Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Η Μάχη ενάντια στην Αμερική: Power Forwards


Ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με τους PF's στη σειρά άρθρων "U.S. vs. The World". Μέχρι τώρα έχουμε αναλύσει τη "μάχη" στις θέσεις του point guard, του shooting guard και του small forward.

Θυμίζω το concept: Επιλέγουμε την καλύτερη βασική πεντάδα μη Αμερικανών στον κόσμο για μια θεωρητική σειρά αγώνων ενάντια στην Team USA υπό κανόνες FIBA. Για κάθε θέση διαλέγουμε αρχικά 5 υποψηφίους και εν συνεχεία τους κατατάσσουμε με βάση τις κατά τη γνώμη μας απαραίτητες ικανότητες για την εκάστοτε θέση, με σκοπό να βρούμε τον καταλληλότερο. Οι επιλογές μας και γενικότερα το όλο εγχείρημα δεν έχουν σε καμία περίπτωση απόλυτο χαρακτήρα και γίνονται περισσότερο για να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο για σκέψη και συζήτηση.


Luis Scola


Profile: Ο Scola είναι ένας PF που θα έλεγα ότι πάει κόντρα στο πνεύμα των καιρών. Αποδεικνύει ότι συχνότατα το αυξημένο μπασκετικό IQ, η άριστη γνώση των "βασικών" και η "6η αίσθηση" για το άθλημα μπορούν να αντισταθμίσουν, ου μην και να υπερκεράσουν το μειονέκτημα της έλλειψης εντυπωσιακών αθλητικών προσόντων και εκρηκτικότητας. Ο ορισμός του μεθοδικού παίκτη, ο Αργεντινός βάζει άψογα το σώμα του κοντά στη ρακέτα και γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού ακριβώς είναι το καλάθι, έχοντας εκπληκτική αίσθηση του χώρου. Κυρίως όμως διαθέτει ένα ευρύ οπλοστάσιο από jump hooks και γενικότερα low-post spins, προσποιήσεις και σουτ, στα οποία πάντα προσδίδει ένα "απαλό" άγγιγμα που τον ευνοεί στις αναπηδήσεις. Εξάλλου, διαθέτει αποτελεσματικό και γρήγορο midrange jumpshot, ενώ και στα rebounds έχει τρομερή έφεση, που γίνεται ακόμα πιο αξιοσημείωτη αν σκεφτεί κανείς ότι είναι σχετικά κοντός για τα δεδομένα του NBA (2.06 μ.). Η άμυνά του βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο, με το ύψος όμως των αντίπαλων σημερινών PF's-ελαφιών του NBA να του προκαλεί συχνά πρόβλημα.

Πρακτικά: Ο Scola έχει μεγάλη εμπειρία και καταγεγραμμένη επιτυχία σε NBA και Ευρώπη, γνωρίζοντας πλέον τον τρόπο αγωνιστικής προσέγγισης και των δύο μπασκετικών στιλ. Έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους καλύτερους Αμερικανούς, πραγματοποιώντας μία εκπληκτική εμφάνιση στον ημιτελικό των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου με αντίπαλο την Team USA, οπότε και είχε σημειώσει 13/21 δίποντα, 11 rebounds, 2 κλεψίματα και 2 τάπες!

Επιθετικές αρετές: post moves, midrange game, κίνηση χωρίς την μπάλα


Anderson Varejao


Profile: Οι γνωστοί-άγνωστοι εμπαθείς, γραφικοί και "άσχετοι" Έλληνες δημοσιογράφοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αφήνουν το γνωστό περιστατικό με το Ζήση να τους "τυφλώνει", χαρακτηρίζοντας το Varejao "άμπαλο", "κατσίκι", "κριάρι" και άλλα συναφή. Η αλήθεια βεβαίως είναι ότι ο Varejao αποτελεί ένα είδος παίκτη υπερπολύτιμου σε κάθε ομάδα, αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν "glue guy", δηλαδή τον υπερ-αλτρουιστή και μαχητικό παίκτη που σκοπός και ρόλος του είναι να κάνει τη ζωή του προπονητή και των συμπαικτών του ευκολότερη. Ο Βραζιλιάνος θα ρίξει χωρίς δεύτερη σκέψη το σώμα του στη "φωτιά", βουτώντας για διεκδικούμενες μπάλες, παίρνοντας θέση για αποκομιδή επιθετικού foul, σημειώνοντας καθοριστικά κλεψίματα και κοψίματα και γενικότερα ων σε διαρκή κίνηση. Επιπροσθέτως, είναι πολύ καλός στα lay-ins γύρω και κάτω από το καλάθι, ενώ έχει φοβερή έφεση στο επιθετικό rebound. Με λίγα λόγια, ο Varejao θα κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για να κερδίσει η ομάδα του και αποτελεί έναν από τους καλύτερους 6ους παίκτες και "energy guys" στον κόσμο.

Πρακτικά: Ο Varejao, μέσω της πολύχρονης εμπειρίας του στο NBA, γνωρίζει πολύ καλά τον τρόπο που κινούνται οι Αμερικανοί ψηλοί, καθώς και το τι πρέπει να κάνει για να τους "εκνευρίσει" και να τους βγάλει από το ρυθμό τους. Ένα μειονέκτημά του είναι ότι δεν έχει αξιόπιστο jumpshot και επομένως η αποτελεσματικότητά του ως ελαφριού "4αριού" μειώνεται σε περιβάλλον FIBA. Πάντως, και μόνο λόγω του all-around, γεμάτου ενέργεια και ομαδικότητα παιχνιδιού του θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για θέση βασικού στη World ομάδα.

Επιθετικές αρετές: κίνηση χωρίς την μπάλα, επιθετικό rebound, ευελιξία


Dirk Nowitzki


Profile: Δε χρειάζονται πολλές συστάσεις για το σπουδαίο Γερμανό. Ίσως ο καλύτερος power forward στον κόσμο και σίγουρα ο Ευρωπαίος που έχει αφήσει το στίγμα του στο NBA περισσότερο από κάθε άλλον. Επιθετικά είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθεί, καθώς σχεδόν πάντα δημιουργεί mis-matches κινούμενος στην περιφέρεια και μπορεί είτε να σουτάρει με ευκολία πάνω από τον αντίπαλό του (πέφτοντας πάντα ελαφρά προς τα πίσω) είτε να βάλει την μπάλα στο παρκέ και να επιχειρήσει drive, εκμεταλλευόμενος το άριστο για seven-footer παίκτη ball-handling του. Είναι πραγματικά θανατηφόρος στα midrange jumpshots με πρόσωπο στο καλάθι και στα fadeaways από το post. Πλέον σουτάρει αρκετά λιγότερα τρίποντα απ' ότι παλιότερα. Έχει σχεδόν ξετινάξει την ταμπέλα του "soft" από πάνω του, παίζοντας πιο σκληρή και καλή άμυνα και μη φοβούμενος τις μάχες κάτω από τα καλάθια. Είναι παίκτης για τις μεγάλες στιγμές και τα μεγάλα σουτ.

Πρακτικά: Παίζει και κυριαρχεί στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και πολλά χρόνια. Αποτελεί ένα από τα καλύτερα επιθετικά όπλα στον κόσμο και οι κανόνες FIBA θα τον ευνοήσουν ακόμα περισσότερο και στην άμυνα, αφού εκεί υπάρχει αρκετά μικρότερη εξάρτηση στη man defense σε σχέση με το NBA.

Επιθετικές αρετές: ανυπέρβλητο midrange game, "δολοφονικό" ένστικτο σκόρερ, αλάνθαστος από τη γραμμή των βολών


Ersan Ilyasova


Profile: Ίσως ο πιο "περιφερειακός" μη Αμερικανός PF. "4άρι" καθαρά ευρωπαϊκής κοπής, που κινείται τον περισσότερο χρόνο μακριά από το "ζωγραφιστο", ψάχνοντας το κατάλληλο άνοιγμα για σουτ ή drive. Ικανότατος σουτέρ από το (αμερικανικό) τρίποντο, αν βάλει μερικά συνεχόμενα δύσκολα "κρυώνει", αν και τείνει να εκβιάζει προσπάθειες όταν δεν του "βγαίνει" το παιχνίδι. Συνήθως αποφεύγει τις μάχες στη ρακέτα, μαζεύοντας παρ' όλα αυτά έναν ικανοποιητικό αριθμό από rebounds. Η άμυνα ποτέ δεν ήταν το φόρτε του, κυρίως λόγω έλλειψης διάθεσης και συγκέντρωσης και όχι λόγω έλλειψης αθλητικών ικανοτήτων, τις οποίες κατέχει σε αφθονία (για Ευρωπαίο). Δεν είναι αυτό που λέμε "παίκτης του προπονητή", όμως η εντυπωσιακή άγνοια κινδύνου και η αυτοπεποίθηση που τον διακρίνουν μπορούν να ωθήσουν ανά πάσα στιγμή την εκάστοτε ομάδα του στη νίκη.

Πρακτικά: Είναι μόλις στη 2η χρονιά του στο NBA (στην πρώτη του απόπειρα είχε κριθεί ανέτοιμος), όμως έδειξε το πλούσιο ταλέντο του σε περιβάλλον FIBA πέρσι με τη Barcelona και με την Εθνική Τουρκίας στο Eurobasket, όπου κατά στιγμές έμοιαζε ασταμάτητος. Ένα ματς με αντίπαλο την Team USA, βέβαια, αποτελεί διαφορετική ιστορία, όμως δεν παύει να είναι άριστα εξοικειωμένος με τις ιδιαιτερότητες του ευρωπαϊκού παιχνιδιού. Το ερώτημα είναι αν φτάνει η μέχρι τώρα εμπειρία του στα παρκέ για να μπορέσει να αντιμετωπίσει για 30 λεπτά ένα LeBron ή έναν Carmelo σε επίθεση και άμυνα.

Επιθετικές αρετές: μακρινό σουτ, εκρηκτικότητα, αγωνιστικό θράσος


Erazem Lorbek


Profile: Για μένα ο Lorbek πρέπει να αποτελεί το νο. 1 πρότυπο όσων ψηλών παιδιών κάνουν τα πρώτα σοβαρά βήματά τους στο μπάσκετ και παίζουν στις θέσεις "4" και "5". Και αυτό γιατί ο Σλοβένος έχει αδιαμφισβήτητα την καλύτερη γνώση των βασικών μεταξύ όλων των εν Ευρώπη ψηλών. Κάθε του βήμα είναι σίγουρο, κάθε του κίνηση καλά σχεδιασμένη. Μπορεί να απειλήσει από οποιαδήποτε απόσταση και από οποιαδήποτε στάση του σώματος (με πρόσωπο ή με πλάτη). Δουλεύει με φοβερά μεθοδικό τρόπο στο low και high post, όπου τα up-n-unders του με τις διαδοχικές προσποιήσεις προσφέρουν κάθε φορά οπτικό υλικό στα σεμινάρια για ψηλούς παίκτες. Έχει μάθει με το σωστότερο τρόπο το άθλημα και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στον τρόπο που αγωνίζεται. Είναι αξιόπιστος στα rebounds, αλλά όχι τόσο φερέγγυος στην άμυνα. Αυτό που κυρίως του λείπει είναι δύναμη, αθλητικότητα και εκρηκτικότητα, εμποδίζοντάς τον έτσι από το να επιχειρήσει την "απόβαση" στο NBA.

Πρακτικά: Εναντίον των Αμερικανών θα σημείωνε αρκετούς πόντους, βασιζόμενος στην άγνοιά τους για το πολυσύνθετο παιχνίδι του, όμως στο αμυντικό κομμάτι τα πράγματα θα ήταν δύσκολα (ιδιαίτερα στα box-outs και τα screens) απέναντι στους πολύ δυνατούς Howard και Bosh (συν π.χ. τον Bynum ή τον Oden).

Επιθετικές αρετές: πολύμορφο επιθετικό παιχνίδι, σωστή χρήση του σώματος, υψηλό μπασκετικό IQ


Σύγκριση



Νικητής

Όπως μπορείτε να δείτε ρίχνοντας μία συνολική ματιά στην κατάταξη των "υποψηφίων" στις (αντιπροσωπευτικές για "4άρια") κατηγορίες που επιλέξαμε για τη σύγκριση, ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός ανάμεσα σε Varejao, Scola και Dirk. Καθένας αριστεύει σε πολλά και διαφορετικά κομμάτια του παιχνιδιού, συμπληρώνοντας ο ένας ιδανικά τις αδυναμίες του άλλου.

Όμως σύμφωνα με τις επιταγές του εγχειρήματός μας πρέπει να επιλέξουμε μόνο έναν, και αυτός δε θα μπορούσε να είναι άλλος από το μεγάλο Γερμανό, Dirk Nowitzki. Ο Γερμανός αποτελεί την πιο σίγουρη λύση για μία τόσο σπουδαία και δύσκολη σειρά αγώνων, όπως θα ήταν αυτή απέναντι στην καλύτερη εθνική ομάδα του κόσμου.

Το σκοράρισμά του θα ήταν από μόνο του αρκετό για να κρατάει τη World ομάδα μέσα στο παιχνίδι. Οι Αμερικανοί PF's δυσκολεύονται ιδιαίτερα όλα αυτά τα χρόνια να τον περιορίσουν στο NBA και δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι δε θα δυσκολεύονταν κι εδώ.

Εξάλλου, έχοντας ήδη επιλέξει το Steve Nash ως PG της ομάδας μας, θα περιμέναμε με αγωνία να δούμε την αναβίωση των μοναδικών συνεργασιών των δύο τους από το Dallas. Σίγουρα τα pick-n-pops θα είχαν την τιμητική τους. Η δε συνύπαρξή του με το Luol Deng στους forwards θα δημιουργούσε ένα δίδυμο κομμένο και ραμμένο για τα μέτρα του ευρωπαϊκού μπάσκετ, με μπόλικη ευελιξία και πάρα πολύ ταλέντο στο face-up παιχνίδι από μέση απόσταση.

Μείνετε συντονισμένοι για το τελευταίο άρθρο αυτής της σειράς αφιερωμάτων, στο οποίο και θα επιλέξουμε το βασικό center της διεθνούς "αρμάδας"!

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Διαγωνισμοί Run-N-Gun και Triple Crown Basketball Academy!



Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσουμε τη συνεργασία του Run-N-Gun με την Triple Crown Basketball Academy ως προς τη διεξαγωγή μηνιαίων διαγωνισμών με πλούσια δώρα για τους αναγνώστες (και μη) του blog! Το μόνο που χρειάζεται να κάνετε, είναι να πατήσετε στη φωτογραφία αυτού του post ή στο link που βρίσκεται στην πλαϊνή μπάρα του blog και θα μεταφερθείτε στη σελίδα των διαγωνισμών της Triple Crown Basketball Academy. Εκεί θα μπορείτε να απαντάτε στην ερώτηση του κάθε μήνα και συμπληρώνοντας τα απαραίτητα στοιχεία (ώστε να μπορεί η Triple Crown να επικοινωνήσει μαζί σας σε περίπτωση που κερδίσετε) να λαμβάνετε μέρος στο διαγωνισμό που θα χαρίζει κάθε μήνα ένα δώρο σε κάποιον τυχερό! Ο πρώτος διαγωνισμός είναι ήδη σε εξέλιξη, δηλώστε συμμετοχή τώρα!

