Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Περί NBA...


Στο καινούριο και πολύ καλό blog "Τρίποντο" εξελίσσεται μία πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων μεταξύ εμού και των συντελεστών του σχετικά με το NBA τού χθες και του σήμερα. Σας προτρέπω να την παρακολουθήσετε. Ιδού οι σχετικοί σύνδεσμοι:

http://3-ponto.blogspot.com/2010/09/blog-post_29.html

http://3-ponto.blogspot.com/2010/09/blog-post_30.html

http://3-ponto.blogspot.com/2010/09/blog-post_8908.html

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Καταλανοί επέστρεψαν!



Η φετινή χρονιά ξεκίνησε και επίσημα με την πρώτη σημαντική διοργάνωση της σεζόν, που ήταν φυσικά το Super Cup. Το μικρό αυτό τουρνουά μας έδωσε την ευκαιρία να πάρουμε μια πρώτη γεύση αφενός από τις 4 κατά τεκμήριο ισχυρότερες ομάδες της ACB και αφετέρου από την αντίδρασή τους στην εφαρμογή των νέων κανονισμών.

Αρχικά πρέπει να μιλήσουμε για το ίδιο το event, το οποίο η φράση "άρτια οργάνωση" είναι λίγη για να το περιγράψει. Υπέροχο και καθαρά αθλητικό κλίμα, γεμάτες εξέδρες, διαγωνισμοί καρφωμάτων και τριπόντων πριν από τον τελικό, ακόμα και το όμορφο δίχρωμο παρκέ συνετέλεσε στη δημιουργία μίας ευχάριστης ατμόσφαιρας, έτσι όπως πρέπει να είναι τα τουρνουά με τις καλύτερες ομάδες στις πολιτισμένες χώρες.

Η Barcelona άφησε πολύ λίγα περιθώρια αμφισβήτησης της δεδομένης ποιότητάς της. Βέβαια δεν έπαιξε ενάντια στην ομάδα που πριν 4 μήνες τη "γονάτισε" με sweep στους τελικούς, την Caja Laboral, αλλά δε νομίζω ότι θα είχε ιδιαίτερο πρόβλημα να νικήσει και αυτήν, εκτός από τις Real και Valencia.

Η λέξη "πληρότητα" χαρακτηρίζει επακριβώς το roster της, με τον Perovic, έναν συγκεκριμένων δυνατοτήτων αναπληρωματικό ψηλό, να αποτελεί τη μοναδική προσθήκη σε έναν όμιλο παικτών ο οποίος, όντας στη 2η χρονιά του, έχει πλέον αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη συνοχή στην εκτέλεση των plays και την ομαδική άμυνα από πέρσι. Οι ρόλοι στην επίθεση παραμένουν διακριτοί, η διαμοίραση των σουτ συγκεκριμένη (μόνο ο Basile παρεκκλίνει πού και πού με τα γνωστά τραβηγμένα τρίποντά του) και η Barca ξεκινά και τη φετινή σεζόν ως το πρώτο φαβορί για την κατάκτηση της Euroleague, με τον Pascual να έχει γίνει σίγουρα σοφότερος ως προς την τακτική προετοιμασία πριν από κάθε αγώνα, μετά το περσινό πάθημα από τους Βάσκους του Splitter.

Ο Navarro στον τελικό του Super Cup ήταν ο γνωστός scorer που έχουμε συνηθίσει, εξαπολύοντας ένα εντυπωσιακό κρεσέντο στα αρχικά λεπτά του ματς, ενώ και ο Mickeal έδειξε πολύ σίγουρος στις κινήσεις του από κοντινή και μέση απόσταση. Η frontline παραμένει ισχυρότατη, με τον Morris να συνεχίζει να είναι ένας από τους αγαπημένους μου παίκτες (και σίγουρα πολλών προπονητών) στην Ευρώπη, λόγω του οικονομικού και πολυσχιδούς τρόπου παιχνιδιού του.

Ο Rubio εμφανίστηκε ασταθής και επιβεβαίωσε, αμέσως μετά το άσχημο Mundobasket του, ότι έχει ακόμα προβλήματα στον έλεγχο του ρυθμού όταν το παιχνίδι είναι "κλειστό", ενώ η αυξημένη απόσταση του τριπόντου αναμένεται να τον προβληματίσει (τα 3/4 του ημιτελικού δε τα λαμβάνω σοβαρά υπόψη, όπως και συνολικά τον αγώνα εκείνο). Εξακολουθεί να μην μπορεί να σκοράρει με συνέπεια μέσα από drives (στοιχείο απαραίτητο για καλή σταδιοδρομία ενός point guard στο NBA) και επιβάλλεται να προσθέσει στο ρεπερτόριό του ένα γρήγορο και αξιόπιστο jumpshot μετά από ντρίμπλα, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσει το δικό του σουτ και να μην καθιστά προβλέψιμες τις πάσες του και εύκολο το μαρκάρισμά του. Αναμένω με ενδιαφέρον, όπως και οι Timberwolves, να παρακολουθήσω την εξέλιξή του μέσα στη χρονιά.

Για την προσεχή πορεία της Real σε ACB και Euroleague προφανώς δεν μπορούν να βγουν ασφαλή συμπεράσματα από την τραγική της εμφάνιση στον ημιτελικό, όπου και έχασε το ματς από τα πρώτα λεπτά και ακολούθως δεν είχε την υπομονή και συνοχή να παλέψει για το comeback, απέναντι σε μια Barcelona που δούλευε στο 100% σε άμυνα και επίθεση. Αρκετά νέα πρόσωπα και φέτος στη "βασίλισσα" και ως εκ τούτου δύσκολο το έργο του Messina να δώσει την προσφιλή του ταυτότητα της αμυντικά δυνατής και σκληρής ομάδας σε αυτό το ετερόκλητο σύνολο παικτών.

Ταλέντο πάντως υπάρχει πολύ και τα αποτελέσματα θα έρθουν, αρκεί: α) ο Tomic να δυναμώσει περισσότερο, καθώς το πλούσιο ρεπερτόριο από post moves δε σε σώζει από μόνο του, β) ο Sergio Rodriguez να ξαναθυμηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα το ευρωπαϊκό μπάσκετ, γ) ο Reyes να παρουσιαστεί δυνατός στο rebounding και δ) ο Velickovic να μας δώσει κι άλλες εμφανίσεις όπως εκείνες οι πληθωρικές του από το Mundobasket. Ο μόνος που στάθηκε στο ύψος του την Παρασκευή ήταν ο νεοαποκτηθείς Clay Tucker, ο οποίος κάλλιστα μπορεί να καλύψει το κενό του Bullock με το πολύμορφο σκοράρισμά του.

Ο Garbajosa πλέον είναι εμφανώς στα τελευταία του, καθώς έχει χάσει σχεδόν όλη την αθλητικότητά του. Το κενό του στο inside game μπορεί να καλυφθεί εν μέρει από το Fischer, όμως τα τρίποντά του θα είναι και φέτος υπερπολύτιμα. Το ερώτημα είναι, ρισκάρεις να εκτεθείς λόγω της αμυντικής του ανεπάρκειας απέναντι σε αθλητικούς forwards (όπως φάνηκε στο Mundobasket) για να απολάβεις τα οφέλη των τριπόντων και της άριστης κίνησής του μακριά από την μπάλα; Θα φανεί από το επόμενο Σαββατοκύριακο που ξεκινά το πρωτάθλημα.

Η Caja Laboral έχει κι αυτή πολλά νέα πρόσωπα φέτος. Έχασε στις λεπτομέρειες (ή αλλιώς από ένα φοβερό και δύσκολο Σπανούλης-like game-winner του De Colo) την πρόκριση στον τελικό και με την πάροδο του χρόνου και την αποκρυστάλλωση του rotation από τον ειδικό σε αυτόν τον τομέα Ivanovic θα εμφανίζεται όλο και καλύτερη.

Ο Bjelica δε μου γεμίζει το μάτι ακόμα, ο Huertas ετοιμάζεται για εντυπωσιακή χρονιά ερχόμενος με φόρα από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, ο San Emeterio παραμένει υπερχρήσιμος, ενώ συνδετικός κρίκος θα είναι ο Florent Pietrus. Τα μόνα ερωτηματικά για μένα αφορούν στον υπερβολικά μεγάλο χρόνο συμμετοχής που κατά τα φαινόμενα (δεν μπορώ να είμαι σίγουρος εφόσον ήταν πρώτο ματς) αναμένεται να λάβει και φέτος ο Teletovic εις βάρος του Haislip (που έχει αποδείξει την αξία του στην ACB) και στο όφελος που μπορεί να έχει η απόκτηση του David Logan, καθώς ο άναρχου στιλ και shoot-first Αμερικανός δε νομίζω ότι ταιριάζει 100% στο δόγμα του Ivanovic.

Η Valencia έχει κι αυτή αξιώσεις για κάτι πολύ καλό φέτος, έχοντας προχωρήσει σε αρκετές κινήσεις και μερική αναδιαμόρφωση το καλοκαίρι. Βέβαια, ο Claver δεν είναι ακόμα παίκτης πρώτης κατηγορίας και ο Rafa Martinez είναι ένα σκαλί κάτω από shooting guards όπως οι Navarro και Tucker. Παρόλα αυτά, η ενθαρρυντική βελτίωση του για χρόνια χαμένου στην αφάνεια Sergei Lishouk και η παρουσία των αξιόπιστων Savanovic (που έχει αρχίσει μετά το Mundobasket να πιστεύει υπερβολικά στο fadeaway του), De Colo και Richardson (που όμως είναι ελαφρά μονοδιάστατος σουτάροντας κυρίως μετά από πάσα) προσφέρουν αρκετές λύσεις στο Manolo Hussein. Εξάλλου φέτος το οργανωτικό κομμάτι έχουν αναλάβει τα σίγουρα χέρια του συλλέκτη assists Omar Cook.

Στους ψηλούς η ομάδα παρουσιάζει ενδιαφέρον, αφού υπάρχουν (εκτός του Lishouk) ο αμυντικά ικανότατος και σταθερή αξία στον ευρωπαϊκό χώρο Robertas Javtokas (που στον προημιτελικό της Λιθουανίας με την Αργεντινή αμύνθηκε υποδειγματικά απέναντι στη "μηχανή" που λέγεται Luis Scola), ο Αμερικανός με εμπειρία από την ACB James Augustine, καθώς και ο εκ Καβάλας ερχόμενος βετεράνος Bruno Sundov, που απέναντι στην Caja επέδειξε μεγάλη αποτελεσματικότητα στο τελείωμα των φάσεων γύρω από το καλάθι.

Περνώντας στους νέους κανονισμούς, είναι κατά γενική ομολογία νωρίς για να δούμε από τώρα το κατά πόσο έχει προσαρμοστεί και αλλάξει το παιχνίδι των κορυφαίων ισπανικών (και ευρωπαϊκών) ομάδων, εφόσον χρειαζόμαστε μεγαλύτερο αριθμό αγώνων.

