δεύτερα παιχνίδια της φάσης των ημιτελικών δεν είχαν καμία σχέση με τα πρώτα. Οι δύο καλύτερες ελληνικές ομάδες επικράτησαν ξανά των δύο outsiders, όμως αυτή τη φορά δυσκολεύτηκαν πολύ για να το καταφέρουν.

Στην Κυψέλη ο Παναθηναϊκός μπόρεσε να πάρει διαφορά στο ημίχρονο, όμως στη συνέχεια χαλάρωσε αρκετά, εμφάνισε αμυντικές αδυναμίες και απέτυχε στο να διατηρήσει τον έλεγχο του ρυθμού, επιτρέποντας έτσι στο μαχητικό Πανελλήνιο να βρει λύσεις μέσω των Χαραλαμπίδη (ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε φέτος να συμπεριληφθεί στην προεπιλογή της Εθνικής) και Βουγιούκα (που έχει σημειώσει μεγάλη μπασκετική ωρίμανση τον τελευταίο χρόνο). Το παιχνίδι κρίθηκε στα τελευταία λεπτά και ο Πανελλήνιος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε νικήσει αν παρουσιαζόταν ελάχιστα πιο ψύχραιμος και οργανωμένος στην τελευταία αμυντική κατοχή του (που κατέληξε στο αφύλακτο τρίποντο του Nicholas). Φυσικά αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί και αντίστροφα, υπό την έννοια ότι ο Παναθηναϊκός πήγε λίγο-πολύ να "χαρίσει" το ματς στην ομάδα της Κυψέλης με το χαζό foul του Tepic και τις ασυνήθιστα κακές άμυνές του στα τρίποντα του Smith.

Στο Μαρούσι παρακολουθήσαμε ένα ακόμα πιο αμφίρροπο και σκληρό ματς, όπου η ομώνυμη ομάδα έμοιαζε να πλησιάζει στη νίκη λίγο πριν το τέλος, όμως η αποκαρδιωτική έλλειψη καθαρού μυαλού σε συνδυασμό με καθοριστικά και "ψυχωμένα" plays από τους ερυθρόλευκους έδωσαν το παιχνίδι στον Ολυμπιακό. Το Μαρούσι πάντως έπαιξε σε γενικές γραμμές ωραίο μπάσκετ, με αρκετή κινητικότητα και όμορφες πάσες και διεισδύσεις στη ρακέτα, ενώ ο Ολυμπιακός προτίμησε τον πότε ασφαλή, πότε προβλέψιμο και "κουρασμένο" δρόμο της συνεχούς τροφοδότησης του Σχορτσιανίτη στο low post. Τα σχήματα του Γιαννάκη με 3 κοντούς είχαν και πάλι την τιμητική τους, με τον Penn να παίζει 36 (!) λεπτά και τον Teodosic να επιδεικνύει κατά διαστήματα έλλειψη σιγουριάς στις επιλογές του. Ο Vujcic έδωσε πολλές βοήθειες και στις 2 μεριές του παρκέ, ενώ ο Kleiza έδειξε πόσο μεγάλος παίκτης είναι αφού μίλησε όταν έπρεπε (αν και έχει κάνει βήματα στο νικητήριο καλάθι).

Οι 2 σειρές πλέον αναμένεται, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, να ολοκληρωθούν το Σαββατοκύριακο με τα τρίτα ματς, οδηγώντας μας βέβαια στη σειρά που περιμένουμε να δούμε από τον Οκτώβριο, το best-of-5 των τελικών, στο οποίο και ενδέχεται να κριθούν καριέρες και υστεροφημίες.

Προχωρώντας, είναι μία καλή ευκαιρία πιστεύω για την κατάθεση ενός ευρύτερου σχολίου για το πρωτάθλημα της Α1, το οποίο για μία ακόμα χρονιά κινήθηκε στα πλαίσια που αναμέναμε.

Το ελληνικό πρωτάθλημα σε γενικές γραμμές είναι ικανοποιητικού επιπέδου εντός παρκέ. Στα περισσότερα παιχνίδια του παίζεται σκληρό και ανταγωνιστικό μπάσκετ, με συνέπεια το ενδιαφέρον του θεατή για την έκβασή τους να παραμένει αμείωτο καθ' όλη τη διάρκειά τους. Η ποιοτική στάθμη από αγώνα σε αγώνα και από αγωνιστική σε αγωνιστική έχει προφανώς διακυμάνσεις, όμως συνολικά μπορώ να πω ότι το εντός παρκέ προϊόν μπορεί κάλλιστα να προσελκύσει ένα μέσο fan του αθλήματος. Υπάρχουν αρκετοί καλοί Έλληνες και ξένοι παίκτες και προπονητές, εγείροντας έτσι ισχυρό επιχείρημα για την κατάταξη του πρωταθλήματός μας στην 3η θέση παγκοσμίως με βάση το καθαρά αγωνιστικό επίπεδο.

Φανταστείτε, λοιπόν, πόσο πιο ελκυστικό θα μπορούσε να γίνει, αν διέθετε έστω και ένα ψήγμα οργάνωσης και αξιοπιστίας. Πλέον έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου θεωρούμε φυσιολογικότατα και καθημερινά φαινόμενα όλα τα παρακάτω (τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά):

  • απλήρωτους παίκτες (βλ. σχεδόν κάθε ομάδα εκτός από Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και Κολοσσό) που εναλλάσσονται κάθε μήνα και κατά συνέπεια υποβαθμίζουν αφάνταστα το προϊόν που παρουσιάζει μία ομάδα στο παρκέ
  • γήπεδα τεχνολογίας δεκαετίας του '90, για να μην πω του '80 (βλ. τα ΑΘΛΙΑ κλειστά των Πανελληνίου, Πανιωνίου, κτλ.)
  • ομάδες που δεν έχουν καμία θέση στο πρωτάθλημα λόγω επαναλαμβανόμενων οικονομικών ατασθαλιών που παρόλα αυτά συνεχίζουν να συμμετέχουν αριστίνδην (βλ. ΑΕΚ)
  • ο χουλιγκανισμός να μένει συνεχώς ατιμώρητος, αποθαρρύνοντας σε ΤΕΡΑΣΤΙΟ βαθμό τον απλό κόσμο από το να πάει στο γήπεδο
  • μηδενική αίσθηση του marketing και του promotion του μπασκετικού προϊόντος από τις περισσότερες ομάδες
  • μία διοργανώτρια αρχή (ΕΣΑΚΕ) που αποτελεί ντροπή για τον αθλητισμό (τον παγκόσμιο, γιατί για τον ελληνικό είναι αυτό που του αξίζει) και πρεσβεύει την προχειρότητα και έλλειψη κοινής λογικής στα πάντα (από το διαγωνισμό καρφωμάτων στο All-Star Game, μέχρι τις ακατανόητες απαγορεύσεις αναφορικά με τη μετανάστευση στο εξωτερικό Ελλήνων παικτών)

Φυσικά ξεχνάω πολλά ακόμα, όμως η ουσία συχνά βρίσκεται στα πιο απτά πράγματα. Αν βάζαμε, ας πούμε, 100 Λιθουανούς ή Σέρβους fans του μπάσκετ να παρακολουθήσουν μία αγωνιστική της Α1 και μία αγωνιστική της Liga ACB της Ισπανίας και τους προκαλούσαμε να διαλέξουν ποιο από τα 2 πρωταθλήματα θα προτιμούσαν να παρακολουθούν εφεξής, είναι βέβαιο ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 95% θα διάλεγε την ACB, και αυτό δε θα οφειλόταν πρώτιστα στο αγωνιστικό προβάδισμα των Ισπανών. Τουναντίον. Απλά συγκρίνετε αυτό με αυτό. Ή αυτό με αυτό.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι στη δύσκολη εποχή που διανύουμε είναι δύσκολο να αλλάξουν στο άμεσο μέλλον οι τύχες του ελληνικού πρωταθλήματος, εφόσον το τελευταίο έχει ήδη φτάσει σχεδόν στον πάτο της οργανωτικής και οικονομικής εξαθλίωσης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι με προσεκτική διαχείριση της έμψυχης και άψυχης περιουσίας αυτού και των ομάδων του δε θα μπορούσε να επέλθει μία κάποια σταθερότητα, ισονομία και ισορροπία, που θα έφερνε και το πολυπόθητο στοιχείο της απροβλεψιμότητας σε μία διοργάνωση τους φιναλίστ της οποίας γνωρίζουμε κάθε φορά πριν καν αρχίσει η σεζόν.

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Περί συγκρίσεων...



Στη σημερινή εποχή του μπάσκετ, με την έκρηξη της τεχνολογίας και των media, παρατηρείται μία αυξανόμενη τάση σύγκρισης του παλιού με το νέο. Παίκτες, ομάδες και πρωταθλήματα από διαφορετικές εποχές μπαίνουν συνεχώς στο μικροσκόπιο και στη "ζυγαριά", προκειμένου να ικανοποηθεί η ατέρμονη ανάγκη του ανθρώπου να ανακυρήσσει τον "καλύτερο" στα πάντα.

Στη διαπίστωση αυτή έχω φτάσει εδώ και πολύ καιρό, όμως το τελευταίο διάστημα το όλο φαινόμενο έχει πάρει επιδημικές διαστάσεις. Συνεχώς ξεφυτρώνουν ξένα και ελληνικά άρθρα με κύριο θέμα τους τη σύγκριση θρύλων του παρελθόντος με αστέρια του παρόντος. Στα ιντερνετικά fora διαρκώς τίθενται ερωτήματα όπως "Jordan ή Kobe;" και "Γκάλης ή Διαμαντίδης;". Αν και αυτά τα θέματα μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν πρόσφορο έδαφος για την παραγωγή ενδιαφέροντος και εποικοδομητικού διαλόγου, είναι ταυτόχρονα απαραίτητο να μπαίνουν τα δεδομένα σε κάποια λογικά και ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία σχεδόν πάντα παραβλέπονται από τους εμπλεκόμενους σε τέτοιες συζητήσεις λόγω του φανατισμού και της έλλειψης "ανοιχτού" μυαλού.