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Τα καλύτερα και χειρότερα παρατσούκλια του ΝΒΑ



Κάνοντας πριν λίγο καιρό την καθιερωμένη μεταμεσονύκτια περιήγηση στους αγώνες του ΝΒΑ, συνειδητοποίησα ότι πλέον τα nicknames των παικτών έχουν γίνει πολύ κοινότοπα και δε φτάνουν το επίπεδο του παρελθόντος. Στο Toronto είναι ο CB4, στους Hornets ο CP3, στους Magic ο D12 κλπ. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο trend δεν προσθέτει στην εικόνα των παικτών τον απαραίτητο μύθο που προσέφεραν απλόχερα παρατσούκλια όπως Hakeem the Dream, The Admiral, The Mailman κλπ. Για αυτόν το λόγο, αποφάσισα να ψάξω να βρω τα καλύτερα και τα ατυχέστερα παρατσούκλια του ΝΒΑ. Enjoy!

Τα καλύτερα

16) Wild Thing - Anderson Varejao (για το παρουσιαστικό και το στιλ παιχνιδιού του)
15) Diesel - Shaquille O' Neal
14) AK-47 - Andrei Kirilenko
13) The Brazilian Blur - Leandro Barbosa (για την ταχύτητά του)
12) Skip to my Lou - Rafer Alston
11) Vinsanity - Vince Carter
10) Crash - Gerald Wallace (για το τολμηρό στιλ παιχνιδιού του που συχνά επιφέρει τραυματισμούς)
9) Vanilla Gorilla - Joel Przybilla (λόγω του χρώματος του δέρματός του)
8) The Truth - Paul Pierce
7) Boom Dizzle - Baron Davis
6) The Big Aristotle - Shaquille O' Neal (από τον ίδιο το Shaq για τις πολλές φιλοσοφίες του)
5) Tough Juice - Caron Butler (για το παθιασμένο και σκληρό παιχνίδι του, καθώς και για το ότι είχε δύσκολη παιδική ηλικία)
4) Bad Porn - Corey Maggette (μπορείτε να δείτε εδώ το γιατί)
3) Black Mamba - Kobe Bryant (για τα φονικά σουτ του)
2) White Chocolate - Jason Williams (για το streetball στιλ του, ασυνήθιστο σε λευκούς παίκτες)
1) The Answer - Allen Iverson

Τα χειρότερα

16) Τhe Man from Sudan - Luol Deng (για την καταγωγή του από το Σουδάν)
15) Τhe Prince - Luc Richard Mbah a Moute (από το ότι είναι πρίγκηπας στο χωριό του στο Καμερούν, καθώς και από τη σειρά "The Fresh Prince of Bel-Air")
14) Durantula - Kevin Durant (παραλληλισμός με την αράχνη ταραντούλα)
13) Me, myself and Iverson - Allen Iverson (για το εγωιστικό στυλ παιχνιδιού του)
12) The Rooster - Danillo Gallinari (για το κούρεμά του)
11) DaWhite Howard - David Lee (για τα double-double του)
10) Red Rocket - Matt Bonner
9) Spanish Chocolate - Sergio Rodriguez (για το streetball στιλ του, ατυχής σύγκριση με Jason Williams)
8) The Janitor - Brian Cardinal (για τη μη μπασκετική εμφάνιση του)
7) Uncle Etan - Etan Thomas (για την ευγενική φυσιογνωμία του)
6) The Polish Hammer - Marcin Gortat
5) Boobie - Daniel Gibson
4) The Machine - Sasha Vujacic (έτσι αυτοανακηρύχθηκε ο Σλοβένος για τη συνεχόμενη ευστοχία του στα τρίποντα)
3) Big Baby - Glen Davis (του ταιριάζει απόλυτα μετά την αντίδρασή του εδώ)
2) The Black Hole - Oleksiy Pecherov (για τις εκπληκτικές αποδόσεις του και το ρόλο του στην ομάδα)
1) The Ginger Ninja - Brian Scalabrine (no comment, η φωτογραφία τα λέει όλα)

Ποιο είναι για εσάς το καλύτερο και το χειρότερο μπασκετικό παρατσούκλι;

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Run-N-Gun Euroleague All-Decade Tournament


Θέλαμε να συνδυάσουμε δύο μεγάλα μπασκετικά γεγονότα: το επερχόμενο και πάντα συναρπαστικό NCAA Tournament και την επίσημη ψηφοφορία για την All-Decade Euroleague Team, που "τρέχει" εδώ και κάμποσο καιρό. Έτσι λοιπόν δημιουργήσαμε το RnG Euroleague All-Decade Tournament!

Όπως θα καταλάβετε και από το παρακάτω διάγραμμα του εικονικού αυτού τουρνουά, πήραμε τους 50 παίκτες που έχει προκρίνει η επίσημη Euroleague και μέσω κλήρωσης βγάλαμε ζευγάρια. Για κάθε 1-on-1 "σύγκρουση" ένας συντελεστής (τυχαίος κάθε φορά) του RnG θα παρουσιάζει τους 2 παίκτες και θα κρίνει το νικητή (σε μερικά matchups μπορεί να γράφει ο 1ος συντελεστής για τον έναν παίκτη και ο 2ος για τον άλλο, για να έχουμε και πιο ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση γνωμών!). Σημειώνουμε ότι οι συγκρίσεις και οι αντιπαραθέσεις δε δύνανται να έχουν απόλυτο χαρακτήρα (εφόσον η Euroleague δεν κατηγοριοποίησε ανά θέση τους παίκτες) και γίνονται περισσότερο για ψυχαγωγικούς σκοπούς και για να αποτιμήσουμε την επίδραση και το τι μας "άφησαν" ουσιαστικά αυτοί οι παίκτες-θρύλοι.

Αυτό το post θα ανανεώνεται κάθε φορά που θα γίνεται μία σύγκριση και θα "προχωρά" το τουρνουά, οπότε καλά θα κάνετε να το επισκέπτεστε συχνότατα! Το link του post θα τοποθετηθεί στη sidebar για εύκολη και γρήγορη πρόσβαση.

UPDATE: Σε κάθε matchup θα προστίθεται poll, έτσι ώστε να σας δίνεται και η ευκαιρία να κάνετε τη δική σας επιλογή και να μπορούμε έτσι να συγκρίνουμε τη δική μας οπτική με τη δική σας!

Ελπίζουμε να σας αρέσει η όλη ιδέα και η υλοποίησή της!

(Πατήστε πάνω στη φωτογραφία για να τη δείτε στην πλήρη ανάλυσή της.)


-----------------------------------------------------------------------

1ος Γύρος

----------------------------------

L. Bullock vs. P. Prigioni

Bullock: Εξαιρετικός σουτέρ με πολύ ανεπτυγμένο το ένστικτο του scorer, ο Bullock είναι εδώ και μία 8ετία ένας από τους επιθετικούς ηγέτες σημαντικών ισπανικών ομάδων (Malaga και Real). Μπορεί να απειλήσει από οποιαδήποτε απόσταση και με οποιοδήποτε τρόπο (στατικός ή από ντρίμπλα). Με την μπάλα στα χέρια έχει την ευχέρια να κατευθυνθεί οπουδήποτε στο παρκέ, λόγω του πολύ καλού χειρισμού που διαθέτει. "Γεμίζει" εδώ και χρόνια με πόντους τα ισπανικά και ευρωπαϊκά καλάθια, με το μικρό ύψος και μέγεθός του να αποδεικνύονται, αντί για εμπόδιο, προτέρημα (λόγω της ευελιξίας και της ευκινησίας) στη σταδιοδρομία του ως shooting guard. Αμυντικά είναι ελαφρά ζημιογόνος, εφόσον προκαλεί συχνότατα mis-matches με ψηλούς αντίπαλους SG's.

Prigioni: Ένας (όσο κλισέ και αν ακούγεται) playmaker-computer, ένας floor general, που μπορεί να καθοδηγήσει με μαεστρία την επίθεση οποιασδήποτε ομάδας και ανά πάσα στιγμή οι πιθανότητες "λένε" ότι θα κάνει τη σωστή επιλογή για την ομάδα του στο παρκέ. Ιδιαίτερα αξιόπιστος σουτέρ, άριστος πασέρ, ικανότατος αμυντικός. Βρίσκεται εδώ και μία δεκαετία στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, ωθώντας (μέσω της επιτυχίας της θητείας του στην Tau) τον Messina να του αναθέσει, σε ηλικία, 35 χρονών τη θέση του βασικού PG της ιδιαίτερα φιλόδοξης φετινής Real.

Σύγκριση: Αμερικανοί "δυάρια"-scorers σαν τον Bullock υπάρχουν αρκετοί και στην Ευρώπη και στο NBA, όμως point guards με την ψυχραιμία, την "οικονομία", την επαγγελματικότητα και την οξυδέρκεια του Prigioni είναι δυσεύρετοι όχι μόνο στο ευρωπαϊκό, αλλά και το παγκόσμιο επίπεδο.

Νικητής: Prigioni

(by Β.Α.)


----------------------------------

T. Beard vs. Α. Φώτσης

Beard: Ένας πολύ δυνατός power-forward center, ο Tanoka μάζευε με χαρακτηριστική άνεση rebounds στα χρόνια της ακμής του με τη Zalgiris. Πολύ αποτελεσματικός inside scorer, εκμεταλλευόταν άριστα τον πολύ δυνατό κορμό του για να κερδίζει τις μάχες κάτω από τα καλάθια. Ήταν ο ηγέτης μίας καρπερής εποχής της Zalgiris κατά την οποία βρέθηκαν μία ανάσα (ή αλλιώς ένα μεγάλο τρίποντο του Sharp) από το Final 4 του 2004.

Φώτσης: Όσα ομαδικά επιτεύγματα και αν έχει συγκεντρώσει στην καριέρα του (εγχώρια πρωταθλήματα, Euroleague, διακρίσεις με την Εθνική ομάδα), ο Φώτσης θα παραμείνει για πάντα ένα μεγάλο "αν". Δεδομένων των προσόντων που επιδείκνυε σε νεαρή ηλικία, οι προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί ήταν τεράστιες, καθώς επρόκειτο για έναν αθλητικότατο forward, ικανότατο στα rebounds και στο περιφερειακό σουτ. Με άλλα λόγια, διέθετε την απαραίτητη "πρώτη ύλη" σε αφθονία και το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρει τρόπο να την κατεργαστεί ώστε να προκύψει κάτι πραγματικά σπουδαίο (κάτι στο επίπεδο του Ginobili, ας πούμε). Αυτό δεν έγινε ποτέ, όμως αν κοιτάξουμε την Euroleague πορεία του Φώτση σε Παναθηναϊκό, Real Madrid και Dynamo Moscow θα δούμε ότι αγωνίστηκε με σταθερή σχετικά επιτυχία στην ευρωπαϊκή ελίτ για 4 συνολικά χρόνια, άσχετα αν πλέον έχει μετεξελιχθεί λίγο-πολύ σε έναν πολύτιμο ρολίστα.

Σύγκριση: Δύσκολη η επιλογή, όμως θα προτιμήσουμε τον Beard, με το σκεπτικό ότι έχει στο παλμαρέ του περισσότερες "δυνατές" Euroleague seasons από το Φώτση.

Νικητής: Beard

(by Β.Α.)


----------------------------------

R. Siskauskas vs. I. Kutluay

Siskauskas: Αντιγράφω από παλαιότερο άρθρο: "Προσωπικά, σε πολλά σημεία μου θυμίζει τον Bodiroga. Είναι αργός, με πολύ χαμηλό άλμα, όχι πολύ δυνατός, αλλά είναι σκανδαλωδώς αποτελεσματικός. Έχει πολύ μεγάλο basketball IQ, μπορεί να διακρίνει εύκολα ένα καλών από ένα κακών προϋποθέσεων σουτ και μπορεί να διαβάσει στιγμιαία τη συμπεριφορά της άμυνας και να πράξει αναλόγως. Έχει άριστο ball-handling για το ύψος του και φαρμακερό σουτ. Παίζει πάντα σκληρά και μαχητικά και φέρνει εις πέρας οποιαδήποτε οδηγία του αναθέσει ο προπονητής του, χωρίς (συνήθως) να εκβιάζει προσπάθειες και να δίνει την εντύπωση ότι παίζει για τον εαυτό του. Έχει πολύ καλή πάσα, ενώ στην άμυνα έχει τις περισσότερες φορές σωστές αντιδράσεις. Στην προσωπική άμυνα όμως χάνει πολλούς πόντους, ειδικά απέναντι σε ψηλότερους και αθλητικότερους forwards ή guards." Σε αυτά πρσθέστε και το ότι είναι παίκτης για τις μεγάλες στιγμές και γεννημένος νικητής. Σε αναλογικά μικρή Euroleague καριέρα έχει αποκομίσει πολλές ομαδικές και ατομικές διακρίσεις.

Kutluay: Όταν σκεφτόμαστε αυτόν τον παίκτη ένα πράγμα μας έρχεται στο μυαλό: το περιφερειακό του σουτ. Αυτό τελειοποίησε και σε αυτό βασίστηκε για να κάνει καριέρα, έχοντας πολύ καλή κίνηση μακριά από την μπάλα, που του επέτρεπε να ελευθερώνεται εύκολα για ένα καλών προϋποθέσεων τρίποντο. Επιπροσθέτως, μπορούσε να εκτελέσει και μετά από ντρίμπλα σε 1-on-1 καταστάσεις εκμεταλλευόμενος την ταχύτητά του, ενώ υπό τον Obradovic είχε γίνει και αξιόπιστος αμυντικός. Συνέχισε να βάζει αρκετούς πόντους και στα τελευταία του χρόνια με την Ulker. Κορυφαία του στιγμή η συμβολή του στην επική ανατροπή του ΠαναθηναΙκού στην Μπολόνια το 2002.

Σύγκριση: Περισσότερα χρόνια ο Kutluay στην Euroleague, αλλά μεγαλύτερες επιτυχίες και γενικότερα μεγαλύτερη επίδραση στο παρκέ ο Siskauskas.

Νικητής: Siskauskas

(by Β.Α.)


----------------------------------

Μ. Κακιούζης vs. T. McIntyre

Κακιούζης: Ιδιαίτερα έξυπνος παίκτης, ήξερε να βάζει σωστά το σώμα του κοντά στο καλάθι έτσι ώστε να ισοσκελίζει την απουσία αθλητικών προσόντων και δυνατού κορμιού. Ευέλικτο "4άρι", πολύ γρήγορος στα lay-ins κοντά στο καλάθι, ενώ κινούταν με ευκολία και έξω από τα 6.25 μ., απ' όπου τιμωρούσε σταθερά τους βαρείς PF's που δεν προλάβαιναν να τον ακολουθήσουν. Η άμυνα και τα rebounds δεν ήταν ποτέ το φόρτε του. Παρόλα αυτά, έπαιξε επί 9 συνεχόμενα χρόνια σε υψηλότατο ευρωπαϊκό επίπεδο και σε σημαντικές ομάδες. Στην αρχή της καριέρας του ήταν "αστέρι" και σκόρερ στην ΑΕΚ, ενώ αργότερα μετατράπηκε σε πολύτιμο ρολίστα στις Siena και Barcelona, καταφέρνοντας να μένει συνεχώς στο προσκήνιο του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

McIntyre: Εκρηκτικός point guard, με εκπληκτική (επιπέδου streetball) επιδεξιότητα και ταχύτητα στην ντρίμπλα. Αποτελεσματικότατος στο 1-on-1, μπορεί με την ίδια ευχέρεια να επιχειρήσει ταχύτατο drive ή να κάνει το stepback και να εκτελέσει τρίποντο. Συχνά παρασύρεται από το ρυθμό του παιχνιδιού και υποπίπτει σε λάθη και βεβιασμένες προσπάθειες και επιχειρεί τραβηγμένα σουτ, όμως οι στιγμές "διαύγειάς" του αρκούν για να "γείρουν" οποιοδήποτε παιχνίδι υπέρ της ομάδας του.