Ήδη όμως άρχισαν να διαφαίνονται κάποιες τάσεις, όπως η ελαφρά μεγαλύτερη διστακτικότητα αρκετών παικτών να σουτάρουν για "3" με την πρώτη ευκαιρία (για τα δεδομένα της ACB, οι ομάδες της οποίας είναι εδώ και χρόνια οι πλέον ερωτευμένες με το τρίποντο). Επιπροσθέτως, λόγω του νέου τριπόντου το παρκέ φάνηκε να γίνεται πιο "ανοιχτό" και οι χώροι για drives περισσότεροι, όμως θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος για να επιβεβαιώσω αυτήν την παρατήρηση.

Όσον αφορά το νέο ορθογώνιου σχήματος "ζωγραφιστό", αυτό θα οδηγήσει σαφέστατα στην ενίσχυση του low post game και στην αξιοποίηση της δύναμης, εφόσον οι ψηλοί θα μπορούν να παίρνουν θέση πιο κοντά στο καλάθι προς τη μεριά της baseline. Στο τουρνουά αυτό δεν παρατήρησα κάποια ισχυρή θέληση των προπονητών για μεταφορά του παιχνιδιού όσο το δυνατόν πιο "εσωτερικά" μέσω της κλήσης περισσότερων εντολών για post-ups, όμως είναι νωρίς ακόμα. Παρόλα αυτά, όσο έπαιζαν π.χ. ο Lorbek και ο Tomic, αρκετές φορές η μπάλα πήγαινε χαμηλά σε αυτούς για να βάλουν σε λειτουργία τα "μαγικά" τους στο αγαπημένο σημείο τους στο παρκέ.

Να σημειώσω τέλος την εκπληκτική απόδοση του "άγνωστου" Αμερικανού Jimmy Baron της Lagun Aro στο διαγωνισμό τριπόντων, που μπορεί να έχασε στον τελικό από τον επίσης εντυπωσιακό Lishouk, όμως σίγουρα συγκέντρωσε αρκετά βλέμματα με την αψεγάδιαστη κίνηση στο σουτ του. Εξίσου ενδιαφέρον ήταν και το πρωτοποριακό στοιχείο που προσέθεσαν οι Ισπανοί διοργανωτές στο διαγωνισμό, με τη μορφή ενός extra σουτ από την κορυφή από τα 8 μέτρα περίπου, μετά το πέρας του χρόνου για τα συνηθισμένα 25 σουτ, το οποίο και μετρούσε για 4 πόντους.

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

LeBron-ιάδα ή LeBron-gate;



Το φετινό καλοκαίρι ήταν ένα από τα σημαντικότερα στη νεότερη ιστορία του NBA. Πάρα πολλές μετακινήσεις σεβαστών και λιγότερο σεβαστών (Darko, ακούς;) ονομάτων, με τον πακτωλό χρημάτων που δαπανήθηκε να πηγαίνει κόντρα στο πνεύμα της προβεβλημένης από το Stern οικονομικής κρίσης που υποτίθεται ότι ταλανίζει το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου. Καμία άλλη μεταγραφική ενέργεια, όμως, δεν είχε (και δε συνεχίζει να έχει) τον απόηχο και αντίκτυπο του σχηματισμού της (στα χαρτιά ακόμα) υποβλητικής και "τρομακτικής" τριάδας των LeBron, Wade και Bosh στο Miami και τους Heat. Κι αν ο Bosh δε θεωρείται, τουλάχιστον εκτός παρκέ, προσωπικότητα ίσης ακτινοβολίας με τους άλλους δύο και ο Wade απλά παρέμεινε στη μοναδική ομάδα που έχει γνωρίσει στην καριέρα του, το απίστευτο και μακρόχρονο (στα μάτια των outsiders-απλών fans) serial για το πού τελικά θα πήγαινε ο LeBron και η κατάληξη αυτού επηρέασε δραστικά τη γνώμη και την ψυχολογία πάρα πολλών ανθρώπων.

Πρώτα απ' όλα, λοιπόν, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε (όχι ότι διαφωνούσε κανείς) ότι ο τρόπος που χειρίστηκε ο LBJ όλη αυτήν την πολύκροτη υπόθεση και διαδικασία του free agency ήταν αλαζονικός, κερδοσκοπικός, εγωπαθής και ασεβής προς το κοινό, τις ομάδες, το πρωτάθλημα και βέβαια το ίδιο το άθλημα. Η εξοργιστική και απογοητευτική κίνησή του, που περισσότερο ταίριαζε σε reality show, να οργανώσει ολόκληρη ωριαία εκπομπή για την ανακοίνωση της, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ειλημμένης πολύ καιρό πριν, απόφασής του φανέρωσε έναν άνθρωπο από τη μία ανασφαλή και από την άλλη διεφθαρμένο από τον πολυπρόσωπο και φιλοχρήματο περίγυρό του. Το πρωτοφανές, καθαρά εμπορικής φύσης αυτό πόνημά του επιχείρησε ακούσια να τον αναδείξει ως ανώτερο του παιχνιδιού και ταυτόχρονα να μας εισαγάγει σε μία εποχή όπου η υπερδραματοποίηση εξωαγωνιστικών εξελίξεων θα επισκίαζε ολοκληρωτικά το ίδιο το μπάσκετ στο παρκέ.

Ευτυχώς, σχεδόν σύσσωμος ο μπασκετικός κόσμος κατακεραύνωσε την κάκιστη ιδέα του LeBron, αναγκάζοντάς τον να συνειδητοποιήσει ότι έσφαλε. Αυτό βέβαια ουδόλως άλλαξε τη στάση των περισσότερων κατοίκων του Cleveland προς το άτομό του. Και είναι απολύτως λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι άνθρωποι που τον είχαν αγαπήσει πραγματικά και τον είχαν ουσιαστικά εντάξει ως μέρος της ζωής τους, που περίμεναν καρτερικά τα παιχνίδια της ομάδας τους για να ξεφύγουν από την καθημερινότητα και να απολαύσουν μοναδικές στιγμές μπασκετικής ομορφιάς από έναν από τους καλύτερους αθλητές του κόσμου, έπρεπε να υπομείνουν ατελείωτες μέρες γεμάτες με φήμες συν 30 λεπτά τυποποιημένων γελοίων ερωτήσεων για να πληροφορηθούν με λύπη τους μία κατά τα φαινόμενα προκατασκευασμένη "αποκάλυψη"-κονσέρβα. Ο κόσμος του Cleveland, οπότε, αλλά και οποιοσδήποτε fan του NBA έχει 100% δίκιο να κατακρίνει το LeBron για τον τρόπο με τον οποίο χειραγώγησε το τεράστιο (και λογικό, αναφορικά με την αξία του ως παίκτη) ενδιαφέρον του κόσμου για το πού θα συνέχιζε την καριέρα του.

Περνάμε, τώρα, στην ουσία της επιλογής του, δηλαδή το ότι αποφάσισε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ότι για τα επόμενα χρόνια θα παίζει μπάσκετ για τους Miami Heat και τον Pat Riley.

Πολλοί έσπευσαν να επισημάνουν ότι διάλεξε τον εύκολο δρόμο, που ήταν να φτιάξει ένα σούπερ τρίο με τους φίλους του από την Team USA, αντί να επιμείνει στη μέχρι και φέτος 7χρονη προσπάθειά του να κατακτήσει ένα δακτυλίδι ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μίας ομάδας όπως οι Cavaliers. Εγώ θα συμφωνήσω εν μέρει με αυτήν την οπτική, κρατώντας όμως μία πιο διαλλακτική στάση, η οποία λέει ότι ο LeBron:
  • έχει ασφαλώς το δικό του μερίδιο αγωνιστικών και επικοινωνιακών ευθυνών για την αποτυχία να φέρει ένα πρωτάθλημα στο Cleveland.
  • άξιζε καλύτερων συμπαικτών, καλύτερου στησίματος ομάδας και καλύτερων προπονητών, απαιτήσεις που το management των Cavs ποτέ δεν κατάφερε να ικανοποιήσει πλήρως.
  • ως νέος άνθρωπος που έχει δείξει ότι του αρέσει η διασκέδαση, ήθελε να συνεχίσει την καριέρα του και τη ζωή του σε μία υπέροχη πόλη όπως το Miami, το οποίο έχει και το πλεονέκτημα της απουσίας πολιτειακού φόρου.
  • θεώρησε ότι θα απολάμβανε περισσότερο να παίζει μπάσκετ και να κερδίζει (πιθανόν) τίτλους στην ίδια ομάδα με δύο τόσο καλούς συμπαίκτες και φίλους.
  • δείχνει ίσως σχετικά αδύναμο χαρακτήρα από την άποψη ότι προτίμησε να αποφύγει την ενδεχόμενη αδυσώπητη μελλοντική κριτική που θα έπεφτε αποκλειστικά στους ώμους του εάν αποτύγχανε να κερδίσει τίτλους ως ο ηγέτης σε ομάδες μεγαλουπόλεων, όπως οι Bulls ή οι Knicks.
Τώρα, τις θεωρίες ότι ο Jordan ή ο Magic ή ο Bird ή οποιοσδήποτε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να νικήσει τους άλλους αστέρες από το να συμμαχήσει μαζί τους, δεν μπορεί να τις αναλύσει κάποιος σοβαρά, καθώς αποτελούν κατά ένα μεγάλο ποσοστό υποθετικές εκτιμήσεις. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα έπραττε και πώς θα αντιδρούσε ο MJ εάν βρισκόταν στο ίδιο σταυροδρόμι τη σήμερον ημέρα, έχοντας εκτεθεί και υποβληθεί στις κάθε είδους ισχυρές επιδράσεις του διαφορετικού κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο LeBron. Ενδεικτικά, πάντως, θα αναφέρω ότι ο Magic είχε δηλώσει πολύ παλιά ότι ο μόνος λόγος που αποφάσισε να παρατήσει το κολέγιο και να μπει στο draft του 1979 ήταν η ευκαιρία να παίξει μαζί με τον Kareem στους Lakers. Έτσι για να πάρουμε μία ιδέα του πόσο σημαντικό είναι για ταλαντούχους παίκτες να παίζουν με εξίσου ταλαντούχους παίκτες.