Στην Ελλάδα κλασικό παράδειγμα τέτοιου είδους debate είναι οι αφοριστικές και ισοπεδωτικες αναφορές σε καταστάσεις από τα 80's και 90's σε αντιπαραβολή με σημερινές. Πόσες φορές έχουμε ακούσει υπερβολικές απόψεις του τύπου "ο Γκάλης και σήμερα να έπαιζε θα έβαζε 40 πόντους" ή "παίκτες σαν τον Bodiroga δεν υπάρχουν στο σημερινό μπάσκετ";

Η πρωταρχική και σημαντικότερη απάντηση σε παρόμοια κουβέντα είναι πάντα μία: είναι αδύνατο να συγκριθούν με ασφάλεια παίκτες από διαφορετικές μπασκετικές εποχές ή/και διαφορετικά μπασκετικά περιβάλλοντα. Αυτόν θεωρώ απαράβατο κανόνα, η καταστρατήγηση του οποίου οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαγωγή αυθαίρετων, αναπόδεικτων και προχειρότατων συμπερασμάτων. Μετρημένες εκτιμήσεις και γνώμες μπορούν (και πρέπει) φυσικά πάντοτε να υπάρχουν, όμως καταφανείς απολυτότητες δεν εκφράζουν τίποτε παραπάνω από άγνοια.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την παραπάνω δήλωση για τον Γκάλη. Μία τέτοια γνώμη προφανώς στερείται κύρους και βάθους, εφόσον οι μεταβλητές και οι αστάθμητοι παράγοντες του ευρωπαϊκού μπάσκετ των 80's έχουν τεράστιες αποκλίσεις και διαφορές από αυτούς του 2010, με συνέπεια η οποιαδήποτε κουβέντα για "μετάβαση" του Γκάλη στο σήμερα να είναι κενή νοήματος. Ας δούμε όμως, χάριν μπασκετικής "επιμόρφωσης" και μόνο, τρεις από αυτές τις διαφορές:

--- Ο Γκάλης έπαιζε σε μία εποχή όπου οι ατομικές μπασκετικές ικανότητες βρίσκονταν σε αρκετά χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με σήμερα (π.χ. παρατηρεί κανείς σε αγώνες από τότε ότι πολλοί δεν ντρίμπλαραν καν με το "κακό" χέρι). Η τεχνική και η ατομική βελτίωση αυτής μέσω της επιστήμης (όπως είναι πλέον) της προπόνησης έχουν αναπτυχθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό που πλέον είναι συχνό φαινόμενο κορυφαίες ομάδες να αποτελούνται από πολλούς ισάξιους παίκτες. Στην εποχή του Γκάλη ένας πραγματικά ταλαντούχος παίκτης, όπως ο "Νικ", ξεχώριζε και κυριαρχούσε με σχετική άνεση.

--- Η ταχύτητα του παιχνιδιού και τα καθαρά αθλητικά προσόντα των παικτών κάνουν συχνά το μπάσκετ να φαντάζει ως άλλο άθλημα σε σχέση με αυτό που παιζόταν στα 80's. Τα σουτ του Γκάλη θεωρητικά θα κόβονταν με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς, ενώ το μεγαλύτερο προσόν του, που ήταν το εξαιρετικά δυνατό και γερό πάτημα με τα δύο πόδια (jump-stop), στη σημερινή εποχή θα σταματιόταν πολύ πιο εύκολα απ' ότι τότε.

--- Η αμυντική "ευφυΐα" και η αμυντική τακτική έχουν κάνει ΤΕΡΑΣΤΙΑ άλματα από τις αρχές των 90's και μετά. Το tempo έχει πέσει, οι κατοχές στο 40λεπτο παιχνίδι έχουν μειωθεί και τα αμυντικά rotations έχουν εξελιχθεί εντυπωσιακά, σε σημείο που σκορ που να ξεπερνούν τους 100 πόντους (και παίκτες που να σκοράρουν πάνω από 40) αποτελούν πλέον σπάνιο φαινόμενο.

--- Το ευρωπαϊκό μπάσκετ σήμερα είναι πολύ περισσότερο "coach's game" από τα 80's. Η μεγάλη βελτίωση στην προπονητική γνώση και ποιότητα (βλ. τεχνολογία, video scouting, κτλ.) έχει μοιραία δώσει μεγαλύτερη δύναμη και εξουσία στους προπονητές σε σχέση με τότε. Αυτό βέβαια έχει δυστυχώς επίπτωση στο περιθώριο και την ανεκτικότητα απέναντι στην ατομική πρωτοβουλία στο παρκέ και έχει ως αποτέλεσμα την "παραγωγή" περισσότερων παικτών-εργαλείων από "αστέρια"-scorers.

Ο Γκάλης ήταν πολύ μεγάλος παίκτης, ακριβώς επειδή είχε τη δυνατότητα να "χειραγωγεί" άριστα τις συνθήκες του τότε μπασκετικού status quo και να κυριαρχεί όποτε το επιθυμούσε. Το πώς θα αντιδρούσε σήμερα είναι πλήρως υποθετικό και πρακτικά αδύνατο να εκτιμηθεί, εφόσον και μόνο μία τέτοια υπόθεση θα σήμαινε ότι ο Γκάλης θα είχε "αναπτυχθεί" διαφορετικά ως μπασκετμπολίστας, εφόσον θα είχε στη διάθεσή του όλα τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η σύγχρονη εποχή (καλύτερη διατροφή, εκγύμναση, προπόνηση, τεχνογνωσία, κτλ.).

Για τους ίδιους λόγους είναι αδόκιμο να συγκρίνουμε τους MJ και Kobe. Παρότι οι περισσότεροι θα έλεγαν ότι ο Jordan ήταν με διαφορά ο καλύτερος shooting guard, το γεγονός παραμένει ότι οι δύο τεράστιοι αυτοί παίκτες ανδρώθηκαν σε δύο τελείως διαφορετικές εποχές του NBA, από την άποψη των κανονισμών και της γενικότερης νοοτροπίας.

Το NBA στα χρόνια του MJ ήταν γενικά πιο σκληρό (ελέω handchecking), πιο γρήγορο και περισσότερο βασισμένο στο isolation παιχνίδι. Το NBA του Kobe (ειδικά από το 2001 και μετά) είναι πιο "ευρωπαϊκό" (ελέω ζώνης), ελαφρά πιο αργό, λιγότερο βασισμένο στο post-up παιχνίδι και περισσότερο "περιφερειακό". Ο καθένας έγινε κυρίαρχος επειδή προσαρμόστηκε ιδανικά και ανέπτυξε τις ικανότητες εκείνες που απαιτούσε το είδος "παιχνιδιού" της εποχής και του μπασκετικού περιβάλλοντος στο οποίο σταδιοδρόμησε.

Συνοψίζοντας, είναι προτιμότερο, αντί να αναλώνεται κάποιος σε άσκοπα debates για τη σύγκριση παικτών από το παρελθόν και το παρόν, να χρησιμοποιεί αυτόν το χρόνο για να παρακολουθεί όσο μπορεί τους μεγάλους αυτούς αθλητές και να τους εκτιμά για αυτό που είναι. Άλλωστε οι τάπες του Διαμαντίδη, οι αέρινες εμπνεύσεις του Γκάλη, τα ανεπανάληπτα lay-ups του MJ και τα fadeaways του Kobe εντάσσονται όλα στην κατηγορία "ομορφο μπάσκετ", και αυτό είναι τελικά το ζητούμενο...

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Run-N-Gun Euroleague All-Decade Tournament


Θέλαμε να συνδυάσουμε δύο μεγάλα μπασκετικά γεγονότα: το επερχόμενο και πάντα συναρπαστικό NCAA Tournament και την επίσημη ψηφοφορία για την All-Decade Euroleague Team, που "τρέχει" εδώ και κάμποσο καιρό. Έτσι λοιπόν δημιουργήσαμε το RnG Euroleague All-Decade Tournament!

Όπως θα καταλάβετε και από το παρακάτω διάγραμμα του εικονικού αυτού τουρνουά, πήραμε τους 50 παίκτες που έχει προκρίνει η επίσημη Euroleague και μέσω κλήρωσης βγάλαμε ζευγάρια. Για κάθε 1-on-1 "σύγκρουση" ένας συντελεστής (τυχαίος κάθε φορά) του RnG θα παρουσιάζει τους 2 παίκτες και θα κρίνει το νικητή (σε μερικά matchups μπορεί να γράφει ο 1ος συντελεστής για τον έναν παίκτη και ο 2ος για τον άλλο, για να έχουμε και πιο ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση γνωμών!). Σημειώνουμε ότι οι συγκρίσεις και οι αντιπαραθέσεις δε δύνανται να έχουν απόλυτο χαρακτήρα (εφόσον η Euroleague δεν κατηγοριοποίησε ανά θέση τους παίκτες) και γίνονται περισσότερο για ψυχαγωγικούς σκοπούς και για να αποτιμήσουμε την επίδραση και το τι μας "άφησαν" ουσιαστικά αυτοί οι παίκτες-θρύλοι.

Αυτό το post θα ανανεώνεται κάθε φορά που θα γίνεται μία σύγκριση και θα "προχωρά" το τουρνουά, οπότε καλά θα κάνετε να το επισκέπτεστε συχνότατα! Το link του post θα τοποθετηθεί στη sidebar για εύκολη και γρήγορη πρόσβαση.

UPDATE: Σε κάθε matchup θα προστίθεται poll, έτσι ώστε να σας δίνεται και η ευκαιρία να κάνετε τη δική σας επιλογή και να μπορούμε έτσι να συγκρίνουμε τη δική μας οπτική με τη δική σας!

Ελπίζουμε να σας αρέσει η όλη ιδέα και η υλοποίησή της!

(Πατήστε πάνω στη φωτογραφία για να τη δείτε στην πλήρη ανάλυσή της.)


-----------------------------------------------------------------------

1ος Γύρος

----------------------------------

L. Bullock vs. P. Prigioni

Bullock: Εξαιρετικός σουτέρ με πολύ ανεπτυγμένο το ένστικτο του scorer, ο Bullock είναι εδώ και μία 8ετία ένας από τους επιθετικούς ηγέτες σημαντικών ισπανικών ομάδων (Malaga και Real). Μπορεί να απειλήσει από οποιαδήποτε απόσταση και με οποιοδήποτε τρόπο (στατικός ή από ντρίμπλα). Με την μπάλα στα χέρια έχει την ευχέρια να κατευθυνθεί οπουδήποτε στο παρκέ, λόγω του πολύ καλού χειρισμού που διαθέτει. "Γεμίζει" εδώ και χρόνια με πόντους τα ισπανικά και ευρωπαϊκά καλάθια, με το μικρό ύψος και μέγεθός του να αποδεικνύονται, αντί για εμπόδιο, προτέρημα (λόγω της ευελιξίας και της ευκινησίας) στη σταδιοδρομία του ως shooting guard. Αμυντικά είναι ελαφρά ζημιογόνος, εφόσον προκαλεί συχνότατα mis-matches με ψηλούς αντίπαλους SG's.

Prigioni: Ένας (όσο κλισέ και αν ακούγεται) playmaker-computer, ένας floor general, που μπορεί να καθοδηγήσει με μαεστρία την επίθεση οποιασδήποτε ομάδας και ανά πάσα στιγμή οι πιθανότητες "λένε" ότι θα κάνει τη σωστή επιλογή για την ομάδα του στο παρκέ. Ιδιαίτερα αξιόπιστος σουτέρ, άριστος πασέρ, ικανότατος αμυντικός. Βρίσκεται εδώ και μία δεκαετία στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, ωθώντας (μέσω της επιτυχίας της θητείας του στην Tau) τον Messina να του αναθέσει, σε ηλικία, 35 χρονών τη θέση του βασικού PG της ιδιαίτερα φιλόδοξης φετινής Real.

Σύγκριση: Αμερικανοί "δυάρια"-scorers σαν τον Bullock υπάρχουν αρκετοί και στην Ευρώπη και στο NBA, όμως point guards με την ψυχραιμία, την "οικονομία", την επαγγελματικότητα και την οξυδέρκεια του Prigioni είναι δυσεύρετοι όχι μόνο στο ευρωπαϊκό, αλλά και το παγκόσμιο επίπεδο.

Νικητής: Prigioni

(by Β.Α.)


----------------------------------

T. Beard vs. Α. Φώτσης

Beard: Ένας πολύ δυνατός power-forward center, ο Tanoka μάζευε με χαρακτηριστική άνεση rebounds στα χρόνια της ακμής του με τη Zalgiris. Πολύ αποτελεσματικός inside scorer, εκμεταλλευόταν άριστα τον πολύ δυνατό κορμό του για να κερδίζει τις μάχες κάτω από τα καλάθια. Ήταν ο ηγέτης μίας καρπερής εποχής της Zalgiris κατά την οποία βρέθηκαν μία ανάσα (ή αλλιώς ένα μεγάλο τρίποντο του Sharp) από το Final 4 του 2004.