Σύγκριση: Ο McIntyre έχει ανεβάσει πολλά επίπεδα τη Siena, όμως έχει αγωνιστεί μόλις 2 πλήρεις σεζόν στην Euroleague, ενώ ο Κακιούζης έχει να επιδείξει μία λιγότερο εκρηκτική αλλά πολύ μακρύτερη καριέρα στη διοργάνωση.

Νικητής: Κακιούζης

(by Β.Α.)


----------------------------------

A. Nocioni vs. A. Sabonis

Nocioni: Πριν εγκατασταθεί μόνιμα στο NBA, ο SF/PF Andres είχε ολοκληρώσει μία σχετικά σύντομη αλλά παραγωγική καριέρα στην Euroleague με την Tau. Προτερήματά του αποτελούσαν το δολοφονικό του περιφερειακό σουτ, η ευελιξία του (που του επέτρεπε να βάζει με άνεση την μπάλα στο παρκέ) και το χαρακτηριστικό πάθος και η σκληράδα που επεδείκνυε σε κάθε παιχνίδι, βουτώντας για διεκδικούμενες μπάλες και παίζοντας δυνατή και σκληρή άμυνα. Με λίγα λόγια, ήταν με άνεση μεταξύ των καλύτερων forwards στην Ευρώπη και μικρή αμφιβολία υπάρχει για το ότι θα ήταν μέχρι και σήμερα στην πρώτη γραμμή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, αν δε μετέβαινε στο NBA.

Sabonis: Όλοι ξέρουμε τι κλάσης παίκτης υπήρξε ο μεγάλος Arvydas. Ένας από τους πιο ταλαντούχους ψηλούς που εμφανίστηκαν ποτέ στο παγκόσμιο μπάσκετ, χάριζε όμορφες φάσεις επί 20+ χρόνια καριέρας σε Ευρώπη και NBA με την φοβερή του αίσθηση για το άθλημα, το απαράμιλλο post παιχνίδι του και τις ιδιοφυείς του πάσες. Γύρισε σε ηλικία 38 ετών για μία τελευταία "χαλαρή" χρονιά με τη Zalgiris και βγήκε MVP της regular season και του Top 16 της Euroleague. Αυτό βέβαια δεν είναι και τόσο κολακευτικό για το επίπεδο των άλλων παικτών στη διοργάνωση, όμως το γεγονός παραμένει ότι ο "Sabas" στα τελειώματά του έκανε "πλάκα" ουσιαστικά με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.

Σύγκριση: Όσο σαρωτικός και αν ήταν ο Sabonis στη μοναδική του χρονιά στην Euroleague, το βρίσκω λίγο άτοπο να του δώσω το πλεονέκτημα έναντι του Nocioni, που αγωνίστηκε για 3 σεζόν στο μεγαλύτερο ευρωπαϊκό "σκαλί" με την Tau και άφησε το στίγμα του και τις 3, σε μία από τις top ομάδες της διοργάνωσης.

Νικητής: Nocioni

(by Β.Α.)


----------------------------------

D. Andersen vs. M. Jaric

Andersen: Ένας από τους πιο επιτυχημένους ψηλούς στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία. Το γεγονός ότι έχει πάει σε 7 Final Fours με 4 διαφορετικές ομάδες (επίδοση-ρεκόρ) δείχνει την κλάση του. Πρόκειται για έναν παίκτη με προσωπικότητα, που μπορεί να απειλήσει σημαντικά από την περιφέρεια αλλά και με post moves. Οι 3 τίτλοι του και ο πρωτεύων ρόλος που είχε σε όλες τις ομάδες του, τον κατατάσσουν στους κορυφαίους.

Jaric: Μπορεί να αγωνίστηκε μόλις 2 χρόνια στην Euroleague, όμως με την all-around παρουσία του στην Kinder Bologna του Messina άφησε το στίγμα του. Ικανότατος guard που λόγω ύψους (2.01m) μπορούσε να καλύψει αρκετές θέσεις, γεγονός που τον έκανε ένα πολύ σημαντικό εργαλείο. Το court vision και το shot selection του ήταν εξαιρετικά, όπως άλλωστε και η συμβολή του σε διάφορους τομείς του παιχνιδιού και η οξυδέρκειά του στην άμυνα. Συνέχισε την καριέρα του (όχι και τόσο πετυχημένα) στο ΝΒΑ και επέστρεψε πρόσφατα στη Real ελπίζοντας να αναβιώσει τις στιγμές που έζησε στην Ιταλία, όπου ανακηρύχθηκε και πρωταθλητής Ευρώπης το 2001.

Σύγκριση: Είναι βέβαιο ότι αν ο Jaric είχε μείνει περισσότερο στην Ευρώπη, θα θεωρούταν τώρα ένας από τους καλύτερους παίκτες την τελευταία δεκαετία, καθώς η εξέλιξή του προμηνυόταν εκρηκτική. Οι επιδόσεις και οι διακρίσεις του Andersen στο υψηλότερο ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο, είναι καταλυτικές.

Νικητής: Andersen

(by Μ.Π.)


----------------------------------

M. Smodis vs. J. Garbajosa

Smodis: Ο Σλοβένος ήταν ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους forwards για τη δεκαετία που πέρασε. Η λέξη που τον χαρακτηρίζει απόλυτα είναι μία: ευελιξία. Όσο περνούσαν τα χρόνια και όσο περισσότερες συμμετοχές και διακρίσεις μάζευε στην Euroleague, τόσο περισσότερα στοιχεία προσέθετε στο inside και outside παιχνίδι του, φτάνοντας να αποτελεί την "κολώνα" μίας ομάδας όπως η CSKA του Messina. Στην Kinder Bologna είχε πρωτοεμφανιστεί ως ελαφρύ "τριαροτεσσάρι", ενώ στη συνέχεια αύξησε τον όγκο και τη μυϊκή του δύναμη και μετέφερε το παιχνίδι του πιο κοντά στο καλάθι, παίζοντας συχνότατα με πλάτη και εξελίσσοντας το post ρεπερτόριό του, διατηρώντας όμως πάντα το περιφερειακό σουτ στο "οπλοστάσιό" του. Εκπληκτικό το γεγονός ότι έχει συμμετάσχει σε 7 τελικούς Euroleague σε 9 χρόνια (!), έχοντας σχεδόν σε όλες τις σεζόν του πάνω από 10 πόντους μέσο όρο. Η καριέρα του ενδέχεται να τελειώσει πρόωρα και άδοξα, δεδομένων των σοβαρότατων προβλημάτων που αντιμετωπίζει τον τελευταίο χρόνο με τη μέση του.

Garbajosa: Άλλος ένας ευέλικτος power forward, ο "Garbo" (όπως τον αποκαλούσαν στο Toronto) επέστρεψε φέτος στην Euroleague με τη Real. Κλασικό ευρωπαϊκό "περιφερειακό" 4άρι, που βασίζεται στο face-up παιχνίδι και είναι συχνότατα τελικός αποδέκτης της μπάλας στα plays των προπονητών του, μιας και το σουτ του από το τρίποντο είναι αλάνθαστο και οι αντίπαλοι ψηλοί ανέκαθεν δυσκολεύονταν να τον ακολουθήσουν μέχρι εκεί. Διακρίνεται για την ταχύτητα της εκτέλεσής του και αρέσκεται να περιμένει στη weak side τις πάσες των συμπαικτών του, ανοίγοντας χώρους για να "δράσει" ο έτερος ψηλός της ομάδας ή για drives των guards. Στην άμυνα ποτέ δεν τον βοήθησε η σχετική έλλειψη αθλητικότητας και εκρηκτικότητας, όμως μέσα από το ομαδικό παιχνίδι έχει συνήθως σωστές αντιδράσεις.

Σύγκριση: Ίσως αν ο Garbajosa δεν είχε επιλέξει το μικρό "διάλειμμα" στο NBA τα δεδομένα της αντιπαράθεσης να ήταν διαφορετικά, όμως με μια συνολική ματιά η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του Smodis, κυρίως λόγω ποσότητας πεπραγμένων. Παρόλα αυτά, το μέλλον αυτή τη στιγμή παρουσιάζεται πιο ευοίωνο για τον Ισπανό...

Νικητής: Smodis

(by Β.Α.)


----------------------------------

S. Becirovic vs. J. Blair

Becirovic: Η Euroleague καριέρα του Sani πέρασε από πολλά στάδια. Ξεκίνησε ως εκπληκτικά ταλαντούχος σκόρερ με κλασική σερβική "ταυτότητα" στην Olimpija και ενώ όλα έδειχναν ότι σύντομα η Ευρώπη θα του υποκλινόταν, ένας σοβαρότατος τραυματισμός τον ανάγκασε να κάνει βήματα πίσω. Παρόλα αυτά επανορθοπόδησε στην Climamio Bologna και μετά στον Παναθηναϊκό, όπου ήταν σημαντική μονάδα και είχε πολύπλευρη προσφορά τη χρονιά του triple crown. Πέρσι και φέτος ήταν ο all-around ηγέτης της Roma και της Olimpija αντίστοιχα και παρακολουθώντας τον βλέπαμε συνεχώς μεγάλη βελτίωση και νέα στοιχεία στο παιχνίδι του. Άλλη μία πολύ καλή χρονιά ίσως τον ξαναφέρει σε μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα.

Blair: Ο Αμερικανός center ήταν ένας θεαματικός αλλά και παραγωγικός ψηλός. Το δυνατό παιχνίδι και η φοβερή του αίσθηση για το rebound τον βοήθησαν να γίνει πολύτιμο εργαλείο και στατιστικό "διαμάντι" για 4 ομάδες στην καριέρα του στην Euroleague. Στην επίθεση ήταν πολύ αποτελεσματικός γύρω από το καλάθι παίρνοντας "καλά" σουτ, τα οποία προέρχονταν συχνά από επιθετικά rebounds. Διέθετε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν "γρήγορα χέρια" (quick hands), έχοντας την ευχέρεια να πιάνει εύκολα τις πάσες των συμπαικτών του, αλλά και να μεταβάλλει την πορεία πολλών αντίπαλων πασών στην άμυνα, συγκεντρώνοντας τον πολύ καλό για ψηλό μέσο όρο των 1.43 κλεψιμάτων ανά παιχνίδι. Μειονέκτημα στο βιογραφικό του το ότι δεν κατάφερε να οδηγήσει κάποια από τις ομάδες του σε μία σημαντική διάκριση.

Σύγκριση: Δύσκολο το να βγάλει κανείς ασφαλές συμπέρασμα και νικητή, όμως θα δώσουμε την πρόκριση στον Becirovic λόγω της μεγαλύτερης διάρκειάς του και του πιο ουσιαστικού παιχνιδιού του (αν και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είχε καλύτερους συμπαίκτες), έναντι των κατά ένα ποσοστό "κενών" στατιστικών του Blair.

Νικητής: Becirovic

(by Β.Α.)


----------------------------------

E. Lorbek vs. T. Langdon

Lorbek: Αντιγράφω από εδώ: "Ο Σλοβένος έχει αδιαμφισβήτητα την καλύτερη γνώση των βασικών μεταξύ όλων των εν Ευρώπη ψηλών. Μπορεί να απειλήσει από οποιαδήποτε απόσταση και από οποιαδήποτε στάση του σώματος (με πρόσωπο ή με πλάτη). Δουλεύει με φοβερά μεθοδικό τρόπο στο low και high post, όπου τα up-n-unders του με τις διαδοχικές προσποιήσεις προσφέρουν κάθε φορά οπτικό υλικό στα σεμινάρια για ψηλούς παίκτες. Έχει μάθει με το σωστότερο τρόπο το άθλημα και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στον τρόπο που αγωνίζεται. Είναι αξιόπιστος στα rebounds, αλλά όχι τόσο φερέγγυος στην άμυνα. Αυτό που κυρίως του λείπει είναι δύναμη, αθλητικότητα και εκρηκτικότητα."

Langdon: Ο "δολοφόνος από την Alaska" έχει βρει εδώ και 5 χρόνια το ρόλο του στην CSKA και ό,τι του ζητείται το κάνει καλά. Αποτελεί έναν περιφερειακό σουτέρ πρώτης γραμμής, με πολύ γρήγορο shot release και τη φοβερή ικανότητα να εκτελεί αμέσως αφού δεχτεί την πάσα μετά από screen. Συνήθως δεν εκβιάζει προσπάθειες και προτιμά να παίρνει πολύ καλών προϋποθέσεων σουτ μέσα από συστήματα, κάτι που μαρτυρούν και τα άριστα ποσοστά του. Επιπροσθέτως, τα γρήγορα πόδια του και η θήτευση υπό το Messina τον έχουν βοηθήσει να γίνει ένας ικανός αμυντικός.

Σύγκριση: Ο Lorbek, παρότι αποδεδειγμένα υπερταλαντούχος, βρίσκεται στην ελίτ των Ευρωπαίων ψηλών μόνο τα τελευταία 2-3 χρόνια. Από την άλλη, ο Langdon "φορτώνει" σταθερά με πόντους από το 2002 τα καλάθια της Euroleague, ενώ έχει στο παλμαρέ του 2 τίτλους της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, καθώς και ένα Final 4 MVP βραβείο το 2008 (όταν και είχε στον τελικό 21 πόντους, 7 rebounds και 4/5 τρίποντα).

Νικητής: Langdon

(by Β.Α.)


----------------------------------

M. Baston vs. L. Scola

Baston: Τα εκπληκτικά (για την Ευρώπη) αθλητικά προσόντα τού προσέδιδαν στις 3 σεζόν που αγωνίστηκε στην Euroleague ένα μεγάλο αβαντάζ έναντι των αντίπαλων ψηλών. Κύρια ανάμνηση από αυτόν έχουμε τα μανιώδη καρφώματά του, τα οποία κατά μεγάλο ποσοστό προέρχονταν από alley-oops του Jasikevicius. Στον ημιτελικό του 2005 είχε κάνει τεράστια ζημιά στον Παναθηναϊκό όχι μόνο με την κυριαρχία του στη ρακέτα (6/6 δίποντα) αλλά και με τα rebounds και κοψίματά του. Η ικανότητά του ως blocker φαίνεται από το ότι και στις 3 χρονιές του ξεπέρασε το μέσο όρο της μίας τάπας ανά παιχνίδι.

Scola: Ξανά από εδώ: "Ο Scola αποδεικνύει ότι συχνότατα το αυξημένο μπασκετικό IQ, η άριστη γνώση των "βασικών" και η "6η αίσθηση" για το άθλημα μπορούν να αντισταθμίσουν, ου μην και να υπερκεράσουν το μειονέκτημα της έλλειψης εντυπωσιακών αθλητικών προσόντων και εκρηκτικότητας. Ο ορισμός του μεθοδικού παίκτη, ο Αργεντινός βάζει άψογα το σώμα του κοντά στη ρακέτα και γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού ακριβώς είναι το καλάθι, έχοντας εκπληκτική αίσθηση του χώρου. Κυρίως όμως διαθέτει ένα ευρύ οπλοστάσιο από jump hooks και γενικότερα low-post spins, προσποιήσεις και σουτ, στα οποία πάντα προσδίδει ένα "απαλό" άγγιγμα που τον ευνοεί στις αναπηδήσεις. Εξάλλου, διαθέτει αποτελεσματικό και γρήγορο midrange jumpshot, ενώ και στα rebounds έχει τρομερή έφεση. Η άμυνά του βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο". Δε "μοιράζει" πολλές τάπες, αλλά βασίζεται στην καλή αντίληψη του χώρου και τη σωστή χρήση του σώματος για να αντιμετωπίσει κάθε αντίπαλο ψηλό.