Εξάλλου, δε συμφωνώ με τη λογική ότι η συνάθροιση των αστέρων στο Miami είναι κάτι απαραίτητα κακό για το NBA. Καταρχήν, το ενδιαφέρον και η προσμονή για την επόμενη σεζόν έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, οπότε από αυτήν την πλευρά ο Stern είναι σίγουρα ευχαριστημένος. Σε αγωνιστικό επίπεδο, το παρελθόν έχει δείξει ότι κάθε ομάδα, είτε εδράζεται στη Νέα Υόρκη είτε στο Milwaukee, δεν υποχρεούται να ακολουθήσει το δρόμο της προσέλκυσης μεγάλων ονομάτων μέσω υπερβολικών δαπανών για να βρει την επιτυχία. Το παράδειγμα της Oklahoma City απέδειξε ότι η προσεκτική οικονομική διαχείριση και το σωστό κτίσιμο μέσα από το draft μπορούν να φέρουν θαυμαστά αποτελέσματα.

Εν τέλει, είτε το θέλουμε είτε όχι, τα συμβάντα αυτού του περίεργου καλοκαιριού σύντομα θα ξεθωριάσουν στη συλλογική μνήμη και το μόνο που θα απασχολεί το κοινό στην πρεμιέρα της 26ης Οκτωβρίου θα είναι το πόσο όμορφο μπάσκετ μπορούν να παίξουν οι Heat και το πόσο αποφασισμένες θα είναι οι υπόλοιπες 29 ομάδες να τους κερδίσουν. Ανάμεσα σε αυτές θα είναι και οι θυμωμένοι αλλά και μικρομεσαίοι πλέον Cavs, των οποίων οι εκτός Ohio οπαδοί θα μετρώνται πια δυστυχώς στα δάκτυλα του ενός χεριού.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Δύο πρωταθλητές, δύο αξέχαστες σειρές!



Έχουν περάσει αρκετές μέρες από την ολοκλήρωση των τελικών και των 2 σημαντικότερων εθνικών leagues στον κόσμο, όμως δε γινόταν να μην πω δύο λόγια για αυτούς, τώρα που βρήκα το χρόνο.

Ξεκινάω από το NBA, του οποίου τα Finals προσωπικά δικαίωσαν τις προσδοκίες. Μπορεί το επίπεδο του μπάσκετ που παίχτηκε στο παρκέ, ως προς την ποιότητα στην επιθετική δημιουργία και εκτέλεση των δύο ομάδων, να μην ήταν το καλύτερο (για την ακρίβεια κινήθηκε σε ρηχά νερά, αναλογιζόμενοι το υπάρχον ταλέντο και στις δύο ομάδες), όμως είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι fans του μπάσκετ χάρηκαν δεόντως αυτή τη σειρά, καθώς σηματοδότησε (προσωρινά) την επιστροφή στο μπασκετικό στιλ του NBA των 90's. Και όταν σκέφτεσαι NBA των 90's, σκέφτεσαι υπερβολικά physical παιχνίδι και περιστασιακό περιορισμό της τεχνικής από τη δύναμη, κάτι που αναλόγως με τις προτιμήσεις του καθενός, μπορεί να είναι ελκυστικό ή απωθητικό.

Πρόσφατα είχα παρακολουθήσει το ντοκιμαντέρ του ESPN που είχε ως θέμα του την κόντρα του Reggie Miller με τους Knicks στα μέσα της προ-προηγούμενης δεκαετίας και τα εξαιρετικά σκληρά playoff matchups μεταξύ Indiana και Νέας Υόρκης που απέρρεαν από αυτήν. Κάτι τέτοιες σειρές μου θύμισαν οι φετινοί τελικοί, με το καλώς εννοούμενο "ξύλο" να δίνει και να παίρνει, ειδικά στις δύο ρακέτες, όπου κάθε φάση έμοιαζε να είναι ανοιχτή σε κάθε κατάληξη. Από την άλλη, στην περιφέρεια τα handchecks και τα "ύποπτα" screens είχαν την τιμητική τους. Το σκληρό αυτό αμυντικό παιχνίδι έγινε φυσικά περισσότερο εμφανές στον τελευταίο αγώνα, όπου κατά στιγμές γινόταν πραγματικά "χαμός".

Πολλοί είπαν ότι δεν τους άρεσε καθόλου το πολύ δυνατό 7ο ματς κι ότι το χαμηλό σκορ έκανε τον αγώνα ανάξιο ενός Game 7. Εγώ διαφωνώ, αφού δέχτηκα χωρίς παράπονο τη "θυσία" των τέλειων επιθέσεων και των πολλών πόντων στο βωμό του καθολικά ανταγωνιστικότατου και πολύ σκληρού 48λέπτου, τα οποία στοιχεία προσέδωσαν μία "άγρια ομορφιά" (όσο κλισέ κι αν είναι αυτή η έκφραση, ταιριάζει απόλυτα στο 7ο παιχνίδι) σε ένα ματς που εν τέλει κρίθηκε σε ένα χαοτικό τελευταίο δίλεπτο, όπου έβαλαν μεταξύ άλλων μεγάλα τρίποντα ο Artest κι ο Rondo!

Συνεχίζοντας πρέπει να μιλήσουμε και για την υποδειγματική αμυντική συμπεριφορά των Celtics πάνω στον Kobe (έργο κυρίως του Tom Thibodeau, που πήρε την πολυπόθητη προαγωγή στους Bulls), που τον εξώθησε σε μία πολύ κακή βραδιά για το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα και δεδομένης της κλάσης του. "Βοήθησε" βέβαια και αυτός με μερικές κάκιστες επιλογές, όμως στα κρίσιμα έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, αφήνοντας περισσότερες πρωτοβουλίες στους Gasol και Artest. Ο πρώτος εκμεταλλεύθηκε με τον καλύτερο τρόπο την απουσία του Perkins, έχοντας 22% rebound% και βάζοντας ένα κρισιμότατο και δυσκολότατο καλάθι (που πάντως ήταν βήματα), ενώ ο Artest εκτός από το μεγάλο τρίποντό του έκανε τη ζωή πολύ δύσκολη στον Pierce.

Από τη μεριά των Κελτών, παρά την ψυχωμένη (και ίσως τελευταία γενικότερα) εμφάνιση του Rasheed οι Celtics δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν επιθετικά για να πάρουν τη νίκη σε ένα τόσο "στείρο" ματς, ενώ και οι αναπληρωματικοί τους ("Big Baby", Nate Robinson και Tony Allen) που τους είχαν δώσει τεράστια ώθηση στο Game 4, δεν κατάφεραν να κάνουν κάτι αξιόλογο.

Εν κατακλείδι, σε μία "περίεργη", με πολλές ανατροπές και μεταβολές απόδοσης σειρά, οι Lakers κατάφεραν να επικρατήσουν στις λεπτομέρειες, απέναντι σε μία Βοστώνη που λίγο έλειψε να κερδίσει 3 συνεχόμενες σειρές με μειονέκτημα έδρας, πράγμα που βεβαίως αποτελεί μεγάλο κατόρθωμα από μόνο του. Η γεύση που μένει μπορεί να είναι πικρή, όμως θεωρώ ότι με 1-2 προσθήκες (συν τη διατήρηση του Allen για άλλο ένα χρόνο τουλάχιστον) οι Celtics μπορούν να κάνουν μία τελευταία σοβαρή προσπάθεια του χρόνου για το πρωτάθλημα με τον υπάρχοντα κορμό των Big 4.

Αναφορικά με το βραβείο του MVP των Finals, μπορεί σίγουρα να γίνει κουβέντα και διχασμός απόψεων μεταξύ των Kobe και Gasol. Ο καθένας βοήθησε την ομάδα του με διαφορετικό τρόπο και ταυτόχρονα την έβλαψε σε διάφορα χρονικά σημεία της σειράς. Ο Kobe έβαζε πολλούς πόντους, έτεινε στο να παίρνει πολλές τραβηγμένες προσπάθειες, όμως έμοιαζε συχνά να είναι ο μοναδικός που είχε το σθένος να πάρει οποιοδήποτε μη ιδανικό σουτ, την ώρα που οι συμπαίκτες του κρύβονταν. Ο Gasol σε άλλα παιχνίδια εξουδετερώθηκε (Games 3 & 5) και σε άλλα υπερίσχυσε (Games 1 & 7) του Garnett, με την τελική συνεισφορά του να κρίνεται θετικότατη και καθοριστική για τον τίτλο. Προσωπικά θα προτιμήσω με πολύ μικρή διαφορά τον Kobe, λόγω του ότι η δράση του και η συνεχής απασχόληση από μέρους του της άμυνας των Celtics άνοιγε διαδρόμους και ευκαιρίες για όλη την υπόλοιπη ομάδα. Κάλλιστα όμως θα μπορούσε κάποιος να επιχειρηματολογήσει περαιτέρω υπέρ του Gasol.

Περνάμε στην ACB, όπου ζήσαμε την πλήρη κατάρριψη κάθε λογικής πρόγνωσης, εφόσον μόνο μία ομάδα επέδειξε την απαιτούμενη σταθερότητα και ετοιμότητα για μία σειρά που αναμενόταν "κλειστή", αργή και σκληρή. Και αυτή ήταν η Caja Laboral, που έφτασε σε ένα δύσκολο αλλά πανάξιο sweep, στερώντας το triple crown από τους Καταλανούς, οι οποίοι ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν τι πήγε λάθος και έχασαν 3 συνεχόμενες φορές από μία ομάδα κατώτερη (θεωρητικά και πρακτικά) καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς.

Η απάντηση βεβαίως είναι ότι η φημισμένη επιθετική λειτουργία της σπανίως δούλεψε στην εντέλεια στους τελικούς, με τον Ivanovic να έχει προετοιμάσει άριστα την ομάδα του στο αμυντικό κομμάτι. Παίζοντας εκπληκτική ομαδική άμυνα με πολλή κίνηση και φοβερή πειθαρχία, η Caja κατάφερε όχι μόνο να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τους πόντους από τους ψηλούς της Barca (μόνο ο Morris ξεχώρισε κάπως και λίγο ο N'Dong στο 1ο παιχνίδι, με το Lorbek να κάνει μετριότατη σειρά, αντιμετωπίζοντας μεγάλες δυσκολίες όποτε ματσαριζόταν με το Splitter), αλλά και να αφαιρέσει από την ομάδα του Pascual τη συγκομιδή σκορ από το τρίποντο, όπου είχε διαδοχικά στα 3 ματς τα εκπληκτικά άσχημα (για το επίπεδό της και τη σημασία των αγώνων) ποσοστά 31, 24 και 23%! Τέλος, ο Ivanovic θύμισε το Γιαννάκη του ντέρμπι του Δεκεμβρίου στο ΣΕΦ με τις άριστες οδηγίες του για την αντιμετώπιση του pick-n-roll, οι οποίες και συχνότατα έβγαζαν εκτός ρυθμού το Navarro.