Φώτσης: Όσα ομαδικά επιτεύγματα και αν έχει συγκεντρώσει στην καριέρα του (εγχώρια πρωταθλήματα, Euroleague, διακρίσεις με την Εθνική ομάδα), ο Φώτσης θα παραμείνει για πάντα ένα μεγάλο "αν". Δεδομένων των προσόντων που επιδείκνυε σε νεαρή ηλικία, οι προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί ήταν τεράστιες, καθώς επρόκειτο για έναν αθλητικότατο forward, ικανότατο στα rebounds και στο περιφερειακό σουτ. Με άλλα λόγια, διέθετε την απαραίτητη "πρώτη ύλη" σε αφθονία και το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρει τρόπο να την κατεργαστεί ώστε να προκύψει κάτι πραγματικά σπουδαίο (κάτι στο επίπεδο του Ginobili, ας πούμε). Αυτό δεν έγινε ποτέ, όμως αν κοιτάξουμε την Euroleague πορεία του Φώτση σε Παναθηναϊκό, Real Madrid και Dynamo Moscow θα δούμε ότι αγωνίστηκε με σταθερή σχετικά επιτυχία στην ευρωπαϊκή ελίτ για 4 συνολικά χρόνια, άσχετα αν πλέον έχει μετεξελιχθεί λίγο-πολύ σε έναν πολύτιμο ρολίστα.

Σύγκριση: Δύσκολη η επιλογή, όμως θα προτιμήσουμε τον Beard, με το σκεπτικό ότι έχει στο παλμαρέ του περισσότερες "δυνατές" Euroleague seasons από το Φώτση.

Νικητής: Beard

(by Β.Α.)


----------------------------------

R. Siskauskas vs. I. Kutluay

Siskauskas: Αντιγράφω από παλαιότερο άρθρο: "Προσωπικά, σε πολλά σημεία μου θυμίζει τον Bodiroga. Είναι αργός, με πολύ χαμηλό άλμα, όχι πολύ δυνατός, αλλά είναι σκανδαλωδώς αποτελεσματικός. Έχει πολύ μεγάλο basketball IQ, μπορεί να διακρίνει εύκολα ένα καλών από ένα κακών προϋποθέσεων σουτ και μπορεί να διαβάσει στιγμιαία τη συμπεριφορά της άμυνας και να πράξει αναλόγως. Έχει άριστο ball-handling για το ύψος του και φαρμακερό σουτ. Παίζει πάντα σκληρά και μαχητικά και φέρνει εις πέρας οποιαδήποτε οδηγία του αναθέσει ο προπονητής του, χωρίς (συνήθως) να εκβιάζει προσπάθειες και να δίνει την εντύπωση ότι παίζει για τον εαυτό του. Έχει πολύ καλή πάσα, ενώ στην άμυνα έχει τις περισσότερες φορές σωστές αντιδράσεις. Στην προσωπική άμυνα όμως χάνει πολλούς πόντους, ειδικά απέναντι σε ψηλότερους και αθλητικότερους forwards ή guards." Σε αυτά πρσθέστε και το ότι είναι παίκτης για τις μεγάλες στιγμές και γεννημένος νικητής. Σε αναλογικά μικρή Euroleague καριέρα έχει αποκομίσει πολλές ομαδικές και ατομικές διακρίσεις.

Kutluay: Όταν σκεφτόμαστε αυτόν τον παίκτη ένα πράγμα μας έρχεται στο μυαλό: το περιφερειακό του σουτ. Αυτό τελειοποίησε και σε αυτό βασίστηκε για να κάνει καριέρα, έχοντας πολύ καλή κίνηση μακριά από την μπάλα, που του επέτρεπε να ελευθερώνεται εύκολα για ένα καλών προϋποθέσεων τρίποντο. Επιπροσθέτως, μπορούσε να εκτελέσει και μετά από ντρίμπλα σε 1-on-1 καταστάσεις εκμεταλλευόμενος την ταχύτητά του, ενώ υπό τον Obradovic είχε γίνει και αξιόπιστος αμυντικός. Συνέχισε να βάζει αρκετούς πόντους και στα τελευταία του χρόνια με την Ulker. Κορυφαία του στιγμή η συμβολή του στην επική ανατροπή του ΠαναθηναΙκού στην Μπολόνια το 2002.

Σύγκριση: Περισσότερα χρόνια ο Kutluay στην Euroleague, αλλά μεγαλύτερες επιτυχίες και γενικότερα μεγαλύτερη επίδραση στο παρκέ ο Siskauskas.

Νικητής: Siskauskas

(by Β.Α.)


----------------------------------

Μ. Κακιούζης vs. T. McIntyre

Κακιούζης: Ιδιαίτερα έξυπνος παίκτης, ήξερε να βάζει σωστά το σώμα του κοντά στο καλάθι έτσι ώστε να ισοσκελίζει την απουσία αθλητικών προσόντων και δυνατού κορμιού. Ευέλικτο "4άρι", πολύ γρήγορος στα lay-ins κοντά στο καλάθι, ενώ κινούταν με ευκολία και έξω από τα 6.25 μ., απ' όπου τιμωρούσε σταθερά τους βαρείς PF's που δεν προλάβαιναν να τον ακολουθήσουν. Η άμυνα και τα rebounds δεν ήταν ποτέ το φόρτε του. Παρόλα αυτά, έπαιξε επί 9 συνεχόμενα χρόνια σε υψηλότατο ευρωπαϊκό επίπεδο και σε σημαντικές ομάδες. Στην αρχή της καριέρας του ήταν "αστέρι" και σκόρερ στην ΑΕΚ, ενώ αργότερα μετατράπηκε σε πολύτιμο ρολίστα στις Siena και Barcelona, καταφέρνοντας να μένει συνεχώς στο προσκήνιο του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

McIntyre: Εκρηκτικός point guard, με εκπληκτική (επιπέδου streetball) επιδεξιότητα και ταχύτητα στην ντρίμπλα. Αποτελεσματικότατος στο 1-on-1, μπορεί με την ίδια ευχέρεια να επιχειρήσει ταχύτατο drive ή να κάνει το stepback και να εκτελέσει τρίποντο. Συχνά παρασύρεται από το ρυθμό του παιχνιδιού και υποπίπτει σε λάθη και βεβιασμένες προσπάθειες και επιχειρεί τραβηγμένα σουτ, όμως οι στιγμές "διαύγειάς" του αρκούν για να "γείρουν" οποιοδήποτε παιχνίδι υπέρ της ομάδας του.

Σύγκριση: Ο McIntyre έχει ανεβάσει πολλά επίπεδα τη Siena, όμως έχει αγωνιστεί μόλις 2 πλήρεις σεζόν στην Euroleague, ενώ ο Κακιούζης έχει να επιδείξει μία λιγότερο εκρηκτική αλλά πολύ μακρύτερη καριέρα στη διοργάνωση.

Νικητής: Κακιούζης

(by Β.Α.)


----------------------------------

A. Nocioni vs. A. Sabonis

Nocioni: Πριν εγκατασταθεί μόνιμα στο NBA, ο SF/PF Andres είχε ολοκληρώσει μία σχετικά σύντομη αλλά παραγωγική καριέρα στην Euroleague με την Tau. Προτερήματά του αποτελούσαν το δολοφονικό του περιφερειακό σουτ, η ευελιξία του (που του επέτρεπε να βάζει με άνεση την μπάλα στο παρκέ) και το χαρακτηριστικό πάθος και η σκληράδα που επεδείκνυε σε κάθε παιχνίδι, βουτώντας για διεκδικούμενες μπάλες και παίζοντας δυνατή και σκληρή άμυνα. Με λίγα λόγια, ήταν με άνεση μεταξύ των καλύτερων forwards στην Ευρώπη και μικρή αμφιβολία υπάρχει για το ότι θα ήταν μέχρι και σήμερα στην πρώτη γραμμή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, αν δε μετέβαινε στο NBA.

Sabonis: Όλοι ξέρουμε τι κλάσης παίκτης υπήρξε ο μεγάλος Arvydas. Ένας από τους πιο ταλαντούχους ψηλούς που εμφανίστηκαν ποτέ στο παγκόσμιο μπάσκετ, χάριζε όμορφες φάσεις επί 20+ χρόνια καριέρας σε Ευρώπη και NBA με την φοβερή του αίσθηση για το άθλημα, το απαράμιλλο post παιχνίδι του και τις ιδιοφυείς του πάσες. Γύρισε σε ηλικία 38 ετών για μία τελευταία "χαλαρή" χρονιά με τη Zalgiris και βγήκε MVP της regular season και του Top 16 της Euroleague. Αυτό βέβαια δεν είναι και τόσο κολακευτικό για το επίπεδο των άλλων παικτών στη διοργάνωση, όμως το γεγονός παραμένει ότι ο "Sabas" στα τελειώματά του έκανε "πλάκα" ουσιαστικά με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.

Σύγκριση: Όσο σαρωτικός και αν ήταν ο Sabonis στη μοναδική του χρονιά στην Euroleague, το βρίσκω λίγο άτοπο να του δώσω το πλεονέκτημα έναντι του Nocioni, που αγωνίστηκε για 3 σεζόν στο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό "σκαλί" με την Tau και άφησε το στίγμα του και τις 3, σε μία από τις top ομάδες της διοργάνωσης.

Νικητής: Nocioni

(by Β.Α.)


----------------------------------

D. Andersen vs. M. Jaric

Andersen: Ένας από τους πιο επιτυχημένους ψηλούς στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία. Το γεγονός ότι έχει πάει σε 7 Final Fours με 4 διαφορετικές ομάδες (επίδοση-ρεκόρ) δείχνει την κλάση του. Πρόκειται για έναν παίκτη με προσωπικότητα, που μπορεί να απειλήσει σημαντικά από την περιφέρεια αλλά και με post moves. Οι 3 τίτλοι του και ο πρωτεύων ρόλος που είχε σε όλες τις ομάδες του, τον κατατάσσουν στους κορυφαίους.

Jaric: Μπορεί να αγωνίστηκε μόλις 2 χρόνια στην Euroleague, όμως με την all-around παρουσία του στην Kinder Bologna του Messina άφησε το στίγμα του. Ικανότατος guard που λόγω ύψους (2.01m) μπορούσε να καλύψει αρκετές θέσεις, γεγονός που τον έκανε ένα πολύ σημαντικό εργαλείο. Το court vision και το shot selection του ήταν εξαιρετικά, όπως άλλωστε και η συμβολή του σε διάφορους τομείς του παιχνιδιού και η οξυδέρκειά του στην άμυνα. Συνέχισε την καριέρα του (όχι και τόσο πετυχημένα) στο ΝΒΑ και επέστρεψε πρόσφατα στη Real ελπίζοντας να αναβιώσει τις στιγμές που έζησε στην Ιταλία, όπου ανακηρύχθηκε και πρωταθλητής Ευρώπης το 2001.

Σύγκριση: Είναι βέβαιο ότι αν ο Jaric είχε μείνει περισσότερο στην Ευρώπη, θα θεωρούταν τώρα ένας από τους καλύτερους παίκτες την τελευταία δεκαετία, καθώς η εξέλιξή του προμηνυόταν εκρηκτική. Οι επιδόσεις και οι διακρίσεις του Andersen στο υψηλότερο ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο, είναι καταλυτικές.