Σύγκριση: Μπορεί ο Baston να κατέκτησε 2 τίτλους σε 3 χρόνια, όμως ο Scola έχει να επιδείξει πιο μακρά καριέρα, καθώς και πρωτοφανή σταθερότητα και εξαιρετική απόδοση καθόλη τη διάρκεια αυτής. Τα ατομικά του επιτεύγματα αφαιρούν σημασία από το ότι δεν κατάφερε να κατακτήσει το τρόπαιο, παρότι έφτασε σε ημιτελικό ή τελικό 4 συνολικά φορές.

Νικητής: Scola

(by Β.Α.)


----------------------------------

D. Marconato vs. J. Lakovic

Marconato: Ο βετεράνος Ιταλός center είχε (και συνεχίζει να έχει, σε αρκετά μικρότερο βέβαια βαθμό) ισχυρή παρουσία κάτω από τα ευρωπαϊκά καλάθια από την αρχή της δεκαετίας με όποια ομάδα και αν έπαιξε. Τα σημαντικά του ατού ήταν φυσικά το φοβερό του timing στα κοψίματα και η έφεσή του στο να μαζεύει rebounds. Επιπροσθέτως, μπορεί σε απόλυτους αριθμούς να μην αποτελούσε ποτέ έναν μεγάλο σκόρερ, όμως τα σταθερά καλά του ποσοστά στα σουτ αποδεικνύουν ότι στην επίθεση έπαιζε πολύ "οικονομικά", παίρνοντας μόνο high-percentage shots από επιθετικά rebounds και γενικότερα σουτ γύρω από το καλάθι (τα λεγόμενα "garbage buckets"). Έξυπνος ψηλός, όχι τόσο αθλητικός ή γρήγορος, αλλά παρόλα αυτά ιδανικός για το ευρωπαϊκό μπάσκετ.

Lakovic: Από την πρώτη του μεγάλη εμφάνιση (38 πόντοι εναντίον της Real ως παίκτης της KRKA Novo Mesto) είχε δείξει ότι διέθετε δολοφονικό σουτ και ανεπτυγμένο ένστικτο σκόρερ. Από τους παίκτες που απαγορεύεται να βρεθούν μόνοι τους και με χρονική άνεση έξω από τη γραμμή του τριπόντου. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν με διάθεση υπερβολής "streaky" (ότι δηλαδή πρέπει να βρεθεί απαραίτητα σε καλή μέρα για να σε "σκοτώσει") και απόντα από τα μεγάλα παιχνίδια, η αλήθεια όμως είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να παίξεις χαλαρή προσωπική άμυνα στο Σλοβένο, όπως αποδείχθηκε και στο πρόσφατο παιχνίδι της Barcelona στο ΟΑΚΑ εναντίον του ΠΑΟ. "Signature" κίνησή του το γρήγορο jump-stop πίσω από τη γραμμή του τριπόντου για γρήγορη δημιουργία χρόνου και χώρου για την εξαπόλυση του σουτ.

Σύγκριση: Και οι δύο έχουν διάγει σταδιοδρομίες με διάρκεια στην Euroleague και έχουν διατελέσει βασικά "γρανάζια" μεγάλων και σημαντικών ομάδων. Θα προκρίνω, τελικά, το Lakovic λόγω του συνολικά μεγαλύτερου impact που είχε στις επιτυχίες των ομάδων στις οποίες αγωνίστηκε.

Νικητής: Lakovic

(by Β.Α.)


----------------------------------

Φ. Αλβέρτης vs. N. Pekovic

Αλβέρτης: Ο "Φράγκι" υπήρξε ένας forward που κινούταν κατά βάσει στην περιφέρεια, ένας ελάχιστα αθλητικός παίκτης που συνήθως απέφευγε τις μάχες της ρακέτας. Απέδιδε όμως τα μέγιστα στον τομέα του σουτ (ειδικά του τριπόντου), όντας αλάνθαστος όταν σηκωνόταν από μακριά αφού είχε δεχτεί μία καλή πάσα. Επίσης μπορούσε να ποστάρει με ευχέρεια κοντύτερα 3άρια και να ευστοχήσει με fadeaway, σουτάροντας από πάνω τους. Σε αυτό τον βοηθούσε το ιδανικό shooting form που χρησιμοποιούσε, το οποίο πολύ δύσκολα κοβόταν. Τα πρώτα χρόνια των 00's κατάφερνε να τα βγάζει πέρα με σχετική άνεση, όμως σιγά σιγά θα λέγαμε ότι το μπάσκετ (που γινόταν όλο και πιο γρήγορο και αθλητικό) τον "ξεπέρασε".

Pekovic: Ο Σέρβος center έχει καταφέρει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμους ψηλούς της Ευρώπης. Η φοβερή δύναμή του τού δίνει συνήθως το πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου του, επιτρέποντάς του να παίρνει πολύ καλή θέση κάτω από το καλάθι ή στο low post. Όταν δεχτεί την πάσα οι πιθανότητες λένε ότι ή θα τελειώσει τη φάση ή θα πάρει foul, ή και τα δύο. Δε διαθέτει ακόμα μεγάλο ρεπερτόριο κινήσεων, όμως θα έλεγα ότι δεν το έχει χρειαστεί ακόμη στην Ευρώπη, αφού από τώρα κυριαρχεί. Τα περιθώρια βελτίωσης βέβαια είναι ακόμα μεγάλα, ιδίως στα rebounds και στην post defense, όπου χαρακτηρίζεται ασταθέστατος.

Σύγκριση: Ο Pekovic είναι πλέον φόβητρο κάτω από τα ευρωπαϊκά καλάθια, όμως ουσιαστικά έχει, μαζί με τη φετινή, μόλις 3 σεζόν στο πρώτο "σκαλί" της Euroleague. Ο Αλβέρτης παίρνει την πρόκριση λόγω της χρονικά μεγαλύτερης καριέρας του (ιδίως αν συμπεριλάβουμε και την Suproleague 2000-01), καθώς και του γεγονότος ότι ήταν χρησιμότατος για αρκετά χρόνια σε μία ομάδα που πάντα διέθετε πληθώρα αστέρων.

Νικητής: Αλβέρτης

(by Β.Α.)


----------------------------------

A. Macijauskas vs. G. Basile

Macijauskas: Ο "Μάτσε" μπορεί να μας "έδωσε" μόλις 3 γεμάτες σεζόν στην Euroleague, όμως πρόλαβε σε αυτές να μας δείξει πόσο κυρίαρχος μπορεί να γίνει ένας αυθεντικός και "φυσικός" σκόρερ. Η ταχύτητά του στην εκτέλεση μετά από ντρίμπλα και off-a-screen ήταν απαράμιλλη και καθιστούσε την αντιμετώπισή του πολύ δύσκολη αποστολή ακόμα και για τους καλύτερους αμυντικούς. Το περιφερειακό του σουτ ήταν αλάνθαστο, όπως και το σημάδι του από τη γραμμή των βολών. Η ευελιξία και η μικρή του σωματοδομή τον βοηθούσε και στα drives, στην άμυνα όμως συχνά τον εξέθετε. Το αποτυχημένο πέρασμά του από το NBA τον "έριξε" πολύ ψυχολογικά και ακολούθως οι πολλαπλοί τραυματισμοί κατέστρεψαν την καριέρα του. Χαρακτηριστικό είναι ότι έπαιξε συνολικά 14 μόλις ματς στην Euroleague με τον Ολυμπιακό, ενώ είχε υπογράψει για 4 χρόνια το καλοκαίρι του 2006.

Basile: Ένας παίκτης που συνεχίζει να "κατηγορείται" όσο λίγοι, ο Basile απαντά στους επικριτές του μέσω των αριθμών του. Έχει αγωνιστεί και στις 10 σεζόν της Euroleague στα 00's, επιδεικνύοντας μία σταθερά πολύ καλή παραγωγή. Αυτό που δεν είναι σταθερό είναι το ποσοστό του στα τρίποντα, ακριβώς επειδή είναι ένας shooting guard "υψηλού κινδύνου" και μεγάλων ρίσκων. Τείνει να παίρνει πολλά δύσκολα σουτ, πολλές φορές πέρα από κάθε λογική, όμως ανατίρρητα διαθέτει αυτό που αποκαλούμε ένστικτο "killer", που μπορεί με 1-2 τρίποντα να τελειώσει ένα ματς. Εξάλλου πάντα αποτελούσε έναν αξιόπιστο αμυντικό, ενώ το σχετικά μεγάλο ύψος του για "δυάρι" εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να "γεννά" mis-matches στο παρκέ.

Σύγκριση: Η διάρκεια, συνοδευόμενη από σταθερότητα, του Basile στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση τον καθιστά ασφαλώς νικητή αυτής της "σύγκρουσης" των SG's.

Νικητής: Basile

(by Β.Α.)


----------------------------------

M. Batiste vs. D. Tomasevic

Batiste: Ο Batiste αποτελεί μία ιδιαίτερη περίπτωση. Ερχόμενος από την Αμερική προσαρμόστηκε ταχύτατα στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού μπάσκετ, μετάλλαξε τη σωματοδομή και τον τρόπο παιχνιδιού του και αισθάνθηκε από την πρώτη στιγμή ανετότατα στο πλαίσιο του τρόπου παιχνιδιού του Obradovic στον Παναθηναϊκό. Παρότι ιδιαίτερα undersized για center, ακόμα και για "4", ανέπτυξε ένα αξιόλογο back-to-the-basket game, αξιόπιστο σουτ από τα 3 μέτρα, πολύ καλό ένστικτο για το rebound και άνεση στο να τελειώνει τα plays κοντά στο καλάθι από τις πάσες των διαχρονικά κορυφαίων guards του ΠΑΟ. Εξάλλου έχει σταθερά καλό shot selection, αφού σπανίως εκβιάζει προσπάθειες (πάνω από 64% στα δίποντα τις 5 τελευταίες χρονιές!). Ταυτόχρονα τα αθλητικά του προσόντα προσέφεραν πάντα θέαμα στους απανταχού fans των καρφωμάτων (δηλαδή σε όλους), ενώ η δύναμή του τού έδινε το δικαίωμα να παίζει και καλή προσωπική άμυνα. Άξια αναφοράς είναι και τα αποτελεσματικότατα, αν και συχνά στα όρια (και ακόμα παραπέρα) του νομίμου, screens του.

Tomasevic: Ο Σέρβος ήταν το πρότυπο του Ευρωπαίου ψηλού. Αγωνιζόταν πρώτα με το μυαλό και μετά με τα φυσικά προσόντα. Είχε άριστη αίσθηση του χώρου και του χρόνου, πράγμα που του επέτρεπε να "ελευθερώνει" τα σουτ του την κατάλληλη χρονικά στιγμή έτσι ώστε να αποφεύγει τα κοψίματα (εφόσον δεν μπορούσε να τα αποφύγει μέσω του άλματος). Πολύ καλός συμπαίκτης, έκανε πάντα την ομάδα του καλύτερη με τις πάσες του, καθώς και με τη διαρκή κίνησή του (ιδίως στα πρώτα χρόνια του) που "άνοιγε" χώρους. Στην αρχή της καριέρας του καλούταν να σκοράρει πολύ, αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να "αποτυπώνει" στα στατιστικά ένα ευρύ φάσμα ικανοτήτων, με τα γρήγορα χέρια του να τον βοηθούν να "μαζεύει" πολλά κλεψίματα. Στον Παναθηναϊκό υπήρξε πολύ σημαντική μονάδα ερχόμενος από τον πάγκο, με καλύτερο φυσικά παράδειγμα τους υπερπολύτιμους 16 πόντους του στον τελικό εναντίον της CSKA το 2007.

Σύγκριση: Παρόλο που η συνεισφορά του Tomasevic όπου έπαιξε ήταν σημαντικότατη, ο Batiste βρίσκεται με υψομετρικό κιόλας μειονέκτημα σταθερός και ακλόνητος στην ελίτ των εν Ευρώπη ψηλών εδώ και 7 χρόνια (και συνεχίζει).

Νικητής: Batiste

(by Β.Α.)


----------------------------------

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Euroleague Crash Test



Η φετινή σεζόν της Euroleague μετράει 12 αγωνιστικές, εκ των οποίων οι 2 για το Top 16, και η μάχη για την πρόκριση στους προημιτελικούς και το Final 4 έχει πλέον ανάψει. Θεωρήσαμε, λοιπόν, αναγκαίο να αναλύσουμε το πώς έχουν παρουσιαστεί οι 3 ελληνικές ομάδες μέχρι τώρα, υπό το πρίσμα των προχωρημένων στατιστικών. Συγκεκριμένα, θα παρουσιάσουμε το πώς διαμορφώνονται συγκεντρωτικά οι Four Factors για Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και Μαρούσι μέχρι τώρα στην Euroleague. Πριν συνεχίσουμε, επιβάλλεται να διαβάσετε το σχετικό άρθρο για να κατανοήσετε το σκεπτικό αυτής της σύγκρισης.

Εκτός όμως από τους 4F, το κυριότερο και συγκεντρωτικό ομαδικό στατιστικό στο μπάσκετ είναι το offensive rating (ή offensive efficiency). Τι είναι αυτό;

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη άγνοιας που μπορεί να κάνει κανείς όταν συγκρίνει ομάδες είναι να πει π.χ. "Η Καβάλα σκοράρει 70 πόντους ανά αγώνα, ενώ τα Τρίκαλα σκοράρουν 75 πόντους ανά αγώνα, άρα τα Τρίκαλα έχουν καλύτερη επίθεση από την Καβάλα". Οι ομαδικές επιδόσεις πρέπει να αναλύονται όχι ανά αγώνα, αλλά ανά κατοχή. Η σωστή ερώτηση λοιπόν είναι όχι πόσους πόντους σκοράρουν τα Τρίκαλα σε κάθε ματς, αλλά πόσους σκοράρουν σε κάθε κατοχή. Και αυτό γιατί υπεισέρχεται πάντα ο παράγοντας του "ρυθμού" (pace), δηλαδή του πόσο γρήγορα παίζει μία ομάδα, ή με άλλα λόγια του πόσες κατοχές μπάλας "χρησιμοποιεί" σε κάθε παιχνίδι.

Έστω, π.χ. ότι η Καβάλα παίζει πάντα σε αργό tempo και ξοδεύει μεγάλο μέρος του shot clock της κάθε φορά για να εκτελέσει την επίθεσή (κατοχή) της, δηλ. χρησιμοποιεί ας πούμε 65 κατοχές ανά παιχνίδι. Τότε λέμε ότι η επίθεσή της παράγει (70 π. ανά αγώνα / 65 κατοχές ανά αγώνα) = 1.08 πόντους ανά κατοχή, ή 108 πόντους ανά 100 κατοχές, το οποίο λέγεται offensive rating. Έστω τώρα ότι τα Τρίκαλα πετυχαίνουν τους 75 π. ανά αγώνα παίζοντας γρήγορα και με μικρές επιθέσεις, χρησιμοποιώντας 73 κατοχές ανά αγώνα. Τότε το offensive rating τους θα είναι (75 / 73) * 100 = 103. Βλέπουμε λοιπόν ότι μπορούμε τώρα να συγκρίνουμε την επιθετική απόδοση της Καβάλας και των Τρικάλων επί ίσοις όροις, με αυτήν της Καβάλας να αποδεικνύεται τελικά η πιο αποδοτική.