Στην επίθεση η Caja βασιζόταν, όπως είναι λογικό, σε μεγάλο βαθμό στα post-ups του Splitter, ο οποίος και απέδειξε οριστικά και εμφατικά ότι όντως είναι ο καλύτερος ψηλός στην Ευρώπη, αν και αυτός ο άτυπος τίτλος δε θα κρατήσει για πολύ καθώς ετοιμάζει βαλίτσες για το San Antonio, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή στην καριέρα του, αφού πλέον το παιχνίδι του έχει ωριμάσει και εμπλουτιστεί. Άξιοι συμπαραστάτες του ο υπερδραστήριος Huertas, που έχει βελτιωθεί πάρα πολύ από την εποχή του προολυμπιακού τουρνουά το 2008, και ο Elyahu στο τελευταίο ματς, ο οποίος μπορεί να παραλληλιστεί με τον Antawn Jamison στη φυσικότητα με την οποία εκτελεί τα περίεργα floaters και layups του γύρω από το καλάθι.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει φυσικά και στο Fernando San Emeterio, ο οποίος με τα μεγάλα τρίποντά του στο 2ο ματς και το τεράστιο νικητήριο drive του στο τέλος του 3ου, εκτός του ότι πέρασε στο πάνθεον του ευρωπαϊκού μπάσκετ, ανέβηκε ξεκάθαρα ένα επίπεδο στα μάτια μου, καθώς δε μου είχε δώσει στο παρελθόν τόσα πολλά δείγματα επιθετικού ταλέντου και κυρίως στόφας μεγάλου παίκτη. Σίγουρα θα προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολλών ευρωπαϊκών ομάδων χάρη σε αυτούς τους τελικούς, αλλά ποιος φεύγει από την πρωταθλήτρια του καλύτερου league εκτός NBA; Άλλωστε υπό τον Ivanovic η καριέρα του φαίνεται να ανθεί.

Παρεμπιπτόντως, ομολογώ ότι ποτέ δε συμπάθησα τον από πολλές απόψεις δικτάτορα Μαυροβούνιο coach, καθώς η αυταρχική φύση τέτοιων προπονητών-"στρατιωτικών" που νιώθουν την ανάγκη να ελέγχουν κάθε στιγμή τα πάντα δε συμβαδίζει με την ψυχαγωγική λογική του μπάσκετ, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ. Πάντα αναγνώριζα όμως ότι ήταν μεγάλης κλάσης προπονητής, με την ικανότητα να παίρνει το maximum από κάθε παίκτη του, πλεονέκτημα που αποκτούσε μέσω της πειθαρχίας που κέρδιζε από τις θρυλούμενες εξοντωτικές προπονήσεις του (οι οποίες βέβαια ανά την καριέρα του οδηγούσαν σε πολλαπλούς τραυματισμούς στις ομάδες που δούλευε, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Οι τελικοί αυτοί, στους οποίους έλαμψε το προπονητικό "άστρο" του (καταδυναστεύοντας το αντίστοιχο του Pascual), απλά ενίσχυσαν τον καθολικό σεβασμό που απολαμβάνει από τους συναδέλφους του αλλά και από το μπασκετικό κοινό.

Για την ατμόσφαιρα των τελικών ήταν αναμενόμενο ότι δε θα έπρεπε να ανησυχούμε. Παρακολουθήσαμε 3 πολύ ευχάριστα ματς, μέσα σε κόσμια και απολύτως αθλητικά πλαίσια και με τη συνοδεία καλώς εννοούμενου ενθουσιώδους κοινού. Το πότε θα τα δούμε αυτά και στην Ελλάδα θα θέλαμε όλοι πολύ να το μάθουμε, αλλά βαθιά μέσα μας όλοι ξέρουμε ήδη την απάντηση.

Επόμενο σημαντικό μπασκετικό γεγονός; Το σημερινό NBA Draft, το οποίο και θα μας προσφέρει μπόλικο υλικό για ανάλυση.

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Χάος



Ο 4ος αγώνας στο ΣΕΦ μόλις έχει τελειώσει και επιτέλους η παρωδία έλαβε τέλος (τουλάχιστον εντός παρκέ). Το "καλύτερο πρωτάθλημα της Ευρώπης" έδειξε για ακόμα μια φορά την ταυτότητά του, που τόσο τεχνηέντως κρύβουν τα φορτωμένα rosters των δύο "αιωνίων" και οι επιτυχίες της Εθνικής. Τα συναισθήματα ποικίλλουν και είναι όλα αρνητικά. Οργή. Απογοήτευση. Απελπισία. Θλίψη. Ντροπή. Στο site του ΕΣΑΚΕ, το κύριο μήνυμα είναι "Αυτό είναι το μπάσκετ". Ε ναι, λοιπόν, κύριοι αυτό είναι το μπάσκετ μας. Το μπάσκετ της διοικητικής ανυπαρξίας, των καρεκλοκένταυρων, των απλήρωτων παικτών, των απαρχαιωμένων γηπέδων, των κάφρων, των οπαδικών στρατών, των οπαδικών διοικήσεων, των ανίκανων διαιτητών, του παρασκηνίου, της βρωμιάς, της σαθρότητας.

Σχόλια για τον αγώνα δεν πρόκειται να κάνω φυσικά. Γιατί για να υπάρχει αγώνας πρωταθλήματος, πρέπει να υπάρχει και πρωτάθλημα και δυστυχώς αυτό στην Ελλάδα είναι στη φαντασία μας. Όλα τα προβλήματά του (ομάδες που δεν πληρώνουν, απεργίες, ανυπαρξία τηλεοπτικών μεταδόσεων, κλπ.) το εξευτέλισαν φέτος και έληξε όπως του αξίζει, με το μεγαλύτερο, το χουλιγκανισμό, να θριαμβεύει σαν νέμεση σε αρχαιοελληνική τραγωδία. Οι ευθύνες; Αμέτρητες και προς πάσα κατεύθυνση. Η ανάληψη αυτών; Μηδενική.

Το γεγονός ότι εν έτει 2010 φτάνουμε να έχουμε ΔΙΑΚΟΠΗ αγώνα λόγω επεισοδίων θεωρούσα ότι θα είναι ενδεικτικό της κατάστασης στο ελληνικό μπάσκετ (για να μην πω ελληνικό αθλητισμό). Κι όμως δεν είναι. Και αυτό είναι το απογοητευτικό. Οι μεν πανηγυρίζουν για την κατάκτηση του 8ου συνεχόμενου πρωταθλήματος. Οι δε σχεδιάζουν τη διαδοχή του Γιαννάκη και πώς θα γλιτώσουν την τιμωρία. Και σε 2-3 μέρες κανένας δε θα ασχολείται με όσα γίνανε το βράδυ της Κυριακής στο ΣΕΦ. Με όσα κατ' επανάληψη γίνονται εδώ και πολλά χρόνια στα γήπεδά μας. Και αυτό είναι το χειρότερο, το πιο λυπηρό. Όλα αυτά είναι που με κάνουν πολλές φορές να γυρνάω την πλάτη στο πρωτάθλημά μας.

Ίσως πολλοί από εσάς να διαφωνήσουν, όμως, προσωπικά δεν έχω καμία όρεξη να παρακολουθώ μια διοργάνωση χωρίς αρχή και τέλος, όπου κανονισμοί δεν τηρούνται, λογική δεν υπάρχει και το μόνο που κυριαρχεί είναι το παρασκήνιο συνεπικουρούμενο από τη βία.

Δεν καταλαβαίνω την έκπληξη πολλών. Μήπως είναι η πρώτη φορά που γίνονται τέτοια πράγματα; Ή απλά μας πειράζει που τώρα διεκόπη ο αγώνας; Γιατί αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού. Απλά παρατείναμε τον κίνδυνο και παίζαμε με τη σωματική ακεραιότητα των παικτών και των φιλάθλων για να "τελειώσει ο αγώνας να πάμε σπίτια μας".

Και αυτό που μας καθησυχάζει είναι ότι "μερικοί ανεγκέφαλοι" τα κάνουν όλα. 100-200 άτομα. Τι είναι 100-200 άτομα στους 12.000; Μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο χουλιγκανισμός έχει ριζώσει βαθιά στην ήδη παρακμάζουσα κοινωνία μας και δε λέει να ξεριζωθεί γιατί κανένας δε νοιάζεται. Δυστυχώς, οι "100-200" είναι πολύ περισσότεροι και δε θα σταματήσουν να πολλαπλασιάζονται. Ένα παράσιτο δε σταματά να τρέφεται από τον ξενιστή του παρά μόνο όταν αυτός πεθάνει. Δυστυχώς, όμως, ούτε στο "θάνατο" δεν μπορούμε να ελπίζουμε, γιατί πρωταθλήματα θα συνεχίσουν να υπάρχουν και αυτά τα φαινόμενα δε θα σταματήσουν.

Πρόσφατα διάβαζα μια συνέντευξη του "πικραμένου" Γιώργου Βασιλακόπουλου, ο οποίος κοκορευόταν εμμέσως πλην σαφώς για το πού έχει φτάσει το ελληνικό μπάσκετ. Γέλασα. Δε φταίει, ωστόσο, μόνο αυτός. Απλά είναι ο εύκολος στόχος λόγω της θέσης του και της δύναμης που είχε τόσα χρόνια. Ευτυχώς, εδώ στο Run-N-Gun δεν είμαστε του παρασκηνίου και για αυτό το λόγο δεν μπορώ να κατονομάσω τους ανθρώπους που έχουν καταντήσει έτσι το ελληνικό μπάσκετ, πέραν των πιο προφανών. Όλοι τους φταίνε. Όλοι τους μας οδήγησαν στην απόλυτη ανυποληψία (σε μπασκετικό επίπεδο) και μας έκαναν να ντρεπόμαστε για αυτό που αγαπάμε τόσο πολύ.

Δεν ξέρω από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Από τους άσχετους ανθρώπους της ομοσπονδίας που έχουν καταστρέψει με τις αραχνιασμένες και αναχρονιστικές απόψεις τους την οποιαδήποτε πιθανότητα εξέλιξης; Από τους αδιάφορους προέδρους που δεν εκπληρώνουν ούτε τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους απέναντι στην πλειοψηφία των παικτών; Από τους ανεκδιήγητους διαιτητές που κακοποιούν το άθλημα συνεχώς; Από τους κομπλεξικούς παίκτες που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι αν θα παίζει ο Αμερικανός ή ο Έλληνας; Από τους προκλητικούς δύο "μεγάλους" που βιάζουν συνεχόμενα το μπάσκετ με διαφορετικό τρόπο ο καθένας; Από την αθλητική δικαιοσύνη που κλείνει πονηρά το μάτι σε μερικούς ή σφυρά αδιάφορα σε άλλους; Από την ηλιθιότητα, τη βαρβαρότητα και τη νοοτροπία της αλητείας που βασιλεύει σε ένα μέρος των οπαδών; Σίγουρα έχω ξεχάσει πολλά, σίγουρα δεν εστίασα σε όλα όσα θα ήθελα, όμως είναι μερικά ενδεικτικά του πώς φτάσαμε ως εδώ.