Νικητής: Andersen

(by Μ.Π.)


----------------------------------

M. Smodis vs. J. Garbajosa

Smodis: Ο Σλοβένος ήταν ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους forwards για τη δεκαετία που πέρασε. Η λέξη που τον χαρακτηρίζει απόλυτα είναι μία: ευελιξία. Όσο περνούσαν τα χρόνια και όσο περισσότερες συμμετοχές και διακρίσεις μάζευε στην Euroleague, τόσο περισσότερα στοιχεία προσέθετε στο inside και outside παιχνίδι του, φτάνοντας να αποτελεί την "κολώνα" μίας ομάδας όπως η CSKA του Messina. Στην Kinder Bologna είχε πρωτοεμφανιστεί ως ελαφρύ "τριαροτεσσάρι", ενώ στη συνέχεια αύξησε τον όγκο και τη μυϊκή του δύναμη και μετέφερε το παιχνίδι του πιο κοντά στο καλάθι, παίζοντας συχνότατα με πλάτη και εξελίσσοντας το post ρεπερτόριό του, διατηρώντας όμως πάντα το περιφερειακό σουτ στο "οπλοστάσιό" του. Εκπληκτικό το γεγονός ότι έχει συμμετάσχει σε 7 τελικούς Euroleague σε 9 χρόνια (!), έχοντας σχεδόν σε όλες τις σεζόν του πάνω από 10 πόντους μέσο όρο. Η καριέρα του ενδέχεται να τελειώσει πρόωρα και άδοξα, δεδομένων των σοβαρότατων προβλημάτων που αντιμετωπίζει τον τελευταίο χρόνο με τη μέση του.

Garbajosa: Άλλος ένας ευέλικτος power forward, ο "Garbo" (όπως τον αποκαλούσαν στο Toronto) επέστρεψε φέτος στην Euroleague με τη Real. Κλασικό ευρωπαϊκό "περιφερειακό" 4άρι, που βασίζεται στο face-up παιχνίδι και είναι συχνότατα τελικός αποδέκτης της μπάλας στα plays των προπονητών του, μιας και το σουτ του από το τρίποντο είναι αλάνθαστο και οι αντίπαλοι ψηλοί ανέκαθεν δυσκολεύονταν να τον ακολουθήσουν μέχρι εκεί. Διακρίνεται για την ταχύτητα της εκτέλεσής του και αρέσκεται να περιμένει στη weak side τις πάσες των συμπαικτών του, ανοίγοντας χώρους για να "δράσει" ο έτερος ψηλός της ομάδας ή για drives των guards. Στην άμυνα ποτέ δεν τον βοήθησε η σχετική έλλειψη αθλητικότητας και εκρηκτικότητας, όμως μέσα από το ομαδικό παιχνίδι έχει συνήθως σωστές αντιδράσεις.

Σύγκριση: Ίσως αν ο Garbajosa δεν είχε επιλέξει το μικρό "διάλειμμα" στο NBA τα δεδομένα της αντιπαράθεσης να ήταν διαφορετικά, όμως με μια συνολική ματιά η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του Smodis, κυρίως λόγω ποσότητας πεπραγμένων. Παρόλα αυτά, το μέλλον αυτή τη στιγμή παρουσιάζεται πιο ευοίωνο για τον Ισπανό...

Νικητής: Smodis

(by Β.Α.)


----------------------------------

S. Becirovic vs. J. Blair

Becirovic: Η Euroleague καριέρα του Sani πέρασε από πολλά στάδια. Ξεκίνησε ως εκπληκτικά ταλαντούχος σκόρερ με κλασική σερβική "ταυτότητα" στην Olimpija και ενώ όλα έδειχναν ότι σύντομα η Ευρώπη θα του υποκλινόταν, ένας σοβαρότατος τραυματισμός τον ανάγκασε να κάνει βήματα πίσω. Παρόλα αυτά επανορθοπόδησε στην Climamio Bologna και μετά στον Παναθηναϊκό, όπου ήταν σημαντική μονάδα και είχε πολύπλευρη προσφορά τη χρονιά του triple crown. Πέρσι και φέτος ήταν ο all-around ηγέτης της Roma και της Olimpija αντίστοιχα και παρακολουθώντας τον βλέπαμε συνεχώς μεγάλη βελτίωση και νέα στοιχεία στο παιχνίδι του. Άλλη μία πολύ καλή χρονιά ίσως τον ξαναφέρει σε μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα.

Blair: Ο Αμερικανός center ήταν ένας θεαματικός αλλά και παραγωγικός ψηλός. Το δυνατό παιχνίδι και η φοβερή του αίσθηση για το rebound τον βοήθησαν να γίνει πολύτιμο εργαλείο και στατιστικό "διαμάντι" για 4 ομάδες στην καριέρα του στην Euroleague. Στην επίθεση ήταν πολύ αποτελεσματικός γύρω από το καλάθι παίρνοντας "καλά" σουτ, τα οποία προέρχονταν συχνά από επιθετικά rebounds. Διέθετε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν "γρήγορα χέρια" (quick hands), έχοντας την ευχέρεια να πιάνει εύκολα τις πάσες των συμπαικτών του, αλλά και να μεταβάλλει την πορεία πολλών αντίπαλων πασών στην άμυνα, συγκεντρώνοντας τον πολύ καλό για ψηλό μέσο όρο των 1.43 κλεψιμάτων ανά παιχνίδι. Μειονέκτημα στο βιογραφικό του το ότι δεν κατάφερε να οδηγήσει κάποια από τις ομάδες του σε μία σημαντική διάκριση.

Σύγκριση: Δύσκολο το να βγάλει κανείς ασφαλές συμπέρασμα και νικητή, όμως θα δώσουμε την πρόκριση στον Becirovic λόγω της μεγαλύτερης διάρκειάς του και του πιο ουσιαστικού παιχνιδιού του (αν και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είχε καλύτερους συμπαίκτες), έναντι των κατά ένα ποσοστό "κενών" στατιστικών του Blair.

Νικητής: Becirovic

(by Β.Α.)


----------------------------------

E. Lorbek vs. T. Langdon

Lorbek: Αντιγράφω από εδώ: "Ο Σλοβένος έχει αδιαμφισβήτητα την καλύτερη γνώση των βασικών μεταξύ όλων των εν Ευρώπη ψηλών. Μπορεί να απειλήσει από οποιαδήποτε απόσταση και από οποιαδήποτε στάση του σώματος (με πρόσωπο ή με πλάτη). Δουλεύει με φοβερά μεθοδικό τρόπο στο low και high post, όπου τα up-n-unders του με τις διαδοχικές προσποιήσεις προσφέρουν κάθε φορά οπτικό υλικό στα σεμινάρια για ψηλούς παίκτες. Έχει μάθει με το σωστότερο τρόπο το άθλημα και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στον τρόπο που αγωνίζεται. Είναι αξιόπιστος στα rebounds, αλλά όχι τόσο φερέγγυος στην άμυνα. Αυτό που κυρίως του λείπει είναι δύναμη, αθλητικότητα και εκρηκτικότητα."

Langdon: Ο "δολοφόνος από την Alaska" έχει βρει εδώ και 5 χρόνια το ρόλο του στην CSKA και ό,τι του ζητείται το κάνει καλά. Αποτελεί έναν περιφερειακό σουτέρ πρώτης γραμμής, με πολύ γρήγορο shot release και τη φοβερή ικανότητα να εκτελεί αμέσως αφού δεχτεί την πάσα μετά από screen. Συνήθως δεν εκβιάζει προσπάθειες και προτιμά να παίρνει πολύ καλών προϋποθέσεων σουτ μέσα από συστήματα, κάτι που μαρτυρούν και τα άριστα ποσοστά του. Επιπροσθέτως, τα γρήγορα πόδια του και η θήτευση υπό το Messina τον έχουν βοηθήσει να γίνει ένας ικανός αμυντικός.

Σύγκριση: Ο Lorbek, παρότι αποδεδειγμένα υπερταλαντούχος, βρίσκεται στην ελίτ των Ευρωπαίων ψηλών μόνο τα τελευταία 2-3 χρόνια. Από την άλλη, ο Langdon "φορτώνει" σταθερά με πόντους από το 2002 τα καλάθια της Euroleague, ενώ έχει στο παλμαρέ του 2 τίτλους της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, καθώς και ένα Final 4 MVP βραβείο το 2008 (όταν και είχε στον τελικό 21 πόντους, 7 rebounds και 4/5 τρίποντα).

Νικητής: Langdon

(by Β.Α.)


----------------------------------

M. Baston vs. L. Scola

Baston: Τα εκπληκτικά (για την Ευρώπη) αθλητικά προσόντα τού προσέδιδαν στις 3 σεζόν που αγωνίστηκε στην Euroleague ένα μεγάλο αβαντάζ έναντι των αντίπαλων ψηλών. Κύρια ανάμνηση από αυτόν έχουμε τα μανιώδη καρφώματά του, τα οποία κατά μεγάλο ποσοστό προέρχονταν από alley-oops του Jasikevicius. Στον ημιτελικό του 2005 είχε κάνει τεράστια ζημιά στον Παναθηναϊκό όχι μόνο με την κυριαρχία του στη ρακέτα (6/6 δίποντα) αλλά και με τα rebounds και κοψίματά του. Η ικανότητά του ως blocker φαίνεται από το ότι και στις 3 χρονιές του ξεπέρασε το μέσο όρο της μίας τάπας ανά παιχνίδι.

Scola: Ξανά από εδώ: "Ο Scola αποδεικνύει ότι συχνότατα το αυξημένο μπασκετικό IQ, η άριστη γνώση των "βασικών" και η "6η αίσθηση" για το άθλημα μπορούν να αντισταθμίσουν, ου μην και να υπερκεράσουν το μειονέκτημα της έλλειψης εντυπωσιακών αθλητικών προσόντων και εκρηκτικότητας. Ο ορισμός του μεθοδικού παίκτη, ο Αργεντινός βάζει άψογα το σώμα του κοντά στη ρακέτα και γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού ακριβώς είναι το καλάθι, έχοντας εκπληκτική αίσθηση του χώρου. Κυρίως όμως διαθέτει ένα ευρύ οπλοστάσιο από jump hooks και γενικότερα low-post spins, προσποιήσεις και σουτ, στα οποία πάντα προσδίδει ένα "απαλό" άγγιγμα που τον ευνοεί στις αναπηδήσεις. Εξάλλου, διαθέτει αποτελεσματικό και γρήγορο midrange jumpshot, ενώ και στα rebounds έχει τρομερή έφεση. Η άμυνά του βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο". Δε "μοιράζει" πολλές τάπες, αλλά βασίζεται στην καλή αντίληψη του χώρου και τη σωστή χρήση του σώματος για να αντιμετωπίσει κάθε αντίπαλο ψηλό.

Σύγκριση: Μπορεί ο Baston να κατέκτησε 2 τίτλους σε 3 χρόνια, όμως ο Scola έχει να επιδείξει πιο μακρά καριέρα, καθώς και πρωτοφανή σταθερότητα και εξαιρετική απόδοση καθόλη τη διάρκεια αυτής. Τα ατομικά του επιτεύγματα αφαιρούν σημασία από το ότι δεν κατάφερε να κατακτήσει το τρόπαιο, παρότι έφτασε σε ημιτελικό ή τελικό 4 συνολικά φορές.