Σημειώνεται ότι ο αριθμός των κατοχών (possessions) μίας ομάδας σε ένα χρονικό διάστημα υπολογίζεται (κατά προσέγγιση) από τον τύπο POSS = FGA + 0.47 * FTA - OREB + TOV, όπου FGA οι προσπάθειες για σουτ εντός παιδιάς, FTA οι προσπάθειες για βολές, OREB τα επιθετικά rebounds και TOV τα λάθη. Ο τύπος αυτός εκφράζει το γεγονός ότι μία ομαδική κατοχή μπορεί να λήξει (δηλαδή η μπάλα να αλλάξει χέρια) είτε μέσω ενός άστοχου σουτ εντός παιδιάς, είτε μέσω εκτέλεσης βολών (ο συντελεστής 0.47 έχει προκύψει μέσω έρευνας και δε μας ενδιαφέρει εδώ), είτε μέσω λάθους. Τα επιθετικά rebounds αφαιρούνται, καθώς μέσω αυτών απλά παρατείνεται μία ήδη υπάρχουσα κατοχή (δε χάνει δηλαδή η ομάδα την κατοχή).

Σημειώνεται επίσης ότι το defensive rating εκφράζει το πόσους πόντους δέχεται μία ομάδα ανά 100 κατοχές των αντιπάλων της.

Αφού ξεκαθαρίσαμε τα παραπάνω, ας ρίξουμε καταρχήν μία ματιά στο πώς τα έχουν πάει οι επιθέσεις των 3 εκπροσώπων μας στα 12 πρώτα παιχνίδια της Euroleague season.


-- Ο Ολυμπιακός είναι ο καλύτερος και στα 5 μέτρα σύγκρισης, αλλού καθαρά και αλλού οριακά. Έχει την καλύτερη επίθεση (δηλαδή το καλύτερο offensive rating), πετυχαίνοντας 1.17 (!) πόντους ανά κατοχή, σουτάρει πιο αποδοτικά, κάνει τα λιγότερα λάθη, εξασφαλίζει το μεγαλύτερο ποσοστό επιθετικών rebounds και πάει συχνότερα στη γραμμή των βολών, από την οποία είναι αποτελεσματικός.

-- Και οι 3 ομάδες κάνουν λάθος περίπου στο 17% των κατοχών τους, οπότε σε αυτόν τον τομέα υπάρχει σχετική ισορροπία.

-- Ο Παναθηναϊκός δεν παρουσιάζει τη συνέπεια στα σουτ των προηγούμενων χρόνων, με αποτέλεσμα η επίθεσή του να μην είναι στα ιδανικά επίπεδα. Το μεγάλο του πρόβλημα παρουσιάζεται στα επιθετικά rebounds. Το 28.1% σημαίνει ότι από τα 100 άστοχα σουτ του Παναθηναϊκού, στα 28 ανακτά το rebound και ανανεώνει την επίθεση, ενώ στα άλλα 72 η αντίπαλη ομάδα παίρνει το αμυντικό rebound.

-- Το Μαρούσι δεν κερδίζει πολλά fouls για βολές, ούτε ευστοχεί συχνά στις βολές τις οποίες καταφέρνει να κερδίσει.

Ας δούμε τώρα πώς τα πάνε οι 3 ελληνικές ομάδες στα αμυντικά τους καθήκοντα.


Στο από πάνω διάγραμμα φαίνονται οι αποδόσεις στους Four Factors των ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ των 3 ελληνικών ομάδων στα 12 παιχνίδια τους, συν τα defensive ratings των τριών. Όπως είναι λογικό, εδώ το ζητούμενο είναι η μικρότερη δυνατή τιμή, εκτός από το TOV% (αφού θέλεις να αναγκάσεις τον αντίπαλό σου να διαπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα λάθη).

-- Το Μαρούσι έχει μακράν τη χειρότερη άμυνα εκ των τριών, και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι επιτρέπει στους αντιπάλους του να σουτάρουν με πολύ καλά ποσοστά (57.4% efg).

-- Στον τομέα των λαθών υπάρχει και εδώ ισορροπία, εφόσον και οι 3 ομάδες εξωθούν τους αντιπάλους τους σε λάθος στο 19% περίπου των κατοχών των τελευταίων.

-- Ο Παναθηναϊκός έχει την καλύτερη άμυνα (όπως άλλωστε ξέρουμε τόσα χρόνια), κρατάει τα shooting ποσοστά των αντιπάλων του στα χαμηλότερα επίπεδα, όμως φαίνεται καθαρά ότι χωλαίνει και στο αμυντικό rebound, εκτός από το επιθετικό, που είδαμε πριν. Και αυτό γιατί επιτρέπει στους αντιπάλους του να του παίρνουν 1 επιθ. rebound για κάθε 2 δικά του αμυντικά. Να δούμε αν ο Haislip θα βοηθήσει στη συνέχεια σε αυτόν τον τομέα, καθώς οι Batiste, Pekovic και Φώτσης δε δείχνουν να τα καταφέρνουν ιδιαίτερα καλά φέτος.

-- Το Μαρούσι κάνει την καλύτερη δουλειά στο να κρατά τους αντιπάλους του μακριά από τη γραμμή των βολών, ενώ ο Ολυμπιακός τη χειρότερη. Οι διαφορές πάντως σε αυτόν τον τομέα δεν είναι μεγάλες.

Εδώ είναι μία καλή ευκαιρία να εξηγήσουμε γιατί η σύγκριση απόλυτων αριθμών rebounds δεν έχει νόημα, και γιατί η χρήση των rebounding ποσοστών είναι απείρως προτιμότερη. Κοιτάζοντας στα συνήθη ομαδικά στατιστικά της Euroleague βλέπουμε ότι το Μαρούσι είναι 15ο στις 16 συνολικά ομάδες του Top 16 στα αμυντικά rebounds ανά αγώνα, με μόλις 20.6. Αυτό όμως δε μας λέει τίποτα για την ικανότητα του Αμαρουσίου στα αμυντικά rebounds, εφόσον αυτό δεν έχει τη δυνατότητα να συλλέξει μεγάλο αριθμό αμυντικών rebounds, αφού όπως είδαμε η άμυνά του επιτρέπει στους αντιπάλους να σουτάρουν με πολύ καλά ποσοστά, με συνέπεια να μην υπάρχουν πολλά διαθέσιμα rebounds στο καλάθι του προς περισυλλογή.

Βλέπουμε όμως από το διάγραμμα ότι το Μαρούσι επιτρέπει στους αντιπάλους του να έχουν ORB% μόλις 28.6%. Δηλαδή, το Μαρούσι εξασφαλίζει περίπου 71 από τα 100 δυνητικά (ή διαθέσιμα) αμυντικά rebounds, τη στιγμή που ο ΠΑΟ και ο ΟΣΦΠ εξασφαλίζουν μόλις 68 και 69 αντίστοιχα, ενώ έχουν απόλυτο μέσο όρο αμυντικών rebounds 22.4 και 23.7 αντίστοιχα (δηλαδή μεγαλύτερους από το 20.6 του Αμαρουσίου)! Άρα η πραγματικότητα είναι ότι το Μαρούσι είναι καλύτερο φέτος στα αμυντικά rebounds από Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό στην Euroleague.

Ας δούμε τώρα ένα τελευταίο διάγραμμα που εξετάζει τη διαφορά (μέσω της πράξης της αφαίρεσης) ανάμεσα στην επιθετική και αμυντική επίδοση κάθε ομάδας στους 5 τομείς.


-- Παρατηρούμε την κυριαρχία του Ολυμπιακού σε συνολική απόδοση στο παρκέ, με overall rating +14.7, που σημαίνει ότι σε 100 κατοχές θα βάλει 15 παραπάνω πόντους απ' ότι θα δεχτεί σε 100 αντίπαλες κατοχές. Το overall rating, δηλαδή το (off. rating - def. rating), ουσιαστικά μας προσφέρει μία καλή εικόνα για το πόσο καλή είναι πραγματικά μία ομάδα. Ο Παναθηναϊκός ακολουθεί από όχι και τόσο μακριά, ενώ το Μαρούσι έχει χειρότερη άμυνα απ' ότι επίθεση.

-- Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα σουτ και στα λάθη, με τον Ολυμπιακό να σουτάρει καλύτερα και να κάνει λιγότερα λάθη συγκριτικά με τους αντιπάλους του απ' ότι οι άλλες 2 ελληνικές ομάδες. Αξίζουν οπωσδήποτε συγχαρητήρια στο Γιαννάκη για την εξαιρετική αυτή εικόνα των "ερυθρολεύκων" φέτος.

-- Το Μαρούσι σουτάρει χειρότερα από τους αντιπάλους του, αλλά τουλάχιστον κάνει λιγότερα λάθη από αυτούς.

-- Για άλλη μία (τελευταία) φορά θα τονίσουμε το πρόβλημα του Παναθηναϊκού στα rebounds, που φαίνεται πιο καθαρά από ποτέ εδώ, καθώς επιτρέπει στους αντιπάλους του να είναι καλύτεροι στο επιθ. rebound απ' ότι ο ίδιος.

-- Οι ΠΑΟ και ΟΣΦΠ έχουν εμφανές πλεονέκτημα στις βολές έναντι των αντιπάλων τους, σε αντίθεση με το Μαρούσι, που δεν επιδιώκει την επαφή όσο οι 2 "μεγάλοι".

Αυτά προς το παρόν. Σήμερα ξεκινά η 3η αγωνιστική του Top 16 και ελπίζουμε να αναμένετε κι εσείς πλέον με περισσότερη αγωνία τη συνέχεια των "μαχών" στα παρκέ, μετά από αυτήν τη στατιστική "ανάσα"!

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Η Μάχη ενάντια στην Αμερική: Small Forwards


Μετά από αρκετό καιρό επαναφέρουμε τη συζήτηση για τη "μάχη" U.S. vs. The World για να ασχοληθούμε αυτή τη φορά με τους small forwards. Εδώ και εδώ είχαμε αναλύσει τους PG's και τους SG's αντίστοιχα. Θυμίζουμε το concept: Επιλέγουμε την καλύτερη βασική πεντάδα μη Αμερικανών στον κόσμο για μια θεωρητική σειρά αγώνων ενάντια στην Team USA υπό κανόνες FIBA. Για κάθε θέση διαλέγουμε αρχικά 5 υποψηφίους και εν συνεχεία τους κατατάσσουμε με βάση τις κατά τη γνώμη μας απαραίτητες ικανότητες για την εκάστοτε θέση, με σκοπό να βρούμε τον καταλληλότερο. Οι επιλογές μας και γενικότερα το όλο εγχείρημα δεν έχουν σε καμία περίπτωση απόλυτο χαρακτήρα και γίνονται περισσότερο για να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο για σκέψη και συζήτηση.


Luol Deng



Profile: Πολλοί ίσως να περίμεναν ότι η καριέρα του Deng θα ακολουθούσε καθοδική πορεία μετά τον περσινό σοβαρό τραυματισμό του, όμως ο μεγαλωμένος στο Λονδίνο forward κάνει φέτος μία δυνατή comeback χρονιά. Πλέον είναι καλύτερος από ποτέ στο midrange game. Μπορεί να εκτελέσει οποιαδήποτε στιγμή από οποιαδήποτε στάση του σώματος, προτιμώντας συχνά να ποστάρει τον κοντύτερο αντίπαλό του στα 3-4 μέτρα από το καλάθι και να σουτάρει ένα γρήγορο turnaround jumper που δύσκολα κόβεται. Έχει βελτιωθεί αρκετά και πίσω από τα 7.24, παρότι δε βασίζεται τόσο στο τρίποντο και δε το χρησιμοποιεί συχνά. Η δύναμή του τού επιτρέπει να κερδίζει πολλές προσωπικές μονομαχίες σε 1-on-1 καταστάσεις, να εξασφαλίζει πολλά rebounds για το ύψος του και να είναι ιδιαίτερα αξιόλογος και στο inside game. Η ικανότητά του στην προσωπική άμυνα βρίσκεται ακόμα σε υψηλό επίπεδο, μιας και έχει γρήγορα πόδια και ιδιαίτερα μακριά χέρια που του επιτρέπουν να πιέζει πολύ αποτελεσματικά τον αντίπαλό του. Και μόνο το γεγονός ότι, ενώ συνήθως του ανατίθεται η φύλαξη του καλύτερου επιθετικά περιφερειακού των αντιπάλων, ταυτόχρονα επιδεικνύει τόσο μεγάλη ευελιξία με τέτοια ποικιλία κινήσεων στο επιθετικό κομμάτι, λέει πολλά για την αξία του.

Πρακτικά: Η αθλητικότητα του Deng είναι πλέον απλά ικανοποιητική (για τα δεδομένα του NBA), η εγκεφαλικότητα όμως του παιχνιδιού του δείχνει να έχει αυξηθεί με τα χρόνια, κάτι που τον καθιστά ιδανική επιλογή σε παιχνίδι με κανόνες FIBA. Εξάλλου στον τομέα της αμυντικής λογικής παραμένει άριστος, αφού αφενός η on-ball defense του είναι ικανοποιητική (καθώς έρχεται συχνότατα αντιμέτωπος στο NBA με LeBron, Wade, κτλ.), αφετέρου η μειωμένη (σε σχέση με αυτούς) ταχύτητά του θα "κρύβεται" πιο αποτελεσματικά μέσω της έλλειψης του κανόνα των defensive 3 seconds. Το κοντινότερο ευρωπαϊκό τρίποντο, δε, θα του προσφέρει μερικούς extra πόντους, που δε θα τους είχε τόσο εύκολους από τα 7.24 του NBA.

Επιθετικές αρετές: εξαιρετικό midrange game, αποτελεσματικά post-ups, πολυμορφία στα drives και το inside game


Hedo Turkoglu



Profile: Η απόδοση του Hedo τις δύο προηγούμενες χρονιές (ιδίως το 2007-08) τον έβαλε ουσιαστικά στο group των elite small forwards του NBA. Το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο και στην καλή του μέρα μπορεί πραγματικά να σκοτώσει οποιαδήποτε ομάδα με τα καίρια περιφερειακά του σουτ και την ικανότητά του στο PnR, ως ψηλός και δυνατός point forward. Όταν όμως δε βρίσκεται στη μέρα του, επιμένει να παίρνει δύσκολα σουτ και τραβηγμένες επιλογές που τις περισσότερες φορές ζημιώνουν την ομάδα του. Θέλει οπωσδήποτε πολλή ώρα την μπάλα στα χέρια του και πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιφέρεια για να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητά του. Λόγω του υψομετρικού πλεονεκτήματος που σχεδόν πάντα έχει έναντι του προσωπικού του αντιπάλου, μπορεί εύκολα να σουτάρει χωρίς να φοβάται το κόψιμο. Προτιμά να σουτάρει off-the-dribble παρά να ποστάρει. Στην άμυνα κρίνεται ασταθής και συχνά αδιάφορος, αφού τη μία στιγμή μπορεί να κάνει ένα κρισιμότατο block στον Kobe και την άλλη να νικηθεί εύκολα από το Βασιλόπουλο (τυχαίο παράδειγμα).