Το μέλλον; Δυσοίωνο. Μαύρο. Κανένας δεν ενδιαφέρεται να διορθώσει, μόνο να μπαλώσει. Οι τομές που πρέπει να γίνουν εδώ και πολύ καιρό, πάλι θα ξεχαστούν σε κάποιο συρτάρι και πολύ φοβάμαι ότι το χάος θα συνεχίσει να κυριεύει. Έτσι θα συνεχίσουν να βαυκαλίζονται οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ (και όχι μόνο) για τη φοβερή και τρομερή Α1, θα συνεχίσουν οι οπαδοί του Παναθηναϊκού να πανηγυρίζουν, του Ολυμπιακού να γκρινιάζουν και να προτρέπουν τη διοίκησή τους να πάρει πρωτοβουλίες στο παρασκήνιο (!) και οι υπόλοιπες ομάδες θα παλεύουν για την τρίτη θέση. Γιατί έτσι μάθαμε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Θα προτρέψω όποιον μπασκετόφιλο μας διαβάζει να δει κάτι άλλο. ΝΒΑ, ACB, Mundobasket, NCAA, οτιδήποτε. Να δούμε ότι υπάρχει και κάτι καλό, κάτι όμορφο, κάτι αγνά μπασκετικό. Μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει η νοοτροπία μας, να αλλάξουν οι παραστάσεις μας, να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει μόνο αυτό το χάλι που παρακολουθούμε εδώ κάθε χρόνο. Πολλοί μπορεί να με πουν υπερβολικό, όμως εκεί τουλάχιστον παίζεται μπάσκετ. Σας εγγυώμαι ότι δε θα το μετανιώσετε. Από όπου μπορούμε, όλοι μας πρέπει να αδράξουμε τις ευκαιρίες και να δούμε κάτι που να μας ικανοποιεί. Γιατί αυτή η εκτρωματική κατάσταση στο ελληνικό πρωτάθλημα ικανοποιεί μόνο τους κοιμισμένους, τους κομπλεξικούς και τους κάφρους.

Όσον αφορά στους αρμόδιους φορείς, δεν έχω κάτι να πω. Ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να ακούσει και κανένας. Θα συνεχίσουν τα παιχνίδια εξουσίας ασελγώντας πάνω στο πτώμα του ελληνικού μπάσκετ. Ντροπή σας κύριοι. Ντροπή σε όλους σας. Τουλάχιστον δεν έχετε ακόμα στο λαιμό σας κάποιο νεκρό. Με αυτήν την πορεία, όμως, που έχετε χαράξει, δεν είναι απίθανο να το δούμε και αυτό. Τίποτα δεν είναι απίθανο πια.

Στους Έλληνες παίκτες που αγωνίζονται εντός συνόρων (και που έχουν τη δυνατότητα να φύγουν έξω) θα ήθελα να εκφράσω την απορία μου. Γιατί; Σας ευχαριστεί να παίζετε υπό αυτές τις συνθήκες; Σας ευχαριστεί να συντηρείτε και εσείς με τον τρόπο σας αυτές τις συνθήκες; Αξίζει να ριψοκινδυνεύετε τις ζωές σας για μερικά ευρώ παραπάνω και για να κατακτήσετε 1-2 πρωταθλήματα Ελλάδος; Δε βλέπετε την ανυπαρξία της διοργάνωσης στην οποία πρωταγωνιστείτε; Γιατί συμβιβάζεστε;

Ξέρετε ότι δε μου αρέσει να μιλάω για τέτοια πράγματα, όμως πλέον η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Η έλλειψη τάξης, η απουσία οργάνωσης, η άρρωστη οπτική και η εξαφάνιση κάθε ίχνους λογικής συνθέτουν ένα ζοφερό τοπίο πάνω από το ελληνικό μπάσκετ. Τα υπάρχοντα πρόσωπα και οι ισχύοντες θεσμοί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να το αλλάξουν. Η απέχθειά μου για όλα αυτά εντείνεται μέρα με τη μέρα (όπως και κάθε νοήμονα ανθρώπου) και πλέον δεν μπορώ να τα ανέχομαι άλλο. Ευτυχώς το μαρτύριο τελείωσε. Η νεκροψία έδειξε αυτό που όλοι, όσοι ασχολούμαστε αρκετά με το άθλημα, γνωρίζαμε εδώ και πολύ καιρό. Το ελληνικό μπάσκετ είναι νεκρό.

Το ελληνικό μπάσκετ είναι νεκρό.

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Η καθυστέρηση του αναπόφευκτου



Οι τελικοί του φετινού πρωταθλήματος της Α1 είναι πλέον προ των πυλών, αφού όμως πρώτα παρακολουθήσαμε 2 πολύ ενδιαφέροντα ματς. Τα δεύτερα παιχνίδια της φάσης των ημιτελικών δεν είχαν καμία σχέση με τα πρώτα. Οι δύο καλύτερες ελληνικές ομάδες επικράτησαν ξανά των δύο outsiders, όμως αυτή τη φορά δυσκολεύτηκαν πολύ για να το καταφέρουν.

Στην Κυψέλη ο Παναθηναϊκός μπόρεσε να πάρει διαφορά στο ημίχρονο, όμως στη συνέχεια χαλάρωσε αρκετά, εμφάνισε αμυντικές αδυναμίες και απέτυχε στο να διατηρήσει τον έλεγχο του ρυθμού, επιτρέποντας έτσι στο μαχητικό Πανελλήνιο να βρει λύσεις μέσω των Χαραλαμπίδη (ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε φέτος να συμπεριληφθεί στην προεπιλογή της Εθνικής) και Βουγιούκα (που έχει σημειώσει μεγάλη μπασκετική ωρίμανση τον τελευταίο χρόνο). Το παιχνίδι κρίθηκε στα τελευταία λεπτά και ο Πανελλήνιος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε νικήσει αν παρουσιαζόταν ελάχιστα πιο ψύχραιμος και οργανωμένος στην τελευταία αμυντική κατοχή του (που κατέληξε στο αφύλακτο τρίποντο του Nicholas). Φυσικά αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί και αντίστροφα, υπό την έννοια ότι ο Παναθηναϊκός πήγε λίγο-πολύ να "χαρίσει" το ματς στην ομάδα της Κυψέλης με το χαζό foul του Tepic και τις ασυνήθιστα κακές άμυνές του στα τρίποντα του Smith.

Στο Μαρούσι παρακολουθήσαμε ένα ακόμα πιο αμφίρροπο και σκληρό ματς, όπου η ομώνυμη ομάδα έμοιαζε να πλησιάζει στη νίκη λίγο πριν το τέλος, όμως η αποκαρδιωτική έλλειψη καθαρού μυαλού σε συνδυασμό με καθοριστικά και "ψυχωμένα" plays από τους ερυθρόλευκους έδωσαν το παιχνίδι στον Ολυμπιακό. Το Μαρούσι πάντως έπαιξε σε γενικές γραμμές ωραίο μπάσκετ, με αρκετή κινητικότητα και όμορφες πάσες και διεισδύσεις στη ρακέτα, ενώ ο Ολυμπιακός προτίμησε τον πότε ασφαλή, πότε προβλέψιμο και "κουρασμένο" δρόμο της συνεχούς τροφοδότησης του Σχορτσιανίτη στο low post. Τα σχήματα του Γιαννάκη με 3 κοντούς είχαν και πάλι την τιμητική τους, με τον Penn να παίζει 36 (!) λεπτά και τον Teodosic να επιδεικνύει κατά διαστήματα έλλειψη σιγουριάς στις επιλογές του. Ο Vujcic έδωσε πολλές βοήθειες και στις 2 μεριές του παρκέ, ενώ ο Kleiza έδειξε πόσο μεγάλος παίκτης είναι αφού μίλησε όταν έπρεπε (αν και έχει κάνει βήματα στο νικητήριο καλάθι).

Οι 2 σειρές πλέον αναμένεται, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, να ολοκληρωθούν το Σαββατοκύριακο με τα τρίτα ματς, οδηγώντας μας βέβαια στη σειρά που περιμένουμε να δούμε από τον Οκτώβριο, το best-of-5 των τελικών, στο οποίο και ενδέχεται να κριθούν καριέρες και υστεροφημίες.

Προχωρώντας, είναι μία καλή ευκαιρία πιστεύω για την κατάθεση ενός ευρύτερου σχολίου για το πρωτάθλημα της Α1, το οποίο για μία ακόμα χρονιά κινήθηκε στα πλαίσια που αναμέναμε.

Το ελληνικό πρωτάθλημα σε γενικές γραμμές είναι ικανοποιητικού επιπέδου εντός παρκέ. Στα περισσότερα παιχνίδια του παίζεται σκληρό και ανταγωνιστικό μπάσκετ, με συνέπεια το ενδιαφέρον του θεατή για την έκβασή τους να παραμένει αμείωτο καθ' όλη τη διάρκειά τους. Η ποιοτική στάθμη από αγώνα σε αγώνα και από αγωνιστική σε αγωνιστική έχει προφανώς διακυμάνσεις, όμως συνολικά μπορώ να πω ότι το εντός παρκέ προϊόν μπορεί κάλλιστα να προσελκύσει ένα μέσο fan του αθλήματος. Υπάρχουν αρκετοί καλοί Έλληνες και ξένοι παίκτες και προπονητές, εγείροντας έτσι ισχυρό επιχείρημα για την κατάταξη του πρωταθλήματός μας στην 3η θέση παγκοσμίως με βάση το καθαρά αγωνιστικό επίπεδο.