Νικητής: Scola

(by Β.Α.)


----------------------------------

D. Marconato vs. J. Lakovic

Marconato: Ο βετεράνος Ιταλός center είχε (και συνεχίζει να έχει, σε αρκετά μικρότερο βέβαια βαθμό) ισχυρή παρουσία κάτω από τα ευρωπαϊκά καλάθια από την αρχή της δεκαετίας με όποια ομάδα και αν έπαιξε. Τα σημαντικά του ατού ήταν φυσικά το φοβερό του timing στα κοψίματα και η έφεσή του στο να μαζεύει rebounds. Επιπροσθέτως, μπορεί σε απόλυτους αριθμούς να μην αποτελούσε ποτέ έναν μεγάλο σκόρερ, όμως τα σταθερά καλά του ποσοστά στα σουτ αποδεικνύουν ότι στην επίθεση έπαιζε πολύ "οικονομικά", παίρνοντας μόνο high-percentage shots από επιθετικά rebounds και γενικότερα σουτ γύρω από το καλάθι (τα λεγόμενα "garbage buckets"). Έξυπνος ψηλός, όχι τόσο αθλητικός ή γρήγορος, αλλά παρόλα αυτά ιδανικός για το ευρωπαϊκό μπάσκετ.

Lakovic: Από την πρώτη του μεγάλη εμφάνιση (38 πόντοι εναντίον της Real ως παίκτης της KRKA Novo Mesto) είχε δείξει ότι διέθετε δολοφονικό σουτ και ανεπτυγμένο ένστικτο σκόρερ. Από τους παίκτες που απαγορεύεται να βρεθούν μόνοι τους και με χρονική άνεση έξω από τη γραμμή του τριπόντου. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν με διάθεση υπερβολής "streaky" (ότι δηλαδή πρέπει να βρεθεί απαραίτητα σε καλή μέρα για να σε "σκοτώσει") και απόντα από τα μεγάλα παιχνίδια, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να παίξεις χαλαρή προσωπική άμυνα στο Σλοβένο, όπως αποδείχθηκε και στο πρόσφατο παιχνίδι της Barcelona στο ΟΑΚΑ εναντίον του ΠΑΟ. "Signature" κίνησή του το γρήγορο jump-stop πίσω από τη γραμμή του τριπόντου για γρήγορη δημιουργία χρόνου και χώρου για την εξαπόλυση του σουτ.

Σύγκριση: Και οι δύο έχουν διάγει σταδιοδρομίες με διάρκεια στην Euroleague και έχουν διατελέσει βασικά "γρανάζια" μεγάλων και σημαντικών ομάδων. Θα προκρίνω, τελικά, το Lakovic λόγω του συνολικά μεγαλύτερου impact που είχε στις επιτυχίες των ομάδων στις οποίες αγωνίστηκε.

Νικητής: Lakovic

(by Β.Α.)


----------------------------------

Φ. Αλβέρτης vs. N. Pekovic

Αλβέρτης: Ο "Φράγκι" υπήρξε ένας forward που κινούταν κατά βάσει στην περιφέρεια, ένας ελάχιστα αθλητικός παίκτης που συνήθως απέφευγε τις μάχες της ρακέτας. Απέδιδε όμως τα μέγιστα στον τομέα του σουτ (ειδικά του τριπόντου), όντας αλάνθαστος όταν σηκωνόταν από μακριά αφού είχε δεχτεί μία καλή πάσα. Επίσης μπορούσε να ποστάρει με ευχέρεια κοντύτερα 3άρια και να ευστοχήσει με fadeaway, σουτάροντας από πάνω τους. Σε αυτό τον βοηθούσε το ιδανικό shooting form που χρησιμοποιούσε, το οποίο πολύ δύσκολα κοβόταν. Τα πρώτα χρόνια των 00's κατάφερνε να τα βγάζει πέρα με σχετική άνεση, όμως σιγά σιγά θα λέγαμε ότι το μπάσκετ (που γινόταν όλο και πιο γρήγορο και αθλητικό) τον "ξεπέρασε".

Pekovic: Ο Σέρβος center έχει καταφέρει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμους ψηλούς της Ευρώπης. Η φοβερή δύναμή του τού δίνει συνήθως το πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου του, επιτρέποντάς του να παίρνει πολύ καλή θέση κάτω από το καλάθι ή στο low post. Όταν δεχτεί την πάσα οι πιθανότητες λένε ότι ή θα τελειώσει τη φάση ή θα πάρει foul, ή και τα δύο. Δε διαθέτει ακόμα μεγάλο ρεπερτόριο κινήσεων, όμως θα έλεγα ότι δεν το έχει χρειαστεί ακόμη στην Ευρώπη, αφού από τώρα κυριαρχεί. Τα περιθώρια βελτίωσης βέβαια είναι ακόμα μεγάλα, ιδίως στα rebounds και στην post defense, όπου χαρακτηρίζεται ασταθέστατος.

Σύγκριση: Ο Pekovic είναι πλέον φόβητρο κάτω από τα ευρωπαϊκά καλάθια, όμως ουσιαστικά έχει, μαζί με τη φετινή, μόλις 3 σεζόν στο πρώτο "σκαλί" της Euroleague. Ο Αλβέρτης παίρνει την πρόκριση λόγω της χρονικά μεγαλύτερης καριέρας του (ιδίως αν συμπεριλάβουμε και την Suproleague 2000-01), καθώς και του γεγονότος ότι ήταν χρησιμότατος για αρκετά χρόνια σε μία ομάδα που πάντα διέθετε πληθώρα αστέρων.

Νικητής: Αλβέρτης

(by Β.Α.)


----------------------------------

A. Macijauskas vs. G. Basile

Macijauskas: Ο "Μάτσε" μπορεί να μας "έδωσε" μόλις 3 γεμάτες σεζόν στην Euroleague, όμως πρόλαβε σε αυτές να μας δείξει πόσο κυρίαρχος μπορεί να γίνει ένας αυθεντικός και "φυσικός" σκόρερ. Η ταχύτητά του στην εκτέλεση μετά από ντρίμπλα και off-a-screen ήταν απαράμιλλη και καθιστούσε την αντιμετώπισή του πολύ δύσκολη αποστολή ακόμα και για τους καλύτερους αμυντικούς. Το περιφερειακό του σουτ ήταν αλάνθαστο, όπως και το σημάδι του από τη γραμμή των βολών. Η ευελιξία και η μικρή του σωματοδομή τον βοηθούσε και στα drives, στην άμυνα όμως συχνά τον εξέθετε. Το αποτυχημένο πέρασμά του από το NBA τον "έριξε" πολύ ψυχολογικά και ακολούθως οι πολλαπλοί τραυματισμοί κατέστρεψαν την καριέρα του. Χαρακτηριστικό είναι ότι έπαιξε συνολικά 14 μόλις ματς στην Euroleague με τον Ολυμπιακό, ενώ είχε υπογράψει για 4 χρόνια το καλοκαίρι του 2006.

Basile: Ένας παίκτης που συνεχίζει να "κατηγορείται" όσο λίγοι, ο Basile απαντά στους επικριτές του μέσω των αριθμών του. Έχει αγωνιστεί και στις 10 σεζόν της Euroleague στα 00's, επιδεικνύοντας μία σταθερά πολύ καλή παραγωγή. Αυτό που δεν είναι σταθερό είναι το ποσοστό του στα τρίποντα, ακριβώς επειδή είναι ένας shooting guard "υψηλού κινδύνου" και μεγάλων ρίσκων. Τείνει να παίρνει πολλά δύσκολα σουτ, πολλές φορές πέρα από κάθε λογική, όμως ανατίρρητα διαθέτει αυτό που αποκαλούμε ένστικτο "killer", που μπορεί με 1-2 τρίποντα να τελειώσει ένα ματς. Εξάλλου πάντα αποτελούσε έναν αξιόπιστο αμυντικό, ενώ το σχετικά μεγάλο ύψος του για "δυάρι" εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να "γεννά" mis-matches στο παρκέ.

Σύγκριση: Η διάρκεια, συνοδευόμενη από σταθερότητα, του Basile στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση τον καθιστά ασφαλώς νικητή αυτής της "σύγκρουσης" των SG's.

Νικητής: Basile

(by Β.Α.)


----------------------------------

M. Batiste vs. D. Tomasevic

Batiste: Ο Batiste αποτελεί μία ιδιαίτερη περίπτωση. Ερχόμενος από την Αμερική προσαρμόστηκε ταχύτατα στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού μπάσκετ, μετάλλαξε τη σωματοδομή και τον τρόπο παιχνιδιού του και αισθάνθηκε από την πρώτη στιγμή ανετότατα στο πλαίσιο του τρόπου παιχνιδιού του Obradovic στον Παναθηναϊκό. Παρότι ιδιαίτερα undersized για center, ακόμα και για "4", ανέπτυξε ένα αξιόλογο back-to-the-basket game, αξιόπιστο σουτ από τα 3 μέτρα, πολύ καλό ένστικτο για το rebound και άνεση στο να τελειώνει τα plays κοντά στο καλάθι από τις πάσες των διαχρονικά κορυφαίων guards του ΠΑΟ. Εξάλλου έχει σταθερά καλό shot selection, αφού σπανίως εκβιάζει προσπάθειες (πάνω από 64% στα δίποντα τις 5 τελευταίες χρονιές!). Ταυτόχρονα τα αθλητικά του προσόντα προσέφεραν πάντα θέαμα στους απανταχού fans των καρφωμάτων (δηλαδή σε όλους), ενώ η δύναμή του τού έδινε το δικαίωμα να παίζει και καλή προσωπική άμυνα. Άξια αναφοράς είναι και τα αποτελεσματικότατα, αν και συχνά στα όρια (και ακόμα παραπέρα) του νομίμου, screens του.

Tomasevic: Ο Σέρβος ήταν το πρότυπο του Ευρωπαίου ψηλού. Αγωνιζόταν πρώτα με το μυαλό και μετά με τα φυσικά προσόντα. Είχε άριστη αίσθηση του χώρου και του χρόνου, πράγμα που του επέτρεπε να "ελευθερώνει" τα σουτ του την κατάλληλη χρονικά στιγμή έτσι ώστε να αποφεύγει τα κοψίματα (εφόσον δεν μπορούσε να τα αποφύγει μέσω του άλματος). Πολύ καλός συμπαίκτης, έκανε πάντα την ομάδα του καλύτερη με τις πάσες του, καθώς και με τη διαρκή κίνησή του (ιδίως στα πρώτα χρόνια του) που "άνοιγε" χώρους. Στην αρχή της καριέρας του καλούταν να σκοράρει πολύ, αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να "αποτυπώνει" στα στατιστικά ένα ευρύ φάσμα ικανοτήτων, με τα γρήγορα χέρια του να τον βοηθούν να "μαζεύει" πολλά κλεψίματα. Στον Παναθηναϊκό υπήρξε πολύ σημαντική μονάδα ερχόμενος από τον πάγκο, με καλύτερο φυσικά παράδειγμα τους υπερπολύτιμους 16 πόντους του στον τελικό εναντίον της CSKA το 2007.

Σύγκριση: Παρόλο που η συνεισφορά του Tomasevic όπου έπαιξε ήταν σημαντικότατη, ο Batiste βρίσκεται με υψομετρικό κιόλας μειονέκτημα σταθερός και ακλόνητος στην ελίτ των εν Ευρώπη ψηλών εδώ και 7 χρόνια (και συνεχίζει).