Πρακτικά: Η εμπειρία από το πρόσφατο Eurobasket, στα περισσότερα ματς του οποίου ο Turkoglu έμοιαζε χωρίς σαφή προσανατολισμό στο παρκέ, εγείρει μία σχετική αμφιβολία για το πόσο μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα σε περιβάλλον FIBA, σε ομάδα στην οποία δε θα είναι ο πρωταγωνιστής στην περιφέρεια. Η ικανότητα στο PnR και το σκοράρισμά του στα δύσκολα είναι πάντα ευπρόσδεκτα, αλλά ο εγωισμός του και η τάση του για overdribbling είναι στοιχεία συχνά καταδικαστικά στο international basketball.

Επιθετικές αρετές: έφεση στα κρίσιμα και δύσκολα σουτ, εξαιρετικός στο διάβασμα του PnR


Rudy Fernandez



Profile: Το status του Rudy έχει ανέβει πολλά σκαλιά τα τελευταία χρόνια. Κατάφερε να δικαιώσει τις προσδοκίες που εξαρχής μιλούσαν για ένα τεράστιο ταλέντο και είναι πλέον ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και συμπαθείς Ευρωπαίους παίκτες. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ευελιξία και η ταχύτητα. Διαθέτει γρήγορο (πολύ γρήγορο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) πρώτο βήμα που του επιτρέπει να προσπερνά off-the-dribble βαρείς αμυντικούς. Είναι ιδιαίτερα αλτικός και ευλύγιστος, έχοντας παράλληλα αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν "good hands", δηλαδή σταθερά χέρια. Ως εκ τούτου έχει μία εκπληκτική έφεση στο "πιάσιμο" κάθε πιθανού alley-oop και την ικανότητα να το τελειώνει με ένα εντυπωσιακό κάρφωμα. Η πλειοψηφία, όμως, των πόντων του προέρχονται από catch-n-shoot ή step-back τρίποντα από οποιοδήποτε σημείο (κυρίως απο τα elbow spots). Το πολύ γρήγορο shooting mechanic του κάνει την προσπάθεια για κόψιμο των σουτ του δύσκολη υπόθεση. Αυτό που κυρίως του λείπει είναι η δύναμη, γι' αυτό και στο NBA το σκέφτεται πολύ να επιχειρήσει drive και να δεχτεί την επαφή, πράγμα που φαίνεται και από τις μόλις 1.8 βολές που σουτάρει ανά παιχνίδι. Η έλλειψη δύναμης τον δυσκολεύει και στην άμυνα, όπου βασίζεται κυρίως σε reach-ins για κλεψίματα, προσπαθώντας να διαβάζει τις κακές πάσες και τις εκτεθειμένες ντρίμπλες.

Πρακτικά: Ο Rudy απέδειξε στον τελικό του Πεκίνου ότι στη μέρα του μπορεί να προκαλέσει πολλών ειδών προβλήματα ακόμη και στους Αμερικανούς. Όλοι μας θυμόμαστε το poster του στον Dwight Howard. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι Αμερικανοί θα τον σημαδεύουν στην επίθεση και τα σωματικά μειονεκτήματά του δε θα του επιτρέψουν να μείνει πολλή ώρα στο παρκέ χωρίς να υποπέσει σε μερικά fouls απέναντι π.χ. στο LeBron. Γι' αυτό νομίζω ότι θα ήταν ιδανικός ως 6ος παίκτης στη "World" ομάδα, έτσι ώστε να προσφέρει τα φαρμακερά του τρίποντα και τη γνωστή ενέργειά του όταν τα υπόλοιπα πλάνα δε θα αποδίδουν.

Επιθετικές αρετές: τρίποντα από παντού, αλτικότητα, μαχητικότητα στις loose balls


Ramunas Siskauskas



Profile: Όλοι μας, πιστεύω, είμαστε ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με τον τρόπο παιχνιδιού του Siskauskas. Προσωπικά, σε πολλά σημεία μου θυμίζει τον Bodiroga. Είναι αργός, με πολύ χαμηλό άλμα, όχι πολύ δυνατός, αλλά είναι σκανδαλωδώς αποτελεσματικός. Έχει πολύ μεγάλο basketball IQ, μπορεί να διακρίνει εύκολα ένα καλών από ένα κακών προϋποθέσεων σουτ και μπορεί να διαβάσει στιγμιαία τη συμπεριφορά της άμυνας και να πράξει αναλόγως. Έχει άριστο ball-handling για το ύψος του και φαρμακερό σουτ. Παίζει πάντα σκληρά και μαχητικά και φέρνει εις πέρας οποιαδήποτε οδηγία του αναθέσει ο προπονητής του, χωρίς (συνήθως) να εκβιάζει προσπάθειες και να δίνει την εντύπωση ότι παίζει για τον εαυτό του. Έχει πολύ καλή πάσα, ενώ στην άμυνα έχει τις περισσότερες φορές σωστές αντιδράσεις, βοηθούμενος και από τις πιο μαζικές help defenses που επιτρέπουν οι κανόνες FIBA. Στην προσωπική άμυνα όμως χάνει πολλούς πόντους, ειδικά απέναντι σε ψηλότερους και αθλητικότερους forwards ή guards.

Πρακτικά: Μπορεί στην Euroleague και στην Ευρώπη γενικότερα να είναι βασιλιάς, όμως απέναντι στους υπεραθλητικούς και ταχύτατους Αμερικανούς ο Siskauskas θα έχει σίγουρα σοβαρότατο πρόβλημα. Θα μπορέσει να σκοράρει μέσα από συστήματα για ελεύθερα σουτ, όμως στις προσωπικές μονομαχίες σε άμυνα και επίθεση με το LeBron ή τον Carmelo Anthony δε θα έχει καμία τύχη, πληγώνοντας την ομάδα του στα rebounds και το transition defense, όπου οι small forwards της Team USA θα κάνουν πάρτι. Με αντίπαλο οποιαδήποτε άλλη Εθνική στον κόσμο θα είναι ασφαλής επιλογή, εκτός από την αμερικανική.

Επιθετικές αρετές: απρόβλεπτα midrange pull-up jumpshots, υπερ-αξιόπιστο τρίποντο, καθαρό μυαλό όλες τις στιγμές


Andrei Kirilenko



Profile: Ο Kirilenko του σήμερα σίγουρα δεν είναι ο AK-47 της τριετίας 2004-06, κατά την οποία είχε σημειώσει 3 (!) 5x5 (five-by-fives, δηλαδή 5+ σε πόντους, rebounds, assists, κλεψίματα, κοψίματα) και εντυπωσίαζε ολόκληρο το NBA με το εκπληκτικά πολυσύνθετο παιχνίδι του. Παρόλα αυτά, παραμένει ένα από τα ικανότερα πολυ-εργαλεία στο παγκόσμιο μπάσκετ, έχοντας το ταλέντο να επηρεάσει ένα παιχνίδι σε πολλούς τομείς. Σημαντικότερο χαρακτηριστικό του είναι βέβαια η πληθωρική αμυντική παρουσία του. Η on-ball defense του δεν είναι αυτή που ήταν κάποτε, όμως μπορεί ακόμα να ακολουθεί τα drives σχεδόν οποιουδήποτε παίκτη στον κόσμο και, εκμεταλλευόμενος το τεράστιο wingspan του (δηλαδή τα πολύ μακριά χέρια του), να επιχειρεί από οποιαδήποτε γωνία να κόψει μία πάσα, ένα σουτ ή ένα lay-up. Εκτός από την αμυντική του συνέπεια, στην επίθεση μπορεί να "πληγώσει" τον αντίπαλο μέσω της συνεχούς κίνησής του, προτιμώντας να "λυμαίνεται" την περιοχή κοντά στην baseline, περιμένοντας την πάσα από έναν καλό PG προκειμένου να την καρφώσει ή απλά να την αφήσει στο αντίπαλο καλάθι. Γενικότερα το ύψος, το wingspan και η ευκινησία του τον καθιστούν αποτελεσματικό στα lay-ins γύρω από το καλάθι, το σουτ όμως ποτέ δεν ήταν σημείο αναφοράς στο παιχνίδι του. Τα στατιστικά του από το τρίποντο εξαρτώνται αποκλειστικά από το σε τι μέρα θα βρεθεί. Ώρες ώρες χάνει τη συγκέντρωσή του και επιμένει από πείσμα να εκτελεί από μακριά, ενώ γύρω του υπάρχουν πολύ καλύτερες επιλογές.

Πρακτικά: Η πολυετής θητεία του στο NBA κάνει τον Kirilenko ιδανικό για το μαρκάρισμα των δυνατών Αμερικανών κοντά και μακριά από το καλάθι. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες του επιτρέπουν να παίξει ακόμα καλύτερη help defense και να επιδοθεί στα αγαπημένα του weakside blocks. Πρόβλημα, όμως, αποτελεί το αναξιόπιστο σουτ του, πρόβλημα που στο international σκηνικό πάντα διογκώνεται. Κατά τα άλλα, όμως, παρουσιάζεται ως πολύ καλή και δοκιμασμένη (ελέω της καριέρας του στο NBA) αμυντική λύση στο αγαπημένο transition game των Αμερικανών.

Επιθετικές αρετές: baseline reverse layups, έφεση στο around-the-basket παιχνίδι


Σύγκριση



Νικητής

Η μάχη για το χρίσμα του βασικού στη θέση "3", με βάση τις ατομικές ικανότητες των υποψήφιων παικτών, αποδείχτηκε σκληρή. Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε όμως, εφόσον ο σκοπός μας είναι να φτιάξουμε πάνω απ' όλα μία ομάδα και όχι ένα συνοθύλευμα αστέρων, είναι οι παίκτες της 5άδας μας να συμπληρώνουν ιδανικά ο ένας τον άλλον.

Αυτή η απαραίτητη προϋπόθεση μας οδηγεί στο να αποκλείσουμε τους SF's εκείνους που ουσιαστικά είναι point forwards και αναλαμβάνουν το ρόλο οργανωτή, έχοντας ανάγκη να είναι η μπάλα στα χέρια τους για πολλή ώρα. Και το κάνουμε αυτό επειδή έχουμε ήδη επιλέξει ως βασικό point guard μας τον ίσως καλύτερο οργανωτή του κόσμου, το Steve Nash, οπότε μία ταυτόχρονη συνύπαρξη του Nash με τον Turkoglu ή το Siskauskas θα επέφερε σύγχυση, σύγκρουση ρόλων και όχι τα ιδανικά αποτελέσματα στο παρκέ (σκεφτείτε τη φετινή συνύπαρξη Calderon-Turkoglu στους Raptors).

Από τους 3 υπόλοιπους, λοιπόν, θα επιλέξουμε χωρίς δισταγμό το Luol Deng. Ουσιαστικά δεν υπάρχει κομμάτι του αθλήματος στο οποίο να υστερεί σημαντικά. Δεν απέχει ιδιαίτερα στην αμυντική ικανότητα από τον Kirilenko, ενώ το κοντινότερο ευρωπαϊκό τρίποντο θα του έρθει "γάντι". Το post-up παιχνίδι του συμπληρώνει κάτι παραπάνω από ιδανικά τις ικανότητες των Nash των Ginobili, ενώ προσφέρει την απαραίτητη δύναμη και ευελιξία για να αντιμετωπίσει (όσο είναι αυτό δυνατό) αμυντικά και επιθετικά τους υπερταλαντούχους forwards τύπου LeBron και Melo.

Να σημειώσουμε εδώ ότι παρότι θα προτιμήσουμε το Deng για βασικό, οι Kirilenko και Rudy μπορούν μαζί να καλύψουν ουσιαστικά 3 θέσεις και θα είναι υπερπολύτιμοι ερχόμενοι από τον πάγκο για τη "World" ομάδα, παίζοντας αρκετά λεπτά. Άλλωστε χρειάζεται μεγάλο rotation στις νευραλγικές θέσεις των forwards προκειμένου να νικήσεις την καλύτερη και πληρέστερη ομάδα του κόσμου.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Τα 4 θεμέλια της νίκης


Σήμερα σας παρουσιάζουμε το πρωτόγνωρο πιστεύουμε (στον ελληνικό χώρο) εργαλείο που θα χρησιμοποιούμε από εδώ και πέρα στην ανάλυση κάθε αγώνα. Είναι ένα στατιστικό και στρατηγικό concept που ονομάζεται "The Four Factors of Basketball Success", ή αλλιώς "οι 4 παράγοντες που οδηγούν στην μπασκετική επιτυχία", ή αλλιώς τα 4 κομμάτια του παιχνιδιού που ουσιαστικά καθορίζουν το ποιος θα κερδίσει σε έναν αγώνα μπάσκετ. Σημειώνουμε εδώ ότι η ιδέα αυτή δεν είναι πανάκεια, ούτε ισχύει πάντα. Αποτελεί όμως έναν αποδεδειγμένα εξαιρετικό βοηθό στην ανάλυση του αποτελέσματος ενός παιχνιδιού. Ας δούμε αυτό το εργαλείο αναλυτικότερα.

Οι Four Factors είναι πνευματικό παιδί του stat guru Dean Oliver, ο οποίος έψαχνε να βρει μία πειστική απάντηση στο ερώτημα "Πώς κερδίζεται ένα παιχνίδι μπάσκετ". Τελικά κατέληξε ότι κάθε ομάδα πρέπει πρώτιστα να επικρατήσει της αντιπάλου της στους εξής 4 τομείς:

1) Shooting (40%). Φυσικά το πιο σημαντικό πράγμα στο μπάσκετ είναι να βάζεις τα εντός παιδιάς σουτ. Ο τύπος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του παράγοντα "Shooting" είναι ο τύπος για το effective field goal percentage (eFG%) που είναι 100 * (FGM + 0.5 * 3PM) / FGA, όπου FGM τα εύστοχα σουτ, 3PM τα εύστοχα τρίποντα και FGA οι προσπάθειες για σουτ. Το eFG% διαφέρει από το απλό FG% στο ότι συνυπολογίζει το γεγονός ότι το τρίποντο έχει μεγαλύτερη αξία από το δίποντο.

2) Turnovers (25%). Τα λάθη (ή πιο σωστά το ποιος θα αποφύγει να κάνει τα περισσότερα λάθη) είναι βεβαίως πολύ σημαντικά σε κάθε αγώνα, καθώς σπαταλούν επιθέσεις. Ο τύπος που χρησιμοποιείται είναι ο τύπος του turnover percentage (TO%) που εκφράζει το ποσοστό των συνολικών κατοχών μίας ομάδας που κατέληξαν σε λάθος, και δίνεται από τον τύπο 100 * TO / FGA + 0.47 * FTA + TO, όπου TO τα λάθη και FTA οι οι προσπάθειες για βολές.

3) Offensive Rebounding (20%). Αν μία ομάδα μπορεί να ανακτήσει την μπάλα μετά από άστοχο σουτ, τότε κερδίζει extra επιθέσεις και περιορίζει τη "ζημία" στον παράγοντα "Shooting". Το στατιστικό που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του παράγοντα είναι το offensive rebound percentage (OR%) που εκφράζει το ποσοστό των διαθέσιμων rebounds στην επίθεση που καταφέρνει να εξασφαλίσει η ομάδα (με τα υπόλοιπα να είναι αμυντικά rebounds της αντίπαλης ομάδας). Ο τύπος είναι 100 * OR / (OR + oppDR), όπου OR τα επιθετικά rebounds και oppDR τα αμυντικά rebounds της αντίπαλης ομάδας.