Φανταστείτε, λοιπόν, πόσο πιο ελκυστικό θα μπορούσε να γίνει, αν διέθετε έστω και ένα ψήγμα οργάνωσης και αξιοπιστίας. Πλέον έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου θεωρούμε φυσιολογικότατα και καθημερινά φαινόμενα όλα τα παρακάτω (τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά):

  • απλήρωτους παίκτες (βλ. σχεδόν κάθε ομάδα εκτός από Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και Κολοσσό) που εναλλάσσονται κάθε μήνα και κατά συνέπεια υποβαθμίζουν αφάνταστα το προϊόν που παρουσιάζει μία ομάδα στο παρκέ
  • γήπεδα τεχνολογίας δεκαετίας του '90, για να μην πω του '80 (βλ. τα ΑΘΛΙΑ κλειστά των Πανελληνίου, Πανιωνίου, κτλ.)
  • ομάδες που δεν έχουν καμία θέση στο πρωτάθλημα λόγω επαναλαμβανόμενων οικονομικών ατασθαλιών που παρόλα αυτά συνεχίζουν να συμμετέχουν αριστίνδην (βλ. ΑΕΚ)
  • ο χουλιγκανισμός να μένει συνεχώς ατιμώρητος, αποθαρρύνοντας σε ΤΕΡΑΣΤΙΟ βαθμό τον απλό κόσμο από το να πάει στο γήπεδο
  • μηδενική αίσθηση του marketing και του promotion του μπασκετικού προϊόντος από τις περισσότερες ομάδες
  • μία διοργανώτρια αρχή (ΕΣΑΚΕ) που αποτελεί ντροπή για τον αθλητισμό (τον παγκόσμιο, γιατί για τον ελληνικό είναι αυτό που του αξίζει) και πρεσβεύει την προχειρότητα και έλλειψη κοινής λογικής στα πάντα (από το διαγωνισμό καρφωμάτων στο All-Star Game, μέχρι τις ακατανόητες απαγορεύσεις αναφορικά με τη μετανάστευση στο εξωτερικό Ελλήνων παικτών)

Φυσικά ξεχνάω πολλά ακόμα, όμως η ουσία συχνά βρίσκεται στα πιο απτά πράγματα. Αν βάζαμε, ας πούμε, 100 Λιθουανούς ή Σέρβους fans του μπάσκετ να παρακολουθήσουν μία αγωνιστική της Α1 και μία αγωνιστική της Liga ACB της Ισπανίας και τους προκαλούσαμε να διαλέξουν ποιο από τα 2 πρωταθλήματα θα προτιμούσαν να παρακολουθούν εφεξής, είναι βέβαιο ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 95% θα διάλεγε την ACB, και αυτό δε θα οφειλόταν πρώτιστα στο αγωνιστικό προβάδισμα των Ισπανών. Τουναντίον. Απλά συγκρίνετε αυτό με αυτό. Ή αυτό με αυτό.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι στη δύσκολη εποχή που διανύουμε είναι δύσκολο να αλλάξουν στο άμεσο μέλλον οι τύχες του ελληνικού πρωταθλήματος, εφόσον το τελευταίο έχει ήδη φτάσει σχεδόν στον πάτο της οργανωτικής και οικονομικής εξαθλίωσης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι με προσεκτική διαχείριση της έμψυχης και άψυχης περιουσίας αυτού και των ομάδων του δε θα μπορούσε να επέλθει μία κάποια σταθερότητα, ισονομία και ισορροπία, που θα έφερνε και το πολυπόθητο στοιχείο της απροβλεψιμότητας σε μία διοργάνωση τους φιναλίστ της οποίας γνωρίζουμε κάθε φορά πριν καν αρχίσει η σεζόν.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Η δίκη του Παναγιώτη Γιαννάκη



Έχει περάσει μια εβδομάδα από το Final 4 της Euroleague και πλέον μπορούμε να προβούμε με ασφάλεια και ηρεμία σε κρίσεις και να αποφύγουμε τις απόλυτες, συναισθηματικά φορτισμένες απόψεις (είτε θετικές είτε αρνητικές). Μετά το τέλος του τελικού απέναντι στην Barcelona, σχεδόν το σύνολο του αθλητικού Τύπου της χώρας έσπευσε να κατακεραυνώσει το Γιαννάκη, αποδίδοντάς του το σύνολο των ευθυνών για τις κακές εμφανίσεις του Ολυμπιακού στο Παρίσι. Αντίθετα, οι υπέρμαχοι του Έλληνα coach αρνούνταν επιδεικτικά όλες τις κατηγορίες και υποστήριζαν την αθωότητα του "Δράκου". Θα ήθελα, λοιπόν, να πάρω και εγώ θέση σε όλα αυτά που ακούγονται τον τελευταίο καιρό. Είναι γεγονός ότι είναι πολλοί αυτοί που θα ήθελαν να δουν τον κατηγορούμενο να καταδικάζεται και να φεύγει από τον Ολυμπιακό το καλοκαίρι. Αρκετοί, μάλιστα, ακόμα και αν οι ερυθρόλευκοι κατακτήσουν το πρωτάθλημα, απλά θα συμβιβαστούν με την παραμονή του.

Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να βρούμε ποιες ευθύνες αναλογούν στο Γιαννάκη και να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αν είναι τελικά αθώος ή ένοχος; Ας εξετάσουμε πρώτα το ματς της Κυριακής και εν γένει την παρουσία του Ολυμπιακού στο δεύτερο συνεχόμενο Final 4.

Το γεγονός είναι ότι ο Ολυμπιακός έχασε εύκολα από την Barcelona. Σε ελάχιστα σημεία κατάφερε να την κοντράρει και αυτό για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα. Όσοι ισχυρίζονται ότι ο Ολυμπιακός έχασε από το τρίποντο του Sada στη λήξη του χρόνου και ακολούθως το εκπληκτικό drive του Navarro πάλι στη λήξη της επίθεσης και μάλιστα χαρακτηρίζουν αυτά ως «τυχερά», τότε απλά εθελοτυφλούν. Το αν ένα σουτ γίνεται με κακές προϋποθέσεις έχει σαφώς τη σημασία του. Όσοι, ωστόσο, προσέξουν τις δύο φάσεις θα πρέπει να παρατηρήσουν ότι στο συγκεκριμένο σημείο του αγώνα ο Ολυμπιακός έχει κάνει εύκολα λάθη στην επίθεση, ενώ και η άμυνα του Παπαλουκά στο Sada δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Για το Navarro δεν μπορώ να σχολιάσω τίποτα, γιατί από έναν τέτοιο παίκτη περιμένεις να βάζει και καλάθια σαν το προαναφερθέν.

O Ολυμπιακός δε βρήκε ποτέ απάντηση στη διαρκή κίνηση της Barcelona. Ούτε όταν αυτή γινόταν στην baseline και κατέληγε σε καλάθι μετά από γρήγορες συνεργασίες των ψηλών, ούτε όταν οι περιφερειακοί του Ολυμπιακού χάνονταν στα screens (παρότι αρκετά από αυτά ήταν αντικανονικά) και άφηναν το Navarro να εκτελεί από τη γραμμή του τριπόντου. Η αμυντική αυτή αδυναμία, πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό στο τεχνικό επιτελείο που δεν είχε προετοιμάσει την ομάδα σωστά, δεν είχε διαβάσει το παιχνίδι του αντιπάλου, δεν προσαρμόστηκε ούτε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και έτσι οι ερυθρόλευκοι έμοιαζαν μια ταχύτητα πιο αργοί από την αντίπαλό τους, αλλά κυριότερα από τον ίδιο τους τον εαυτό μέχρι πριν το Final 4.

Ακόμα, παρουσιάστηκε από τον ελληνικό Τύπο ότι ο Ολυμπιακός δεν είχε τα απαραίτητα μεγέθη για να κοντράρει την Barcelona. Επίρρωση αυτής της άποψης, μάλιστα, αποτέλεσαν οι πολλές τάπες που δέχθηκαν οι παίκτες του Ολυμπιακού από τους Καταλανούς. Δε νομίζω, ωστόσο, ότι το πρόβλημα ήταν η υψομετρική διαφορά. Οι ψηλοί του Ολυμπιακού καθυστερούσαν να εκτελέσουν χαρακτηριστικά, προκαλώντας έτσι την άμυνα (που δε φοβόταν το περιφερειακό σουτ) να κλείσει πάνω τους και να καταφέρει να τους περιορίσει, αρκετές φορές θεαματικά. Ούτε και σε αυτόν τον τομέα ήταν διαβασμένος ο Ολυμπιακός. Γρήγορη κυκλοφορία δεν υπήρχε, ούτε και ακροβολισμένοι σουτέρ και έτσι ο Vazquez έκανε πάρτι και μοίραζε τάπες σε όποιον επιχειρούσε να σκοράρει κάτω από το καλάθι. Προσωπική μου άποψη αποτελεί ότι ο Γιαννάκης δεν εκμεταλλεύτηκε σωστά τους παίκτες του. Φοβήθηκε να ρισκάρει. Μια 5άδα με Παπαλουκά, Childress, Bασιλόπουλο, Kleiza και Μπουρούση ίσως ήταν "άσσος στο μανίκι" του προπονητή του Ολυμπιακού καθώς θα συνδύαζε ψηλά κορμιά, δημιουργία, αξιοπρεπές περιφερειακό σουτ, συνέπεια στην άμυνα, δε θα υστερούσε στο rebound κλπ. Όλα αυτά, βέβαια, είναι εντελώς θεωρητικά, αλλά δυστυχώς δεν τα είδαμε και στην πράξη για να τα κρίνουμε.

Γενικά, αυτό που με απογοήτευσε περισσότερο όσον αφορά στο προπονητικό θέμα ήταν ότι ο Γιαννάκης δε φάνηκε να έχει ετοιμάσει τίποτα το ξεχωριστό, τίποτα το ιδιαίτερο για αυτούς τους δύο αγώνες. Το να βάζεις τον Beverley και τον Penn να πιέζουν τους χειριστές του αντιπάλου (για παράδειγμα) δεν αποτελεί κάποια φοβερή έμπνευση. Αν πάλι, είχε σχεδιαστεί κάτι αλλά δε βγήκε ποτέ στο παρκέ, δεν μπορώ να το ξέρω. Για όσους, πάντως, κρίνουν αρνητικά την αλλαγή του Beverley στο comeback του Ολυμπιακού, οφείλω να πω ότι με Penn και Beverley μαζί, η ομάδα ήταν σε μειονεκτική θέση επιθετικά από τη στιγμή που δεν έβρισκε τρόπο να τους αξιοποιήσει, άρα καλώς βγήκε ένας από τους δύο. Αν με ρωτούσατε εκείνη τη στιγμή, θα προτιμούσα και εγώ να μην είναι ο νεαρός, αλλά ο ουδέτερος Scoonie που παρουσιάστηκε άτολμος πέραν του δέοντος .

Επίσης, θα καταλόγιζα στο Γιαννάκη ότι δεν εκμεταλλεύτηκε καθόλου καλά τον Kleiza. Μπορεί ο Λιθουανός να φαινόταν εκτός παιχνιδιού, όμως ούτε βρήκε περιφερειακό σουτ, εγκλωβιζόταν συχνά μέσα στη ρακέτα, δεν απείλησε από το high post όπως μπορεί και γενικά φάνηκε να μην έχει τις κατάλληλες οδηγίες για τη σύνθετη άμυνα της Barcelona και μοιραία μπερδευόταν και εκνευριζόταν (δε δικαιολογώ βεβαίως τις υπερβολές του). Επιπρόσθετα, δεν υπήρχε σε αυτό το Final 4 ένας σκόρερ που να έρχεται από τον πάγκο για τον Ολυμπιακό. Ο Παπαλουκάς σίγουρα δεν είναι τέτοιος, ο Μπουρούσης δεν επιτέλεσε αυτό το ρόλο και ο μόνος που θα μπορούσε ίσως να το κάνει (Halperin) αγωνίστηκε ελάχιστα. Ήταν λες και οι μόνες λύσεις που θα μπορούσαν να δώσουν οι αναπληρωματικοί του Ολυμπιακού περιορίζονταν στο αμυντικό κομμάτι και από τη στιγμή που και οι βασικοί είχαν επιθετικό πρόβλημα, αυτό διογκώθηκε και δεν επιλύθηκε ποτέ.