Νικητής: Batiste

(by Β.Α.)


----------------------------------

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Άδικη σιωπηρή τιμωρία



Η ύψιστη τιμή για κάθε παίκτη ή παράγοντα του μπάσκετ είναι να εισαχθεί το όνομά του στο Basketball Hall Of Fame στο Springfield της Μασαχουσέτης. Οι μεγαλύτεροι μπασκετμπολίστες επιλέγονται από την ειδική επιτροπή του HoF με το που συμπληρωθούν 5 χρόνια (το minimum και απαραίτητο χρονικό διάστημα) από την απόσυρσή τους, προκειμένου να "κοσμήσουν" περαιτέρω με την παρουσία τους έναν θεσμό ο οποίος (υποτίθεται ότι) διαφυλάσσει την αφρόκρεμα του NBA, κολλεγιακού και διεθνούς μπάσκετ. Οι αρχικοί υποψήφιοι για την "τάξη" του 2010 περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τους "θρύλους" Karl Malone και Scottie Pippen, καθώς και την original Dream Team των Ολυμπιακών του '92. Όλες, φυσικά, αναντίρρητα σωστές επιλογές, που αξίζουν 100% να βρίσκονται στο "πάνθεον" του αθλήματος.

Ο Dennis Rodman υπήρξε ένας NBAer με ιστορικά, θα λέγαμε, επιτεύγματα. Έπαιξε ως βασικό στέλεχος σε 5 πρωταθλήτριες ομάδες με Pistons και Bulls, ενώ έφτασε στους τελικούς άλλη μία φορά με τους Pistons. Ποτέ δεν υπήρξε ο πρωταγωνιστής στο παρκέ, αυτός που θα σκοράρει πολλούς πόντους ή θα πάρει την τελευταία επίθεση, κι αυτό επειδή διέθετε επιθετικές ικανότητες χαμηλότατου επιπέδου. Το σουτ του ήταν κάκιστο (μη σας ξεγελά αυτό), ενώ το ball-handling του ήταν κι αυτό μετριότατο, παρά το ύψος του (2.01 μ.), που προϊδέαζε για shooting guard ή small forward.

Διέθετε, όμως, σε υπεραφθονία δύο χαρακτηριστικά υποτιμημένα από το απλό κοινό και ικανά να κάνουν μία ομάδα σταθερή διεκδικήτρια του τίτλου.

Πρώτον, η μοναδική ικανότητά του να μαζεύει με απίστευτη ευκολία rebounds ήταν πραγματικά μνημειώδης. Για να συνειδητοποιήσετε το πόσο καλός rebounder ήταν, αρκεί να αναφέρουμε ότι είναι 1ος στο rebound% στην ιστορία του NBA (δηλαδή από τη σεζόν 1970-71 που υπάρχει διαθέσιμο αυτό το στατιστικό), με διαφορά σχεδόν 3 ποσοστιαίων μονάδων από τον 2ο! Η παρακάτω εικόνα πιστεύω τα λέει όλα:


Ο Rodman δηλαδή σε όλη την καριέρα του εξασφάλιζε περίπου 1 στα 4 διαθέσιμα rebounds όσο ήταν στο παρκέ, αριθμός εξωπραγματικός, που γίνεται ακόμα πιο απίστευτος αν σκεφτούμε το ύψος του και το ότι πάλευε απέναντι σε πραγματικά θηρία, τύπου Mourning ή Ewing. Μικρή αμφιβολία υπάρχει, λοιπόν, για το ότι ο Dennis είναι ο καλύτερος rebounder που έχει εμφανιστεί σε αυτόν τον πλανήτη από το 1970 και μετά.

Δεύτερο τεράστιο προσόν του Rodman ήταν η εκπληκτική on- και off-ball άμυνά του. Ήταν "ειδικός" στο να "κολλάει" ασφυκτικά πάνω στον αντίπαλό του και να τον κάνει να προσπαθεί πάρα πολύ για να κερδίσει μία καλή θέση ή να ολοκληρώσει μία επιθετική κίνηση κοντά στο καλάθι της ομάδας του, ενώ ήταν εξαιρετικός στο να κερδίζει επιθετικά fouls. Ποτέ δεν έφτασε σε μια σεζόν το μέσο όρο της 1 τάπας ή του 1 κλεψίματος, αφού σπανίως "τζόγαρε" στο αμυντικό κομμάτι και δεν κυνηγούσε τα στατιστικά. Πρωταρχικός σκοπός του πάντα ήταν, μέσω του physical παιχνιδιού του και της ασταμάτητης ενέργειάς του, να αναγκάσει τον αντίπαλο σε ένα όσο το δυνατόν κακών προϋποθέσεων σουτ. Εξάλλου, οι βουτιές του για διεκδικούμενες μπάλες πάντα προκαλούσαν έκρηξη αδρεναλίνης και ικανοποίηση στο κοινό και τον προπονητή του.

Το βιογραφικό του, λοιπόν, όχι απλά συνιστά, αλλά υποχρεώνει το Hall Of Fame να τον εντάξει στους κόλπους του. Ο Rodman στο παρκέ ενσάρκωνε την πεμπτουσία του ομαδικού μπάσκετ και ό,τι ακριβώς αγαπούν οι προπονητές ανά την υφήλιο: τον υπέρτατο αλτρουισμό και τη "θυσία" στο βωμό του ομαδικού καλού. Αυτόν τον παίκτη-επιτομή του καλού συμπαίκτη αγνοούν επιδεικτικά στο Springfield, αποκλειστικά λόγω της εκτός παρκέ ζωής του.

Σίγουρα και στη διάρκεια των αγώνων ο Dennis δεν ήταν και το καλύτερο παιδί (αμέτρητες τεχνικές ποινές και η γνωστή κλωτσιά στο φωτογράφο είναι οι σημαντικότερες "παρατυπίες" του), όμως αυτό που πραγματικά "ενοχλεί" τους αρμόδιους του HoF είναι το απίστευτα εκκεντρικό life-style του που όλοι ξέρουμε και με το οποία όλοι έχουμε γελάσει κατά καιρούς.

Αλλά ποιος, αλήθεια, star του NBA δεν έχει υπάρξει αντικείμενο αντιπαράθεσης και δεν έχει προβεί σε αρνητικούς ή ανήθικους χειρισμούς κάποια στιγμή στην καριέρα του; Ο Jordan είχε την ιστορία με τον παράνομο τζόγο και ο Kobe τη γνωστή υπόθεση με την κατηγορία βιασμού. Από τους φετινούς Hall-Of-Famers, ο Pippen είχε συλληφθεί για δημόσια οπλοκατοχή, ενώ ο Malone είχε αφήσει έγκυο μία 13χρονη κοπέλα, ο γιος της οποίας έγινε drafted στο NFL.

Ο Rodman έχει, βέβαια, να αντιπαρατάξει τις δικές του "ιστορίες" σε αυτά, όμως αυτό που εν τέλει προσπαθούμε να πούμε είναι ότι τα εξωγηπεδικά περιστατικά (εκτός φυσικά πολύ ακραίων περιπτώσεων) δεν πρέπει να επηρεάζουν την αποτίμηση της καριέρας ενός παίκτη και το κατά πόσο αυτός αξίζει να μπει στο HoF.

Δεν έχει σημασία το πόσο επίσημα ντυμένος θα παρουσιαστεί ή το πόσο όμορφο και εύηχο λόγο θα εκφωνήσει ο Rodman (ή ο οποιοσδήποτε άλλος) κατά την τελετή εισόδου του. Σημασία έχει να επισημοποιηθεί η αναγνώριση της συνεισφοράς του στο άθλημα του μπάσκετ, προς χάριν διατήρησης της κληρονομιάς που αυτός άφησε πίσω του, καθώς και γενικότερης απονομής δικαιοσύνης προς το πρόσωπό του. Το Hall Of Fame δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) υπηρεσία προβολής κοινωνικού καθωσπρεπισμού, αλλά θεσμός επιβράβευσης αθλητικών επιδόσεων. Και σε αυτές ο Rodman έχει πάρει άριστα.

Εφόσον ο D-Rod δεν έχει ακούσει ακόμα, 10 χρόνια μετά την αποχώρησή του, το όνομά του να συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των υποψηφίων, δυστυχώς πιθανότατα δε θα του γίνει ποτέ αυτή η τιμή. Όσο κι αν θα θέλαμε, από πείσμα και μόνο, να αλλάξει κάποια στιγμή η στάση του Hall Of Fame προς το μέρος του, αυτό που σίγουρα δε θα εκλείψει ποτέ είναι η ευγνωμοσύνη όλων των fans του NBA για τις στιγμές που μας χάρισε και για το πάθος του για το παιχνίδι.



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Οι βολικές και οι ιπτάμενες καρέκλες




Την εβδομάδα που μας πέρασε, ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός εξασφάλισαν για μια ακόμα φορά τη συμμετοχή τους στον τελικό του Κυπέλλου. Την επόμενη μέρα, φυσικά, δεν έλειψαν οι πρωτότυποι τίτλοι των αθλητικών εφημερίδων/sites: "Και τώρα οι δυο τους", "Καλώς τον πελάτη", "Θρύλος με ΠΑΟ" κλπ. Τώρα, οδεύοντας προς τον τελικό της 20ής Φεβρουαρίου, μετά τη συνέντευξη του Childress, τη συνέντευξη-απάντηση του Obradovic, τις απαράδεκτες δηλώσεις του Μάνου Παπαδόπουλου και τις ανακοινώσεις των "αιωνίων", το νερό έχει μπει για τα καλά στο αυλάκι. Ή μάλλον στο χαντάκι, γιατί προς τα εκεί κατευθύνεται για μια ακόμα φορά ο αθλητισμός μας και αφού πέσουμε μέσα, μετά θα προσπαθούμε να πιαστούμε από τα μαλλιά μας σαν τον πνιγμένο, μπας και σωθούμε.

Διαβάζοντας όλα αυτά τα ωραία φίλαθλα κείμενα, που διαδέχονταν το ένα το άλλο και δε δυναμίτιζαν καθόλου το κλίμα εν όψει των επερχόμενων αγώνων, ήταν σχετικά εύκολο να αδιαφορήσω για τη συνεχιζόμενη σαπίλα του ελληνικού αθλητισμού. Προσπαθούσα να επικεντρωθώ στα καθαρά αγωνιστικά, όπως έχουμε συνηθίσει να κάνουμε στο Run-N-Gun. Την Πέμπτη, ωστόσο, έγινε μια πρόταση εκ μέρους του ΠΣΑΚ, η οποία μου τράβηξε το ενδιαφέρον και με έκανε να ελπίζω για κάτι καλύτερο. Συγκεκριμένα, οι αθλητές πρότειναν ο τελικός του Κυπέλλου να γίνει μπροστά σε μαθητές σχολείων, αθλητικών ακαδημιών και γενικότερα υγιή άτομα (από κάθε άποψη). Δεν κρύβω ότι στο άκουσμα της πρότασης εντυπωσιάστηκα. Δεν έχουμε πολλές φορές στην Ελλάδα τέτοια οπτική για τα πράγματα. Φαντάστηκα έναν αγώνα με 10.000 κόσμο (τυχαίο το νούμερο), χωρίς συνεχείς ύβρεις κατά πάντων, χωρίς αντικείμενα να περνάνε δίπλα από τα κεφάλια των παικτών, χωρίς μεγαλύτερο αριθμό αστυνομικών από θεατών, χωρίς δακρυγόνα και καπνογόνα στην ατμόσφαιρα. Πάνω, λοιπόν, που πίστευα ότι έστω και για μια μέρα θα μπορούσαμε να απολαύσουμε το άθλημα που αγαπάμε απερίσπαστοι από κάθε εξωγηπεδική ηλιθιότητα, η κατάσταση ανατράπηκε.