4) Getting To The Foul Line (15%). Αυτός ο παράγοντας εκφράζει ΚΑΙ το πόσο συχνά πάει μια ομάδα στη γραμμή των βολών (πόσο αποτελεσματική είναι στο να κερδίζει fouls) ΚΑΙ το πόσο συχνά ευστοχεί σε αυτές. Το χρησιμοποιούμενο στατιστικό λέγεται Free Throw Rate και δίνεται από τον τύπο 100 * FTM / FGA, που ουσιαστικά συγκρίνει το πόσες βολές επιτυγχάνει μία ομάδα με το πόσα εντός παιδιάς σουτ επιχειρεί, και μας λέει πολύ περισσότερα απ' ότι το σκέτο FT%.

Το ποσοστό δίπλα σε κάθε παράγοντα εκφράζει τη συγκριτική βαρύτητα αυτού. Για παράδειγμα, η σημασία τού να ευστοχεί μια ομάδα στα σουτ είναι διπλάσια της σημασίας τού να ανανεώνει τις επιθέσεις της μέσω επιθετικών rebounds.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η σημασία των 4 παραγόντων είναι και αμυντική. Π.χ. πάντα μία ομάδα θέλει να κρατήσει το eFG% της άλλης όσο το δυνατόν πιο χαμηλά. Επίσης θέλει να κρατήσει και το OR% της αντιπάλου όσο το δυνατόν πιο χαμηλά, και αυτό θα το καταφέρει κατακτώντας το μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων rebounds στην άμυνα, ως δικά της αμυντικά rebounds (όσο περισσότερα τα αμυντικά rebounds μίας ομάδας, τόσο λιγότερα τα επιθετικά της άλλης, δηλαδή τόσο μικρότερο το OR% της τελευταίας).

Ας δούμε ένα παράδειγμα γραφήματος που συγκρίνει τους 4 Factors κάθε ομάδας, συγκεκριμένα στον αγώνα Lakers-Jazz της περασμένης Τετάρτης.



Βλέπουμε ότι οι Jazz προστάτευσαν την μπάλα καλύτερα από τους Lakers και ανανέωναν τις επιθέσεις τους με μεγαλύτερη συχνότητα απ' ότι η ομάδα του LA, όμως η μεγάλη διαφορά στην ευστοχία (θυμηθείτε τη μεγάλη βαρύτητα του παράγοντα "Shooting") καθώς και η μεγαλύτερη ευκολία με την οποία πήγαιναν και ευστοχούσαν από τη γραμμή, έγειραν την πλάστιγγα υπέρ των Lakers.

Το μέτρο έχει φυσικά εφαρμογή σε όλα τα επίπεδα του μπάσκετ, οπότε ανυπομονούμε να το χρησιμοποιήσουμε και για τις Euroleague και Α1!

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

Η αποκλειστική συνέντευξη του Ευθύμη Ρεντζιά στο Run-N-Gun


Το Σάββατο είχαμε τη χαρά να συναντήσουμε και να συνομιλήσουμε με τον Ευθύμη Ρεντζιά στην έκθεση του περιοδικού "Mens' Health" στο εκθεσιακό κέντρο "Helexpo" στο Μαρούσι. Ο Ευθύμης ήταν εκεί ως ένας από τους 3 ιδρυτές της ακαδημίας μπάσκετ για παιδιά "Triple Crown", μαζί με τους Φραγκίσκο Αλβέρτη και Δημήτρη Παπανικολάου. Μας είπε πολλά, ωραία και ενδιαφέροντα πράγματα για μια πληθώρα θεμάτων, τα οποία σας παρουσιάζουμε ευθύς αμέσως. Enjoy!

Run-N-Gun: Tι ώθησε έναν αθλητή του επιπέδου σου να ασχοληθεί με τα παιδιά, μέσω της δημιουργίας του "Triple Crown Basketball Academy"?

Eυθύμης Ρεντζιάς: Πρώτα από όλα ήθελα πάρα πολύ να μείνω μέσα στο χώρο, μιας και το μπάσκετ είναι το άθλημα που υπηρέτησα όλα αυτά τα χρόνια και θα μου ήταν δύσκολο να ασχοληθώ με κάτι άλλο. Από την άλλη, και εγώ και ο Φραγκίσκος και ο Δημήτρης έχουμε πάρει πάρα πολλά από το μπάσκετ: δόξα, χρήμα, αναγνωρισιμότητα, χαρές. Πιστεύω, λοιπόν, ότι οφείλαμε να δώσουμε κάτι πίσω. Και ο πιο ωραίος τρόπος ήταν αυτός. Αγαπάμε τα παιδιά, θέλουμε να προσφέρουμε στα παιδιά και βλέποντας το κενό που υπάρχει στα τμήματα υποδομής στην Ελλάδα, θέλουμε με τη δική μας εμπειρία και με το δικό μας τρόπο να προσφέρουμε σε αυτές τις ηλικίες. Και στη συνέχεια να το κάνουμε και επιχείρηση, που δεν έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Περνάμε καλά, μας αρέσει πάρα πολύ αυτό που κάνουμε και το να βλέπουμε τα παιδιά να βελτιώνονται στο δικό μας σχολείο με το δικό μας τρόπο είναι κάτι που μας ενθουσιάζει και τους 3. Προσωπικά, το να βλέπω τα παιδιά να γίνονται καλύτεροι κάθε μέρα και το να φτιάχνεται αυτό το μπασκετικό community του "Triple Crown" είναι η τρέλα μου και το απολαμβάνω.

RnG: Έχει ανταπόκριση το εγχείρημα μέχρι στιγμής?

E.Ρ.: Ναι, έχει ανταπόκριση και όσο περνάει ο καιρός γίνεται και πιο γνωστό. Θέλουμε να μάθει η αγορά για αυτό που κάνουμε, θέλουμε να απευθυνθούμε στα παιδιά που θέλουν να παίξουν και μακάρι να μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό παντού στην Ελλάδα. Ξεκινήσαμε από τις εγκαταστάσεις μας στη Βάρη, θέλουμε να διδάξουμε μπάσκετ με ποιότητα και πιστεύω ότι μέχρι στιγμής το κάνουμε καλά.

RnG: Παρακολουθείς ΝΒΑ αυτόν τον καιρό και αν ναι, ποια ομάδα υποστηρίζεις?

Ε.Ρ.: Η αλήθεια είναι ότι δεν παρακολουθώ. Κακώς βέβαια, αλλά δεν έχω το χρόνο. Είναι και οι ώρες λίγο περίεργες. Διαβάζω βεβαίως τα νέα στο Ιnternet, αλλά κυρίως παρακολουθώ ελληνικό πρωτάθλημα και Euroleague.

RnG: Έχεις παίξει παντού: Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία και Τουρκία. Τελικά είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι το ελληνικό πρωτάθλημα είναι το πιο σκληρό της Ευρώπης?

Ε.Ρ.: Κατ' αρχήν το ελληνικό δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω ως πρωτάθλημα.

RnG: Σε σχέση με τον καιρό που αγωνιζόσουν εσύ?

Ε.Ρ.: Πίστεψε με, ήταν πολύ καλύτερο το επίπεδο τότε. Τα χρόνια που έπαιζα εγώ στην Ελλάδα, δηλαδή το 1993-1997, το μπάσκετ ήταν σε πολύ καλό επίπεδο. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα.

RnG: Νομίζεις ότι αυτό είναι λόγω της εισροής των ξένων?

Ε.Ρ.: Είναι πολλοί οι παράγοντες. Ταλέντα Έλληνες υπάρχουν. Ο Έλληνας το έχει το μπάσκετ στο πετσί του. Απλά, η εισροή των ξένων δημιούργησε προβλήματα αναφορικά με τα νέα παιδιά, τα τμήματα υποδομής δε δουλεύουν. Γενικά, υπάρχουν πολλά προβλήματα, μεταξύ άλλων και οικονομικά. Δεν έχουμε μπάσκετ αυτήν τη στιγμή. Δηλαδή εκτός από Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, οι άλλες ομάδες κάνουν απλά φιλότιμες προσπάθειες. Ακούμε για παράδειγμα ότι οι παίκτες του Αμαρουσίου είναι απλήρωτοι. Χρήμα για να υπάρξει ένα ανταγωνιστικό πρωτάθλημα υπάρχει στην αγορά. Οργάνωση και τρόποι εύρεσης αυτού του χρήματος δεν υπάρχουν.

RnG: Όλα αυτά, βέβαια, δεν τα συναντάς στο ισπανικό πρωτάθλημα για παράδειγμα, έτσι δεν είναι?

Ε.Ρ.: Για μένα, το ισπανικό πρωτάθλημα είναι το πιο ποιοτικό στην Ευρώπη. Βλέπεις ωραίο μπάσκετ και γεμάτα γήπεδα. Το ελληνικό δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Περιμένεις όλη τη χρονιά να δεις Ολυμπιακό-Παναθηναϊκό. Δηλαδή, ξέρεις ότι εύκολα ή δύσκολα ο Ολυμπιακός θα περάσει από τη Θεσσαλονική για παράδειγμα. Περιμένεις να δεις 2 ματς το χρόνο και τα playoffs, αυτό είναι μόνο. Στην Ισπανία βλέπεις ότι μπορεί η Barcelona να πάει να παίξει στη Manresa και να χάσει. Ανταγωνισμός στο ελληνικό πρωτάθλημα δεν υπάρχει. Το πρωτάθλημα γίνεται απλά για να γίνει.

RnG: Έχεις παίξει, όμως, και στην Αμερική. Κοιτάζοντας τα πεπραγμένα σου στους Sixers, είδαμε ότι τα στατιστικά σου ανά 36 λεπτά ήταν πολύ καλά. Με αφορμή αυτό, θεωρείς ότι σε μια πιθανή 2η σεζόν σου στη Philadelphia θα τα πήγαινες πολύ καλύτερα?

Ε.Ρ.: Σίγουρα, πολύ καλύτερα και με πολύ περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Απλά, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές απ' ότι στην Ευρώπη. Στην Ισπανία, είχα συνηθίσει να είμαι πρωταγωνιστής. Έπαιζα πολύ, ήμουν σημαντικό κομμάτι της ομάδας και όταν πήγα στην Αμερική είδα ότι ήμουν απλά ένας από τους πολλούς που έπρεπε να περιμένουν. Ήμουν σε μια ηλικία που δεν μπορούσα να κάνω υπομονή.

RnG: Αυτό ήταν θέμα ταλέντου ή αντιμετώπισης? Δηλαδή, ήταν τόσο υψηλότερο το επίπεδο του ΝΒΑ από της Ισπανίας ή απλά έλαβες την τυπική αντιμετώπιση ενός rookie?

E.Ρ.: Κοίτα, το rookie year το περνάνε όλοι.

RnG: Είχες, βέβαια, προπονητή και το Larry Brown, ο οποίος φημίζεται για τη δυσμενή αντιμετώπισή του προς τους rookies και δη τους Ευρωπαίους.

Ε.Ρ.: Κοίτα, μια χαρά άνθρωπος είναι ο Larry, αλλά είναι αλήθεια ότι με αυτόν προπονητή περνάς τη rookie year σου, με όλη τη σημασία της λέξης. Πάντως, εγώ είχα πολύ καλή επαφή με το Larry Brown, πάντα μου μιλούσε, ήταν δίπλα μου, μου έλεγε να κάνω υπομονή και να συνεχίζω να δουλεύω.

RnG: Απέπνεε όντως αυτήν τη θρυλούμενη γνώση του για το μπάσκετ, ιδίως σε σχέση με τους Ευρωπαίους?

Ε.Ρ.: Δεν το συζητάμε, ο Larry είναι δάσκαλος. Εντάξει, είναι και άλλο μπάσκετ το ευρωπαϊκό σε σχέση με το αμερικάνικο. Δηλαδή, δεν μπορείς να συγκρίνεις έναν Ευρωπαίο προπονητή με έναν Αμερικανό.

RnG: Οι μέθοδοι προπόνησης ήταν υψηλού επιπέδου?

Ε.Ρ.: Βέβαια. Μιλάμε για άλλο επίπεδο, δύο διαφορετικά πράγματα.

RnG: Γιατί πολλοί εδώ λένε ότι "στην Αμερική δεν κάνουνε προπόνηση", κτλ.

Ε.Ρ.: Ποιος το λέει αυτό? Όταν έχεις 82 παιχνίδια μέσα σε 6 μήνες, απλά η προπόνηση σε "καίει".

RnG: Δεν είναι, δηλαδή, χαλαρές οι προπονήσεις λόγω της πληθώρας των αγώνων.

Ε.Ρ.: Κοίταξε, είναι χαλαρές μόνο για τους starters. Αυτοί που θα παίξουν 48 λεπτά, το επόμενο πρωί θα ξεκινήσουν προπόνηση, αλλά θα είναι λίγο πιο διαφορετική από αυτή που θα έκανα εγώ που θα έπαιζα 2 λεπτά. Η προπόνηση γίνεται πάντα. Μιλάμε, βέβαια, για επαγγελματίες που ο καθένας φροντίζει τον εαυτό του, αλλά η προπόνηση γίνεται.

RnG: Υπάρχει κάποιος Έλληνας που πιστεύεις ότι θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο ΝΒΑ?

Ε.Ρ.: Πάρα πολλά παιδιά. Για παράδειγμα ο Σπανούλης.

RnG: Ο Διαμαντίδης, που λένε πολλοί ότι δεν ταιριάζει το στιλ του?

Ε.Ρ.: Πιστεύω ότι θα μπορούσε να παίξει και ο Δημήτρης. Κοιτάξτε, το ΝΒΑ δεν είναι κάτι το ακατόρθωτο. Απλά είναι το timing και η ομάδα που θα πας. Και ο Φώτσης που πέρασε και ο Θοδωρής Παπαλουκάς θα μπορούσαν άνετα να πιάσουν.

RnG: Γιατί, όμως, δείχνουν να μην το προτιμoύν οι Έλληνες παίκτες και γιατί οι δημοσιογράφοι προωθούν το σκεπτικό ότι δε χρειάζεται να πας στο ΝΒΑ αν είσαι ήδη star στην Ευρώπη?

Ε.Ρ.: Αυτό είναι το θέμα. Ότι δεν μπορείς να απορρίπτεις κάτι που δεν το 'χεις γνωρίσει. Πατάμε σε αυτά που έχουμε εδώ, έχουμε βολευτεί, ζούμε στην Αθήνα, μένουμε στη Γλυφάδα, περνάμε καλά...

RnG: Από την άλλη, ο Σπανούλης για παράδειγμα πήγε στην Αμερική, είδε ότι δεν του άρεσε και γύρισε πίσω. Αν και πιστεύουμε ότι αν έμενε λίγο παραπάνω θα έκανε καριέρα.

Ε.Ρ.: Ο Βασίλης, πήγε, δοκίμασε και είπε ότι δεν του άρεσε. Πάντως αν έμενε θα έπαιζε.

RnG: Υπήρξες και συμπαίκτης με τον Allen Iverson. Πρόσφατα κάναμε ένα αφιέρωμα στον A.I. γιατί είναι από τους αγαπημένους μας παίκτες. Τι αναμνήσεις έχεις από αυτόν?

Ε.Ρ.: Απίστευτος μαχητής. Την ενέργεια που έβγαζε ο Iverson δεν τη βγάζουν ούτε 5 παίκτες μαζί. Ο Iverson και προπόνηση έκανε, και έδινε και την ψυχή του στο παρκέ.