Είναι σαφές, λοιπόν, το κατηγορητήριο κατά του προπονητή του Ολυμπιακού. Οι ευθύνες που έφερε ήταν συγκεκριμένες και αυξημένες σε ορισμένα ζητήματα. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι ένας τελικός κρίνεται και από απροσδόκητα γεγονότα.

Ο τραυματισμός του Teodosic σίγουρα επηρέασε όλη την ομάδα. Ο Σέρβος ήταν ζεστός, ήταν αυτό που έλειπε από τον Ολυμπιακό, αλλά δεν είχε τις ανάσες για να κάνει τη διαφορά. Από την άλλη, ο Navarro είχε βρει ρυθμό και ήταν ασταμάτητος (σε αυτό βέβαια συνετέλεσε και η κακή άμυνα του Ολυμπιακού). Επίσης, ελαφρυντικό αποτελεί για τον προπονητή το πολύ κακό βράδυ του Childress και του Kleiza, οι οποίοι όσο και αν δε βοηθήθηκαν από το Γιαννάκη, ήταν εμφανώς εκτός ρυθμού και έκαναν τη ζωή των παικτών της Barcelona πολύ εύκολη. Τη συνομωσιολογία γύρω από τη διαιτησία, τις ισπανικές συμμαχίες και την καλά κρυμμένη σφαγή του Ολυμπιακού τη θεωρώ ασόβαρη και δε θεωρώ ότι οι referees έκριναν τον αγώνα σε κανένα σημείο.

Πηγαίνοντας τώρα στην υπεράσπιση του "Δράκου", θεωρώ ότι η όλη κριτική που του ασκείται είναι έως ένα βαθμό υπερβολική. Ο Ολυμπιακός πήγε στον τελικό της Euroleague γιατί ήταν μία από τις δύο καλύτερες ομάδες φέτος στην Ευρώπη και σε αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο και ο προπονητής του. Υποθετικά σενάρια στα οποία ο Ολυμπιακός θα είχε διαφορετικές κληρώσεις, δυσκολότερους αντιπάλους κλπ. δεν έχουν καμία πρακτική εφαρμογή γιατί από την αρχή της χρονιάς, η ομάδα έφτιαξε μόνη της το δρόμο της βγαίνοντας πρώτη και στους δύο ομίλους, εξασφαλίζοντας το πλεονέκτημα στα playoffs και νικώντας την έκπληξη της διοργάνωσης στον ημιτελικό. Δε γίνεται, λοιπόν, ο προπονητής του Ολυμπιακού να μην έχει μερίδιο σε όλα αυτά.

Στο Γιαννάκη πιστώνεται και το πολύ όμορφο μπάσκετ που παίζει φέτος ο Ολυμπιακός. Παρατώντας το πατροπαράδοτο στιλ, στο οποίο τον είχαμε συνηθίσει, ο προπονητής του Ολυμπιακού άφησε την ομάδα να τρέξει, άφησε πρωτοβουλίες στους παίκτες του, επεδίωξε το θέαμα και χειρίστηκε ικανοποιητικά όλες τις καταστάσεις που προέκυψαν στο δρόμο για το Παρίσι. Το θεωρώ άδικο, λοιπόν, να κατακεραυνώνεται επειδή η ομάδα έκανε δύο άσχημα παιχνίδια και τελικά έχασε από μια εξαιρετική Barcelona, που έχει ισοπεδώσει τους πάντες στο διάβα της φέτος.

Σίγουρα ο σχεδιασμός του roster θα μπορούσε να είναι καλύτερος. Η φημολογούμενη επιθυμία του Γιαννάκη για αποχώρηση του Teodosic και του Σχορτσιανίτη αποτελεί αρνητικό στοιχείο, όπως άλλωστε και η αδυναμία του να αξιοποιήσει το Von Wafer (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έφταιγε εξίσου και ο παίκτης). Ακόμα, η γύμνια του Ολυμπιακού στη θέση «2» όταν λείπει ο Teodosic είναι χαρακτηριστική και σε συνδυασμό με την καθίζηση του Halperin βαραίνει σε μεγάλο βαθμό τον προπονητή του Ολυμπιακού, ο οποίος θέλω να πιστεύω ότι κάνει τις επιλογές για τους παίκτες που αποκτώνται (π.χ. Penn). Ακόμα και έτσι, ωστόσο, η πορεία σε έναν τελικό Euroleague δεν μπορεί να κριθεί αποτυχημένη, έστω και αν αδιαμφισβήτητος στόχος ήταν η κατάκτηση του τροπαίου.

Σίγουρα, λοιπόν, ο coach των "κόκκινων" έχει κάνει αρκετά και σοβαρά λάθη, όπως επεσήμανα και παραπάνω (διαχείριση ρυθμού, έλλειψη "σκληράδας", έλλειψη επιθετικού πλάνου, κακό scouting αντιπάλου κλπ). Είναι, ωστόσο, αναντίρρητο ότι ο Ολυμπιακός παίζει εξαιρετικά και έφτασε ένα βήμα από την κατάκτηση της πρώτης θέσης. Προσωπικά, και ενώ ο Ολυμπιακός είναι ακόμα στη διεκδίκηση του πρωταθλήματος Ελλάδας, θα ήθελα να δω πώς θα διαχειριστεί ο Γιαννάκης και αυτά τα παιχνίδια πριν βγάλω μια τελεσίδικη απόφαση. Όσον αφορά στις καταστροφικές κρίσεις του Τύπου, θα τις χαρακτήριζα άτοπες, υπερβολικές και έως ένα βαθμό εμπαθείς.

Μένει, λοιπόν, να δούμε αν το τεκμήριο αθωότητας του Έλληνα προπονητή θα καταρριφθεί με την απώλεια του πρωταθλήματος ή αν θα μάθει από τα λάθη του (όπως συνηθίζει να κάνει φέτος) και θα καταφέρει να εξιλεωθεί για την κακή του εμφάνιση στην πόλη του φωτός, κατακτώντας τον τίτλο με μειονέκτημα έδρας απέναντι στον Παναθηναϊκό.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Απλά η κορυφαία!



Ο τίτλος του παρόντος άρθρου είναι το καθολικό συμπέρασμα που βγάζουμε και που θα θυμόμαστε από αυτό το Final 4 τα επόμενα χρόνια. Και αποτελεί την πλήρη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

Η Barcelona σε όλη τη χρονιά είχε αποδείξει ότι τη διακρίνει άριστη διάκριση ρόλων, με κάθε παίκτη στο roster της να γνωρίζει ακριβώς τι απαιτείται από αυτόν στο παρκέ και τη θέση που θα πρέπει να κατέχει πάνω σε αυτό. Το gameplan και η "ιεραρχία" των παικτών στα plays είναι ξεκάθαρη, με συνέπεια σπανίως να παρατηρείται σύγχυση ή κακό spacing (αποστάσεις).

Τα παραπάνω στοιχεία δε θα μπορούσαν να μη φανούν και στον προχθεσινό τελικό. Ο Xavi Pascual εφάρμοσε για άλλη μία φορά άριστο rotation, κρατώντας ξεκούραστη την ομάδα του για όλο σχεδόν το ματς και παίρνοντας το maximum από ποιοτικούς ρολίστες όπως ο Morris, ο Sada και ο N'Dong. Εκμεταλλευόταν συνεχώς τα προτερήματα του καθενός από αυτούς στην επίθεση: ο Morris σούταρε τα αγαπημένα του τρίποντα από την κορυφή, ο N'Dong απέδειξε την ευκολία με την οποία "ολοκληρώνει" καλές πάσες στη ρακέτα, ο Sada κράτησε το ρυθμό όταν ο Rubio φαινόταν να κουράζεται και να υποπίπτει σε λάθη λόγω της πίεσης των Teodosic, Beverley, κτλ.

Φυσικά ο Pascual ευτύχησε να έχει σε μεγάλη μέρα το Navarro, ο οποίος έβαλε τα κρίσιμα σουτ που φοβόμασταν και απευχόμασταν. Παρόλα αυτά, η γενική εντύπωση είναι ότι ο Ισπανός επικράτησε του Παναγιώτη Γιαννάκη στη λεγόμενη "μάχη των πάγκων". Μπήκε πολύ δυνατά και με επιθετική άμυνα στο ματς (ξέροντας ότι ο Ολυμπιακός ξεκινάει συνήθως νωθρά τα παιχνίδια μέχρι να βρει ρυθμό). Εφάρμοσε (όπως πάντα) γρήγορη κίνηση και κυκλοφορία της μπάλας στην περιφέρεια, ψάχνοντας τα "ανοίγματα" για drives μέσω των οποίων θα κατέρρεε η inside άμυνα των ερυθρολεύκων (όπως και έγινε), χτυπώντας στις αργές αμυντικές περιστροφές τους και παίρνοντας εύκολα καρφώματα και κοντινά σουτ από τους ψηλούς. Έδωσε εντολή στο Rubio να τρέξει όποτε μπορούσε. Εντόπιζε σχεδόν όλα τα mis-matches και τα εκμεταλλευόταν.

Από την άλλη, ο Γιαννάκης, ενώ μέχρι πριν το Final 4 έκανε μακράν την καλύτερη προπονητικά χρονιά του στον Ολυμπιακό, στο κρισιμότερο σημείο φάνηκε να μην έχει κάνει καλή προετοιμασία και "διάβασμα" των αγώνων. Στον ημιτελικό οι Vesely, McCalebb και Maric, ή αλλιώς οι 3 από τους 4 καλύτερους παίκτες της Partizan, έφτασαν τον ΟΣΦΠ ένα βήμα από τον αποκλεισμό, παίζοντας το ίδιο στιλ μπάσκετ που o Vujosevic χρησιμοποιεί όλη τη σεζόν (και με το οποίο είχε κερδίσει τον Ολυμπιακό στο Βελιγράδι). Στον τελικό, ο Ολυμπιακός κατά διαστήματα θύμισε την περσινή επιθετικά "αρτηριοσκληρωτική" ομάδα, με πολλή στασιμότητα, ελάχιστη κίνηση μακριά από την μπάλα και προβλέψιμα plays. Η Barca τα είχε μελετήσει και τα "έκλεινε" με καίρια collapsing και σωστή πίεση στην μπάλα. Επιπροσθέτως, οι "κόκκινες" επιστροφές ήταν πιο αργές από το επιθυμητό, επιτρέποντας στους Καταλανούς πολλά σουτ σε δευτερεύοντα αιφνιδιασμό, τα οποία βεβαίως είναι η καλύτερη "συνταγή" για την απόκτηση ρυθμού και ψυχολογικού προβαδίσματος.