Δεν ανατράπηκε από κανίβαλους-οπαδούς που ονειρεύονται εδώ και μήνες αυτή την πολεμική αναμέτρηση. Δεν ανατράπηκε ούτε από τις ίδιες τις ομάδες και τις διοικήσεις τους, που καταδικάζουν τη βία, αλλά ταυτόχρονα χαϊδεύουν τα αυτιά των υπαιτίων υποθάλπτοντάς την. Η πρόταση του ΠΣΑΚ απορρίφθηκε από την Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης. Η πρόταση του ΠΣΑΚ απορρίφθηκε από την Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης! Το λέω δεύτερη φορά μήπως το κατανοήσουμε στην πλήρη διάστασή του. Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι έχουν τη δύναμη περισσότερο από κάθε άλλον να προστατέψουν τα συμφέροντα του αθλήματος, να λένε όχι σε μια τέτοια πρόταση; Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι να καταδικάζουν το μπάσκετ και να επιτρέπουν (αν όχι επιβάλουν) τον πόλεμο στις κερκίδες ενός μισοάδειου σταδίου;

Όλοι έχουμε ακούσει για τις συνεχείς διενέξεις του ΠΣΑΚ (ειδικά του κυριότερου εκπροσώπου του, του Λάζαρου Παπαδόπουλου) και της ΕΟΚ (ειδικά του Γιώργου Βασιλακόπουλου). Δεν πρόκειται να αναφέρω κάτι για αυτές, να εξετάσω ποιος έχει δίκιο ή άδικο και να ταχθώ υπέρ μιας πλευράς. Αυτό που καταλαβαίνω, όμως, είναι ότι το μπάσκετ κατακρεουργείται εξαιτίας ενός παιχνιδιού εξουσίας και διοικητικών μικροσυμφερόντων. Όπως μπορείτε να διαβάσετε στην ανακοίνωσή της, η ΕΟΚ δηλώνει με ύφος δημογέροντα ότι οι αθλητές δεν είναι αρμόδιοι να κάνουν τέτοιες προτάσεις και ως εκ τούτου η τελευταία απορρίπτεται, σχεδόν αυτεπάγγελτα θα λέγαμε.

Νομίζω εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, ποιος είναι αρμόδιος τελικά να κάνει τέτοιες προτάσεις. Οι αθλητές που παραβρίσκονται ανελλιπώς σε κάθε παρκέ ρισκάρoντας τη σωματική τους ακεραιότητα και ακούγοντας οποιαδήποτε χυδαιολογία για τους ίδιους και την οικογένειά τους ή οι ηλικιωμένοι παράγοντες της ΕΟΚ που κάθονται αναπαυτικά στα γραφεία τους εμφανιζόμενοι μόνο στις απονομές κυπέλλων και στις κατακτήσεις μεταλλίων εθνικών ομάδων; Με ποιο δικαίωμα η ΕΟΚ προστατεύει όλους αυτούς τους ανεγκέφαλους που θα πάνε σε ένα μήνα στον τελικό για να κάνουν τις γνωστές αλητείες; Γιατί δεν ξέρω αν το καταλαβαίνουν οι καρεκλοκένταυροι της ομοσπονδίας, αλλά με το να μην αποδέχονται την πρόταση των αθλητών, ουσιαστικά πετάνε το μπαλάκι στις δύο ομάδες και όλοι μας ξέρουμε ποια θα είναι η κατάληξη. Την είδαμε πέρυσι στο Ελληνικό, στους τελικούς στο ΣΕΦ, στο ΟΑΚΑ κλπ. Και τώρα που οι αθλητές έκαναν μια κίνηση άξια υποστήριξης και τουλάχιστον συζήτησης, η ΕΟΚ την απορρίπτει χωρίς καν να κάτσει στο τραπέζι για λόγους... αναρμοδιότητας.

Δυστυχώς στην Ελλάδα πολλοί δεν έχουμε μάθει την έννοια της συνεργασίας, ακόμα και παρά τις πιθανές διαφωνίες του παρελθόντος. Η "αντιπολίτευση" του ΠΣΑΚ μπορεί μόνο να συγκρούεται με την "κυβέρνηση" της Ομοσπονδίας. Και έτσι η παρουσία μαθητών σε έναν τελικό Κυπέλλου θυσιάζεται για να δείξει η ΕΟΚ τη δύναμή της. Οτιδήποτε πει ή κάνει ο ΠΣΑΚ, για την ΕΟΚ είναι απαράδεκτο. Αυτό μας έδωσε να καταλάβουμε η εν λόγω ανακοίνωση. Πώς να περιμένουμε, λοιπόν, καταπολέμηση (πόσο μάλλον εξαφάνιση) της βίας και της αρνητικής ατμόσφαιρας στα γήπεδα, όταν οι άνθρωποι που πρέπει να νοιάζονται περισσότερο από εμάς επιδίδονται σε συμφεροντολογικά παιχνίδια και εγωιστικές πρακτικές;

Ο χουλιγκανισμός μαστίζει τη χώρα μας όσο και αν τον καταδικάζουμε συνεχώς. Την ατμόσφαιρα της ζούγκλας (βρισιές, laser, καπνογόνα), ωστόσο, την έχουμε ως δεδομένη. Μάλιστα, τη θεωρούμε και καλύτερη από τις "ξενέρωτες" του εξωτερικού. Τόσο βαθιά ριζωμένη είναι αυτή μας η αντίληψη, που δεν έχουμε ούτε την πνευματική διαύγεια να κατανοήσουμε ότι μπορεί "το γήπεδο να μην είναι εκκλησία", όμως ΣΙΓΟΥΡΑ δεν είναι και ένας χώρος όπου ο καθένας ξεσπαθώνει υβριστικά και αναίσθητα εναντίον κάθε αντιπάλου, βγάζοντας ουσιαστικά τα προσωπικά του προβλήματα σε μια μορφή ψυχικής εκτόνωσης. Για να αντιμετωπιστούν όλα τα παραπάνω, πρέπει να αλλάξει η παιδεία μας. Επειδή, όμως, αυτό δεν είναι τόσο εύκολο, καλό θα ήταν πού και πού (αν όχι πάντα) να βάζουμε μικρά παιδιά, γυναίκες, οικογένειες στα γήπεδα για να δούμε πώς είναι μια αληθινή γιορτινή ατμόσφαιρα. Μόνο αξία μπορεί να κερδίσει από κάτι τέτοιο το μπάσκετ μας. Φαίνεται, όμως, ότι στα υψηλά κλιμάκια ακόμα και τώρα, μετά από όλα αυτά που έχουμε βιώσει, θεωρούν πιο σημαντικό να δείξουν ότι δε "μασάνε" και ότι κανένας δεν πρέπει να τους εναντιώνεται. Ως εκ τούτου, στη μάχη ενάντια στο χουλιγκανισμό πηγαίνουμε χωρισμένοι και είμαστε καταδικασμένοι να χάσουμε. Κρίμα, γιατί έστω και για μια βραδιά θα μπορούσαμε να δούμε μια εναλλακτική πραγματικότητα. Και πού ξέρεις, ίσως σε μερικούς να άρεσε και να δυνάμωνε το εχέφρον, αθλητικό κοινό.

Ελπίζω ακόμα και την ύστατη στιγμή κάποιος από όλους τους εμπλεκόμενους να βγει μπροστά και να προβεί σε μια ανάλογη κίνηση. Το μπάσκετ τη χρειάζεται. Φτάνει η κοροϊδία και τα διοικητικά παιχνίδια. Φτάνουν οι προσωπικές κόντρες. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τα ανεχόμαστε άλλο. Πρέπει η ομοσπονδία να ξυπνήσει από το λήθαργό της, να καταλάβει το καλό του αθλήματος και να αφήσει τις δικονομικές συστάσεις για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Μη χάνετε την ευκαιρία κύριοι. Δεν υπάρχουν πολλές. Σε λίγο καιρό άλλωστε, που θα ξαναβγείτε από τα γραφεία σας για να πάτε στον τελικό, μη νομίζετε ότι κανένας από αυτούς που άθελά σας στηρίζετε θα σας θυμάται. Μέσα στους στόχους τους θα είστε και εσείς. Πάρτε την πρωτοβουλία και δώστε τα εισιτήρια εκεί που πρέπει. Το μπάσκετ χρειάζεται τομές. Τις χρειάζεται τώρα.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Ένα "αθώο" αστείο με ένοχες συνέπειες




Πριν από μερικές ώρες ανακοινώθηκε από τον David Stern ότι ο Gilbert Arenas δε θα αγωνιστεί ξανά σε αγώνα των Wizards μέχρι να ολοκληρωθεί η δικαστική έρευνα που διεξάγεται για να αποσαφηνιστεί πλήρως το τι συνέβη στο διάσημο πλέον περιστατικό οπλοκατοχής. Φυσικά, η όλη ιστορία ξεκίνησε ως κάτι καθαρά για πλάκα, όπως έσπευσε να μας πείσει ο ίδιος ο Arenas, αλλά ήταν βέβαιο ότι το θέμα θα έπαιρνε γρήγορα διαστάσεις, αποκτώντας αρνητικότατη χροιά και ίσως στοιχίζοντας στον Gilbert τελικά την ίδια του την καριέρα. Το με πόσες, όμως, "γρατζουνιές" θα εξέλθει ο Arenas από αυτήν την ιστορία δεν είναι η πραγματική ουσία της υπόθεσης...

Θα ξεκινήσω από τα απολύτως βασικά. Το μπάσκετ είναι παραδοσιακά το πάθος της μη προνομιούχου Αφρο-αμερικανικής (κυρίως) νεολαίας, το παιχνίδι που σε κάποιους τυχερούς προσφέρει μία οδό σωτηρίας και διέξοδο από την γκρίζα και οικονομικά ανεπαρκή πραγματικότητα, πετώντας μπροστά τους ένα πακτωλό χρημάτων που μπορεί να διαφθείρει και τον πιο εγκρατή και ενάρετο από αυτούς. Δυστυχώς οι ταλαντούχοι αυτοί παίκτες συχνά δεν έχουν την πνευματική διαύγεια και ωριμότητα και την ποιότητα χαρακτήρα να διαχειριστούν επιτυχώς αυτήν τη μετάβαση από την αφάνεια και την έλλειψη ελπίδας στην αναγνώριση και το νεοπλουτισμό. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους, όπως π.χ. στο χαμηλού επιπέδου πρότερο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον και την έλλειψη παιδείας, λόγους που μπορεί να μην εξαρτώνται και ελέγχονται από τους ίδιους. Συνέπεια αυτών είναι για πολλούς παίκτες-ανθρώπους να γίνονται δυσδιάκριτα κάποια ηθικά και κοινωνικά όρια, η περιφρόνηση των οποίων τους οδηγεί σε πράξεις κατακριτέες και επιλήψιμες. Τα παραδείγματα του παρελθόντος είναι πολλά: όπλα, μαριχουάνα, οδηγικές παραβάσεις, κτλ.