RnG: Λέγονταν τότε πάρα πολλά, ότι δεν πήγαινε στην προπόνηση, κτλ. Σαν άνθρωπος πώς ήταν? Φιλικός και προσιτός, ή diva και απόμακρος?

Ε.Ρ.: Εμένα η εμπειρία μου από τη χρονιά που ήμουν μαζί του ήταν άριστη. Είχα πολύ καλές σχέσεις μαζί του, από ένα σημείο και μετά βέβαια, γιατί όταν πας να κάτσεις στα ίδια αποδυτήρια με τον Iverson πρέπει να δουλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του. Δεν είναι εύκολο να έρθει έτσι ο Iverson να σου πει "Γεια σου αδερφέ, τι έγινε, πώς πάει, κτλ.". Με το χρόνο έχτισα μια σχέση πάρα πολύ καλή μαζί του και σας πληροφορώ ότι μετά το πρώτο δίμηνο κάναμε και πάρα πολύ παρέα. Δεν ήταν απρόσιτος, το αντίθετο μάλιστα. Ήταν και φιλικός, και ευγενικός και μορφωμένος.

RnG: Για αυτά που γίνονται τώρα με τον Iverson, που δημιουργεί προβλήματα επειδή δε θέλει να έρχεται από τον πάγκο, τι θα σχολίαζες?

Ε.Ρ.: Κανένας δε θέλει να έρχεται από τον πάγκο, πόσο μάλλον ο Iverson.

RnG: Πώς ένιωσες τους fans στην Αμερική σε σχέση με αυτούς στην Ελλάδα? Αγαπάνε το μπάσκετ περισσότερο?

Ε.Ρ.: Όχι, δεν είναι αυτό. Στην Αμερική αγαπάνε το show. Οι περισσότεροι που πάνε στα γήπεδα στο ΝΒΑ μη νομίζεις ότι είναι fans του μπάσκετ, απλά είναι entertainment, πάνε να περάσουν καλά. Να πιούνε τα ποτά τους, να χειροκροτήσουν, να φάνε και να δουν και show. Oι Έλληνες, αγαπάνε το μπάσκετ και θέλουν να πάνε στο γήπεδο, απλά είναι αυτό το μικρό ποσοστό, οι ηλίθιοι, που χαλάνε το άθλημα. Είναι αυτοί οι δήθεν οργανωμένοι που μόνο κακό κάνουν. Γιατί εγώ που θέλω να πάω να δω μπάσκετ, διστάζω, σκέφτομαι ότι θα πέσω σε επεισόδια, θα μου σπάσουν το αυτοκίνητο, κτλ. Αυτοί πρέπει να φύγουν από τα γήπεδα. Όλες οι ομάδες έχουν τέτοιους. Αυτοί πρέπει να φύγουν, δεν έχουν θέση μέσα στο μπάσκετ. Ο αθλητισμός είναι πολιτισμός. Εμείς, ως Έλληνες, δώσαμε τα φώτα του αθλητισμού σε όλον τον κόσμο και πλέον τα έχουμε χάσει οι ίδιοι. Είμαστε τριτοκοσμική χώρα στον αθλητισμό.

RnG: Η Ισπανία έχει μεγάλη διαφορά από την Ελλάδα σε αυτό το θέμα, έτσι?

Ε.Ρ.: Εγώ ήμουν στην Ισπανία και έβλεπα δορυφορικά αυτά που γινόντουσαν στην Ελλάδα, που έσπαγαν τα γήπεδα και πλακωνόντουσαν, και ντρεπόμουν να πάω την άλλη μέρα στην προπόνηση, γιατί με δούλευαν και μου λέγανε ειρωνικά "τρομερή πρόοδος η Ελλάδα".

RnG: Ας αλλάξουμε θέμα. Ήσουν στο τελευταίο παιχνίδι του Michael Jordan στο ΝΒΑ. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία?

Ε.Ρ.: Ήταν τεράστια εμπειρία και μεγάλη στιγμή για μένα. Ήταν μια ατμόσφαιρα συγκινητική, πολύ περίεργη. Και τώρα που στο λέω έχω ανατριχιάσει.

RnG: Είχαμε διαβάσει σε ένα παλιότερο άρθρο ότι τον είχες πλησιάσει στο τέλος και του είπες "Τhanks for the memories". Aυτός τι σου είχε απαντήσει?

Ε.Ρ.: Να σου πω την αλήθεια, ούτε καν το θυμάμαι. Όλοι του είχαν πει κάτι ανάλογο. Ήταν μεγάλη τιμή και χαρά που ήμουν στο τελευταίο παιχνίδι του Jordan και που μπόρεσα να του σφίξω το χέρι και να του πω αυτό.

RnG: Ποιος ήταν ο δυσκολότερος παίκτης που αντιμετώπισες στο ΝΒΑ?

Ε.Ρ.: Shaq. Τότε ήταν στους Lakers και τον είχα αντιμετωπίσει σε φιλικά και επίσημα παιχνίδια. Μιλάμε για τέρας.

RnG: Μιας και έχεις παίξει και στους δύο κόσμους, ποιες θα έλεγες ότι είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ του ΝΒΑ και της Ευρώπης?

Ε.Ρ.: Η ταχύτητα. Τρομερή ταχύτητα. Η δύναμη. Το show. Δηλαδή βλέπεις εντυπωσιακά πράγματα, είτε είσαι μέσα στο παρκέ, είτε στον πάγκο, είτε στην κερκίδα.

RnG: Πιστεύεις ότι τα 48 λεπτά σε σχέση με τα 40 κάνουν όντως τόσο μεγάλη διαφορά?

Ε.Ρ.: Πολύ μεγάλη.

RnG: Άρα αν ένας παίκτης μεταφερθεί από την Ευρώπη στην Αμερική, θέλει τελείως άλλο επίπεδο φυσικής κατάστασης για να ανταπεξέλθει?

Ε.Ρ.: Σίγουρα, θέλει προσαρμογή. Δεν παλεύεται. Είναι πάρα πολλά τα παιχνίδια, θέλει να μην έχεις τραυματισμούς, να έχεις καλό σύστημα, γιατί οι απαιτήσεις είναι πολύ μεγάλες.

RnG: Για να θίξουμε και ένα αρκετά λεπτό ζήτημα, θα θέλαμε να μας πεις τις εμπειρίες σου από το doping control στο ΝΒΑ και αν έχεις κάτι να σχολιάσεις σχετικά με τις θεωρίες περί ντοπαρίσματος παικτών τύπου LeBron.

Ε.Ρ.: Υπάρχουν έλεγχοι, πολύ αυστηροί. Εγώ στη rookie χρονιά μου είχα 4. Τώρα, όσον αφορά το δεύτερο, δε θα ήθελα να εμπλακώ σε αυτό το κομμάτι, αλλά έλεγχοι υπάρχουν.

RnG: Ποια ήταν η καλύτερη και ποια η χειρότερή σου στιγμή στο ΝΒΑ?

Ε.Ρ.: Η καλύτερη στιγμή ήταν όταν βγήκα στο draft. Η χειρότερη ήταν βασικά το ότι άργησα να πάω. Όσο ήμουν εκεί είχα κυρίως καλές στιγμές, για ένα χρόνο ζούσα ένα όνειρο, μόνο η έλλειψη χρόνου συμμετοχής με στενοχωρούσε λίγο.

RnG: Στη σύγκριση Kobe-LeBron τι προτιμάς?

Ε.Ρ.: Εμένα μου αρέσει περισσότερο ο Kobe.

RnG: Αν λέγαμε Kobe-Jordan?

E.Ρ.: Κοίταξε, δεν μπορείς να συγκρίνεις Kobe με Jordan. Είναι ιεροσυλία. Δεν υπάρχει σύγκριση. Jordan, και μετά αρχίζουν και άλλα κατασκευάσματα των εταιριών marketing. Μπορώ να συγκρίνω το LeBron με τον Kobe, αλλά δεν μπορώ να συγκρίνω κανέναν από τους δύο με τον Jordan. Άλλη κλάση, μια κατηγορία μόνος του.

RnG: Για να έρθουμε και στην Ελλάδα λίγο, πώς βλέπεις τους φετινούς Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό?

Ε.Ρ.: Ο Παναθηναϊκός δεν έχει αλλάξει πολλά πράγματα στο roster του, ίδια φιλοσοφία, ίδιος προπονητής, ίδιοι παίκτες. Στον Ολυμπιακό δεν έχω δει ακόμα κάποια διαφορά, αυτό το κάτι που θα με πείσει ότι μπορεί να χτυπήσει τον Παναθηναϊκό, γιατί το μέλημα είναι να χτυπήσει τον Παναθηναϊκό, έτσι? Βλέπω ένα ακριβό roster, στα ματς που τους είδα μέχρι στιγμής τουλάχιστον, είδα κυρίως δυνατές μονάδες, μεγάλα και ακριβά ονόματα, δεν είδα όμως ομάδα. Αντίθετα, ο Παναθηναϊκός έχει ένα κορμό τόσα χρόνια και απλά προσθέτει.

RnG: Για Κουφό και για Καλάθη τι γνώμη έχεις?

Ε.Ρ.: Μου αρέσουν πάρα πολύ και οι δύο. Είναι τιμή για την Εθνική ομάδα που δύο Ελληνοαμερικανοί ήρθαν και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτήν. Θα μπορούσαν να το απαρνηθούν και να μην το κυνηγήσουν καν. Έχω ακούσει ότι πρόκειται για δύο πολύ καλά παιδιά, για δύο πολύ καλούς αθλητές που μπορούν να προσφέρουν πολλά τα επόμενα χρόνια.

RnG: Πώς είδες την Εθνική στο Eurobasket?

Ε.Ρ.: Μεγάλη επιτυχία, με βάση τις προσδοκίες και με βάση το roster. Πολλά νέα πρόσωπα, πολλοί παίκτες που ήταν αλλαγές κληθήκαν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο και τα καταφέρανε πολύ καλά. Πολύ ωραίο μπάσκετ από τον Kazlauskas. Aκόμα και όταν χάναμε, μου άρεσε να τους βλέπω. Έφευγα από την τηλεόραση και έλεγα ότι είχα δει ένα ωραίο παιχνίδι. Ο coach έκανε πολύ καλή δουλειά με το υλικό που είχε. Παίζει μοντέρνο και ωραίο μπάσκετ που κρατάει τον κόσμο στο γήπεδο και την τηλεόραση, και είναι πολύ σημαντικό αυτό.

RnG: H Ισπανία πώς σου φάνηκε?

Ε.Ρ.: Άλλη κατηγορία μόνη της στην Ευρώπη.

RnG: Θα μπορούσες να ονομάσεις τους 5 καλύτερους συμπαίκτες που είχες στην καριέρα σου?

Ε.Ρ.: Saras, Ιverson, Gasol, Savic, Navarro.

RnG: Ήσουν συμπαίκτης με τον Gasol όταν ήσασταν στην Barcelona. Τι θυμάσαι από αυτόν?

Ε.Ρ.: Toν Gasol τον μεγαλώσαμε μαζί με το Saras. Kαι αυτόν και το Navarro.

RnG: Φαινόταν από τότε ότι θα γινόταν τόσο μεγάλος παίκτης?

Ε.Ρ.: Καμία σχέση. Τότε ήταν λιγότερο αφοσιωμένος. Είναι ένα πάρα πολύ καλό παιδί και από τη στιγμή που κατάλαβε τον εαυτό του και έδωσε γκάζι στην προπόνηση, έφτασε εκεί που έφτασε.

RnG: Mε βάση τις παραστάσεις που έχεις, τι γνώμη έχεις για τη συμπεριφορά του Τύπου στην Ελλάδα και ειδικότερα όσον αφορά τους νεαρούς ταλαντούχους Έλληνες παίκτες?

Ε.Ρ.: Υπάρχει Τύπος και Τύπος. Εγώ μερικές φορές συγχύζομαι που αυτό που κάνουν είναι ότι διαλέγουν έναν παίκτη και γύρω από το όνομά του φτιάχνουν κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, βλέπουν έναν έφηβο και ύστερα από εντολή ενός manager αρχίζουν και γράφουν κολακευτικά λόγια για τον παίκτη, μόνο και μόνο για να τον καταστρέψουν αργότερα. Δηλαδή, φτιάχνουν μια φούσκα και τη σκάνε οι ίδιοι, μόνοι τους. Αυτό δεν είναι καλό ούτε για το χώρο μας, ούτε για τα παιδιά, ούτε για κανέναν. Κοιτάξτε, το μπάσκετ, που είναι κοινωνικό αγαθό για μένα, για κάποιους δημοσιογράφους είναι προϊόν, γιατί βγάζουν λεφτά από αυτό. Πρέπει να το αγαπάς και να το προσέχεις και αυτοί δεν το κάνουν. Όταν έχεις τη δύναμη της πένας, κάθε φορά που τη βάζεις κάτω και γράφεις πρέπει να προσέχεις, γιατί μέσω αυτής επηρεάζεις. Είναι ωραίο να γράφεις ότι υπάρχει ένας τάδε παίκτης που είναι καλός και να το αναφέρεις, αλλά μη φτιάχνεις κάτι παραπάνω από αυτό που είναι.

RnG: Επηρεάζονται οι παίκτες από αυτό?

Ε.Ρ.: Ένας παίκτης μεγαλύτερης ηλικίας δεν ασχολείται καν, ένας νεαρός όμως επηρεάζεται. Και σου φέρνω το δικό μου παράδειγμα, που όταν ήμουν πιο μικρός επηρεαζόμουν από τα άσχημα ή τα καλά δημοσιεύματα. Κοίτα, εγώ γενικά είμαι άνθρωπος συντηρητικός και προσγειωμένος, δεν παρασύρομαι εύκολα από σχόλια και επαίνους και είμαι πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δε με άγγιζαν κι εμένα έως ένα βαθμό όλα αυτά.

RnG: Είδαμε τώρα στο video wall μια φωτογραφία σου με τον Peja. Tι μπορείς να μας πεις για αυτόν? Φαινόταν από τότε στον ΠΑΟΚ ότι θα έκανε τόσο μεγάλη καριέρα?

Ε.Ρ.: Ο Peja είναι καλός φίλος και μεγάλος παίκτης. Δούλευε πολύ, ξέφυγε από το ευρωπαϊκό κατεστημένο, πήγε νωρίς στο ΝΒΑ και όσο νωρίτερα μπεις στις τάξεις του ΝΒΑ τόσο πιο εύκολο είναι να κάνεις καριέρα, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν έδωσε και την ψυχή του για να φτάσει εκεί.

RnG: Πιστεύεις ότι θα γυρίσει να κλείσει την καριέρα του στην Ελλάδα?

Ε.Ρ.: Δε νομίζω. Είναι πολλά τα σενάρια αλλά αυτά είναι κατασκευάσματα των δημοσιογράφων. Άκουσες εσύ ποτέ τον Peja να λέει "θα πάω στον ΠΑΟΚ"? Δε νομίζω.

RnG: Σε ευχαριστούμε πολύ, Ευθύμη και ελπίζουμε να τα ξαναπούμε στο μέλλον.

E.Ρ.: Kανένα πρόβλημα, παιδιά. Χάρηκα που τα είπαμε.


Ευχαριστούμε πολύ τον Ευθύμη για το χρόνο που μας αφιέρωσε. Περισσότερες πληροφορίες για το "Triple Crown Basketball Academy" θα βρείτε στο www.triplecrown.gr

B.A. & M.Π.