Αυτά, βεβαίως, μπορούν να συμβούν στον οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως της απόχρωσης του δέρματός του και του αν είναι επαγγελματίας αθλητής ή όχι. Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται στο ότι αυτοί αποτελούν δημόσια πρόσωπα, είδωλα της νεολαίας, και η θέση που τους έχει προσφέρει απλόχερα το αθλητικό σύστημα στην κοινωνία είναι θέση κύρους και επιρροής. Ο Arenas, ο Randolph, ο Iverson και ο οποιοσδήποτε άλλος έχει την ηθική υποχρέωση να προσέχει περισσότερο από έναν κοινό πολίτη τις πράξεις και τα λεγόμενά του, καθώς αυτά, είτε το θέλουν (ή το γνωρίζουν) οι ίδιοι είτε όχι, έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν αρνητικά χιλιάδες νέα άτομα με χαμηλό επίπεδο αυτογνωσίας, στη θέση των οποίων βρίσκονταν και οι ίδιοι κάποτε.

Ο Arenas αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, καθώς είναι εδώ και πολλά χρόνια γνωστή η "πολύχρωμη" προσωπικότητά του και η τάση του να ακροβατεί πάντα με τις πράξεις του στα όρια του αμφιλεγόμενου. Η παροιμιώδης "ασοβαρότητα" που τον διέπει τον εμπόδιζε να δει πόσο λεπτό ήταν το ζήτημα της φύλαξης όπλων στα αποδυτήρια μίας ομάδας. Τουναντίον, θεωρώντας ότι τελικά θα αποδειχθεί τίποτα παραπάνω από ένα πταίσμα, θεώρησε συνετό να κάνει πλάκα πάνω στο θέμα στην προθέρμανση του χθεσινού αγώνα εναντίον των Sixers.

Όπως είπαμε, όμως, το τι θα απογίνει ο Arenas δεν είναι αφορμή προβληματισμού. Θα πληρώσει την ανοησία του και ίσως κάποτε ξαναβρεί τον καλό του εαυτό. Το μεγάλο και συνεχιζόμενο πρόβλημα είναι τα συνεχή πλήγματα που εδώ και χρόνια δέχεται η εικόνα του NBA από ανόητες ενέργειες των παικτών του. Εμείς (δηλαδή οι ανοιχτόμυαλοι, αφοσιωμένοι και σταθεροί fans του NBA) δεν είμαστε αυτοί που θα δυσανασχετήσουν ιδιαίτερα με τέτοια περιστατικά, καθώς αγαπάμε πρώτιστα το ίδιο το παιχνίδι και οποιαδήποτε εξωαγωνιστική παρατυπία την αντιμετωπίζουμε πρώτιστα με χιούμορ. Δεν είμαστε όμως εμείς αυτοί στους οποίους πρέπει το NBA κάθε στιγμή να απολογείται για τα παραστρατήματα των παικτών του και να διαβεβαιώνει ότι όλα είναι "υπό έλεγχο".

Η κλίμακα, σε θέματα image της λίγκας, είναι αρκετά μεγαλύτερη. Το NBA, αποτελούμενο κατά 70% περίπου από Αφρο-αμερικανούς παίκτες, τρέμει κάθε στιγμή ότι το οποιοδήποτε δείγμα προβληματικής συμπεριφοράς από κάποιον από αυτούς θα εκλειφθεί αρνητικότατα και κατά τις επιταγές των χειρότερων στερεοτύπων από τη "λευκή Αμερική", που αποτελεί την πλειοψηφία του αγοραστικού κοινού της λίγκας. Και τα άλλα αμερικανικά επαγγελματικά leagues (NFL, NHL) έχουν προβλήματα με εγκληματικές ενέργειες των παικτών τους, όμως η καθοριστική διαφορά που βάζει σχεδόν πάντα μόνο το NBA στο στόχαστρο είναι η φύση του αθλήματος του μπάσκετ: το παρουσιαστικό κάθε μπασκετμπολίστα είναι πλήρως ορατό, άρα ο θεατής μπορεί εύκολα να διακρίνει (και να αποθηκεύσει στη μνήμη του) την εμφάνισή του και κυρίως, το χρώμα του δέρματός του.

Έτσι, μετά από κάθε σύλληψη ενός μαύρου μπασκετμπολίστα, παντού στη χώρα επαναλαμβάνεται (και ενισχύεται) η φράση "το NBA είναι ένα πρωτάθλημα γεμάτο από εγκληματίες", κάτι που πυροδοτείται βεβαίως από τον πάντα υπάρχοντα (παρά την αλλαγή εποχής μέσω Obama κτλ.), υφέρποντα αμερικανικό ρατσισμό. Ο μέσος λευκός Αμερικανός βλέπει συνεχώς τα τατουάζ του Rasheed Wallace και τα cornrows του Iverson και αυτόματα μπαίνει στην παγίδα της φυλετικής προκατάλειψης. Δεν περιμένει τίποτα καλύτερο από αυτούς από μία σύλληψη για χρήση όπλου ή κατοχή μαριχουάνας, οπότε είναι σημαντικότατο οι παίκτες αυτοί να μην του δώσουν το δικαίωμα να πει "είχα δίκιο, όλοι τους ίδιοι είναι".

Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι σε μία κοινωνία όπως η αμερικανική, που συχνά παρουσιάζεται απευαισθητοποιημένη στη βία και τη χρήση όπλων, μία είδηση όπως αυτή δε θα προκαλέσει ιδιαίτερα μεγάλο αντίκτυπο και ότι οι περισσότεροι θα μειδιάσουν στο άκουσμά της, χαρακτηρίζοντάς την απλά ως σημείο των καιρών. Το γεγονός όμως παραμένει ότι και μόνο η ιδέα ότι κάποιος (που μπορεί να είναι μεγάλο ποσοστό των παικτών του NBA, αν πιστέψουμε τον Devin Harris) δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να φέρει όπλα όχι μόνο σε αποδυτήρια αθλητικής ομάδας, αλλά και γενικότερα σε αθλητικό χώρο (και δη σε ένα σύγχρονο κλειστό γήπεδο με οικογενειακή ατμόσφαιρα) προκαλεί ένα ελαφρύ σοκ και μας γεμίζει με απορία. Όπως απορία προκαλεί και το για ποιο λόγο μπορεί να έχει τόση ανάγκη ένας εκατομμυριούχος (όπως π.χ. ο Telfair) ένα όπλο. Η αμερικανική (των φτωχότερων αστικών στρωμάτων αλλά και γενικότερη) κουλτούρα του ανταγωνισμού μέσω του υλισμού, της επίδειξης δύναμης και κύρους μέσω της βίας δεν μπορεί προφανώς να καταπολεμηθεί από τη μία στιγμή στην άλλη σε γενικότερο πλαίσιο, όμως ειδικά το NBA πρέπει να πάρει τα σωστά μέτρα έτσι ώστε να την απομακρύνει από τα παρκέ του, για το καλό του ίδιου του παιχνιδιού.

Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να δούμε τι θα προκύψει τελικά από αυτήν την υπόθεση. Η διασκέδασή μας από το μπασκετικό προϊόν του NBA δε θα επηρεαστεί, φυσικά, στο ελάχιστο. Εφόσον όμως ενδιαφερόμαστε για το μέλλον και την "υγεία" του πρωταθλήματος, θέλουμε να βλέπουμε την εικόνα του όσο το δυνατόν πιο αψεγάδιαστη, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι ίσως πρέπει να πούμε αντίο στον παίκτη Gilbert Arenas...

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Λευκοί Αμερικανοί παίκτες = απειλούμενο είδος?




Ρίχνοντας μία ματιά στο NBA των 80's και των 90's εντοπίζει κανείς αρκετούς μεγάλους λευκούς Αμερικανούς, πρωταγωνιστές στις ομάδες τους και σύμβολα του league. Ονόματα όπως Larry Bird, John Stockton, Chris Mullin, Kevin McHale, Danny Ainge, κ.ά. συμπλήρωναν αρμονικά, με την ιδιαίτερη ποιότητα και το ταλέντο τους, τους αντίστοιχους μαύρους superstars. Μπορεί οι περισσότεροι (εκτός των Bird και Stockton) να μην απολάμβαναν τη δημοσιότητα και προβολή των τελευταίων, όμως είχαν το δικό τους σημαντικό ρόλο στο πρωτάθλημα, ενώ "ικανοποιούσαν" και τη γενική και ανομολόγητη επιθυμία του κατά μεγάλη πλειοψηφία λευκού αμερικανικού κοινού να παρακολουθεί ομόχρωμους με αυτό παίκτες στο παρκέ.

Στις μέρες μας, όμως, το σκηνικό έχει αλλάξει αρκετά. Και ο αριθμός και η σημασία των λευκών Αμερικανών στο NBA έχει μειωθεί δραματικά, σε σημείο που να απαιτεί κάποιο χρόνο το να βρει κάποιος τους 10 καλύτερους white Americans σήμερα. Λόγοι υπάρχουν πολλοί, οι βασικότεροι όμως κατά τη γνώμη μου είναι δύο. Πρώτον, ο τεράστιος ρόλος που παίζει η αθλητικότητα στο σημερινό παιχνίδι, την οποία οι λευκοί Αμερικανοί συνήθως δε διαθέτουν. Και δεύτερον, η αθρόα εισροή των Ευρωπαίων (και γενικότερα international) παικτών στη λίγκα, οι οποίοι έχουν αγωνιστεί σε επαγγελματικό επίπεδο από αρκετά μικρότερη ηλικία και έχουν περισσότερο χρόνο να βελτιωθούν στα βασικά του μπάσκετ πριν εισέλθουν στο NBA.

Παρακολουθήστε προσεκτικά το επόμενο video για να κατανοήσετε πλήρως τη διάσταση του θέματος.



Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι ελαφρώς διαφορετικά, καθώς το λιγότερο αθλητικό και περισσότερο κολλεγιακού στιλ παιχνίδι κάνει τα πράγματα ευκολότερα για έναν πιο αργό (συγκριτικά με τους Αφροαμερικανούς), εγκεφαλικό και από το NCAA ερχόμενο λευκό Αμερικανό παίκτη, που δύσκολα θα έβρισκε συμβόλαιο στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου. Έτσι, ενώ στο NBA πέρσι υπήρχαν μόλις 2 λευκοί Αμερικανοί στους πρώτους 100 scorers, στην Ευρώπη παρατηρούνται φαινόμενα όπως του Matt Walsh (πρώτου scorer αυτή τη στιγμή στη φετινή Euroleague) και του Brian Butch, του λευκού center που έβαλε 42 πόντους σε 52 λεπτά στα 3 πρώτα παιχνίδια του Ηλυσιακού φέτος πριν εκδιωχθεί (!) για σκιώδεις λόγους. Αυτά τα παραδείγματα βεβαίως δε σημαίνουν ότι το επίπεδο του ευρωπαϊκού μπάσκετ απέχει παρασάγγας από του NBA, παρά μόνο ότι το στιλ του ευρωπαϊκού παιχνιδιού ευνοεί, σε γενικές γραμμές, τις ικανότητες των λευκών Αμερικανών πιο πολύ απ' ότι το NBA.

Για επιδόρπιο, δείτε (με ανοιχτό μυαλό) και αυτό το χιουμοριστικό τραγούδι-παρωδία.