Κάποιες επιπλέον παρατηρήσεις σχετικά με την προπονητική πλευρά του τελικού:
  • Άμα είναι να εμπιστευτείς το Halperin, πρέπει να έχεις έτοιμα μερικά plays για να εκμεταλλευτείς την ικανότητά του στο σουτ μετά από πάσα.
  • Εφόσον ο Navarro δείχνει ότι βρίσκεται σε καλή μέρα, πρέπει να κάνεις κάτι για να τον εκνευρίσεις, είτε πιο σκληρή on-ball άμυνα, περισσότερες παγίδες, να επιχειρείς πιο επιθετική αντιμετώπιση των screens, λιγότερα "τζογαρίσματα" (δηλαδή γεμάτες ρίσκο προσπάθειες για κλέψιμο) σε πάσες προς αυτόν, κτλ.
  • Ο Mickeal είναι καλός αμυντικός και διαθέτει ευρύ ρεπερτόριο επιθετικών κινήσεων, οπότε από τη μία πρέπει να προσφέρεις μέσω των plays καλύτερες προϋποθέσεις στον Childress για να σκοράρει απ' ότι με προβλέψιμα 1-on-1 drives και από την άλλη πρέπει να αποφεύγεις το παραμικρό switch πάνω στον Pete (όπως στο κρίσιμο καλάθι του πάνω από τον Beverley).
  • Ο Pascual ρίσκαρε ελαφρά με την εξαρχής τοποθέτηση του Lorbek πάνω στον Kleiza, όμως ο Σλοβένος τον δικαίωσε (όπως και ο Morris σε αντίστοιχο ρόλο στο 4ο δεκάλεπτο) σε μεγάλο βαθμό, παίζοντας σωστή, συγκρατημένη και χωρίς foul άμυνα πάνω στον εκνευρισμένο Λιθουανό. Τον τελευταίο δεν βοήθησε και η έλλειψη σωστής κατανομής χώρου στην επίθεση του Ολυμπιακού, που θα του έδινε περισσότερες ευκαιρίες για να προσπεράσει το Lorbek στην ντρίμπλα ξεκινώντας από την περιφέρεια.
  • Παρότι μερικοί μίλησαν για λανθασμένη επιλογή του Γιαννάκη να βγάλει τον Beverley στα μέσα του 3ου δεκαλέπτου, προσωπικά την κρίνω σωστή, εφόσον το (έστω μερικό) comeback είχε υλοποιηθεί και ο Ολυμπιακός έπαιζε ουσιαστικά με -1 παίκτη στην επίθεση, λόγω της δεδομένης ανικανότητας του Αμερικανού στο halfcourt παιχνίδι.
  • Η μέτρια φυσική κατάσταση του Teodosic σε αυτό το ματς αποτελεί σίγουρα ένα ελαφρυντικό για το Γιαννάκη, αφού ο Σέρβος ξεκίνησε πολύ δυνατά και δραστήρια το ματς πριν κουραστεί και ζητήσει αλλαγή. Σα να μην έφτανε αυτό, ο Penn κινήθηκε, όπως και στον ημιτελικό, σε χαμηλά νερά.
  • Η ζώνη που εφάρμοσε στο 2ο δεκάλεπτο ο coach του Ολυμπιακού ήταν καλή ως σκέψη, όμως τα μέτρια box-outs που συνήθως απορρέουν από αυτό το είδος άμυνας οδήγησαν σε 2 συνεχόμενα επιθετικά rebounds και τελικά ένα τρίποντο του Basile.
  • Η αγωνιστική κατάσταση του Vujcic φάνηκε να έχει χειροτερέψει πολύ αυτό το τριήμερο, οπότε σωστά χρησιμοποιήθηκε λίγο και στους δύο αγώνες, εφόσον αμυντικά ήταν αφερέγγυος.
  • Η Barca κατά περιόδους "αγκιστρωνόταν" υπερβολικά στα σουτ τριών πόντων, όμως τελικά δικαιώθηκε, χάρη και στην αδράνεια της ερυθρόλευκης άμυνας (όπως σε δύο κρισιμότατα χαμένα rebounds όταν η διαφορά ήταν στο -7).
  • Στην τελευταία περίοδο η άμυνα της Barcelona χαλάρωσε ελαφρά, όμως στην επίθεση συνέχιζε να είναι αποτελεσματικότατη, κόβοντας κάθε "κόκκινη" ελπίδα για επαναφορά στο παιχνίδι.
Ας δούμε μερικές περιπτώσεις κακών επιθετικών και αμυντικών αντιδράσεων του Ολυμπιακού στον τελικό.


Η (επαναλαμβανόμενη φέτος) αδυναμία συγκέντρωσης στη γραμμή της "φιλανθρωπίας" και τα κρίσιμα χαμένα αμυντικά rebounds ψαλίδισαν τις ελπίδες του ΟΣΦΠ για την κατάκτηση της Euroleague για πρώτη φορά από το 1997.


Συνολικά καλύτερος για την ελληνική ομάδα ήταν ασφαλώς ο Παπαλουκάς, καθώς ήταν ο μόνος που έφτανε με συνέπεια κοντά στο καλάθι των Ισπανών και ο μόνος που μπορούσε να αποφύγει, χρησιμοποιώντας όπως πάντα σωστά το σώμα του ως "ασπίδα", τα blocks των αθλητικών ψηλών της Barca. Ο Μπουρούσης δεν ήταν κακός, αλλά δεν έκανε τη διαφορά στα δύο καλάθια όπως στον ημιτελικό, ενώ ο Μαυροκεφαλίδης δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Ο Sofo κέρδισε fouls, είχε καλές τοποθετήσεις στη ρακέτα χάρη στη δύναμή του αλλά κουράστηκε γρήγορα και η έλλειψη άλματος τον δυσκόλευε απέναντι στο Vazquez και τον N'Dong, οι οποίοι έκαναν πολύ μεστό ματς.

Όσον αφορά στις άλλες 2 ομάδες του τελικού τουρνουά, η Partizan υπερέβαλε εαυτόν στον ημιτελικό, οδηγούμενη από το πολύ καλό κοουτσάρισμα του Vujosevic, και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε βρεθεί στον τελικό αν είχε κάνει κάποιου είδους box-out στο κάρφωμα του Childress, ενώ η CSKA κατάφερε να επιβάλει το ρυθμό και το σκληρό παιχνίδι της στην Barca στο μεταξύ τους ματς, όμως της στοίχισε το ότι ο Siskauskas δεν πήρε βοήθειες στο σκοράρισμα στα κρίσιμα.

Εν τέλει ο Ολυμπιακός μπορεί να μην κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί όλη τη σεζόν στο Final 4, όμως θεωρώ ότι η φετινή ομάδα (και ο Γιαννάκης) θα πρέπει να κριθεί οριστικά μετά την ολοκλήρωση του ελληνικού πρωταθλήματος, καθώς ενδεχόμενη κατάκτηση του τροπαίου θα σημάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια επιτυχημένη και μία μέτρια προς απογοητευτική σεζόν.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Πρόγευση τελικού!


Όσο προετοιμάζεστε για το μεγάλο τελικό της Euroleague απόψε το βράδυ, ρίξτε μία ματιά στο παρακάτω διάγραμμα. Απεικονίζει τις (προβλεπόμενες) βασικές 5άδες των δύο ομάδων με 2 θετικά και 2 αρνητικά στοιχεία για κάθε παίκτη, καθώς και τις σχέσεις συνεργασίας (μεταξύ συμπαικτών) και εκμετάλλευσης αδυναμιών/αντιμετώπισης προτερημάτων (μεταξύ αντιπάλων) που αναμένεται να αναπτυχθούν στο παρκέ.

(Κλικάρετε πάνω στην εικόνα.)


Καλή επιτυχία στην ελληνική ομάδα!

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Επικίνδυνο πλεονέκτημα...



Έφτασε λοιπόν η κορυφαία ετήσια στιγμή του ευρωπαϊκού μπάσκετ, το Final 4 της Euroleague! Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος αναμένεται να προσφέρει σκληρά ματς, αγωνία και (για τους μισούς 40λεπτη και για τους υπόλοιπους 80λεπτη) αφοσίωση στην προσπάθεια για κατάκτηση του δοξασμένου τροπαίου. Ας εξετάσουμε τα δεδομένα των φετινών ημιτελικών.

Ξεκινώ από τον αγώνα του Ολυμπιακού με την Partizan. Όλοι ξέρουμε ότι ο ΟΣΦΠ υπερέχει στο θέμα "ταλέντο". Η επιθετική του πολυφωνία είναι εντυπωσιακή και ικανή να "γονατίσει" ακόμα και τις καλύτερες άμυνες από τη στιγμή που θα βρει χώρο να δράσει. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στιγμή είναι εκ προοιμίου ασαφής και αβέβαιη.

Όπως είδαμε και στα ματς των playoffs της Α1 με τον Άρη (χαμηλότερης ανταγωνιστικότητας παιχνίδια μεν, αξιοποιήσιμα για την παραγωγή συμπερασμάτων δε) αλλά και άλλες φορές στη διάρκεια της σεζόν, ο Ολυμπιακός έχει την τάση να ξεκινά με σχετική έλλειψη συγκέντρωσης τα παιχνίδια, και ηθελημένα ή μη χτίζει momentum όσο κυλούν τα λεπτά, έτσι ώστε περίπου στο 3ο δεκάλεπτο να έχει βρει τον απαραίτητο ρυθμό αλλά και να έχουν ζεσταθεί οι scorers-κλειδιά του (Teodosic, Kleiza, Childress) για να μπορέσει να "κλειδώσει" το ματς. Ο Vujosevic προφανώς το ξέρει αυτό, γι' αυτό και είναι σίγουρο ότι θα προσπαθήσει να αιφνιδιάσει από την αρχή τους "ερυθρόλευκους" με πολύ δυνατή και σκληρή άμυνα και αρκετά fouls, όπως δηλαδή μας έχουν συνηθίσει οι Σέρβοι όλη τη χρονιά.

Είναι υψίστης σημασίας να είναι ιδιαίτερα αποδοτικός ο ΟΣΦΠ στις επιθέσεις των πρώτων λεπτών, καθώς αν το ματς ξεκινήσει όπως αυτά με τον Άρη, με τους "κόκκινους" δηλαδή να χάνουν με διψήφια διαφορά, τότε μοιραία η Partizan θα επιχειρήσει να κατεβάσει δραματικά το ρυθμό και να πάει σε αργές επιθέσεις, που σε συνδυασμό με το σκληρό της παιχνίδι θα εκνευρίσουν τους παίκτες του Γιαννάκη και επομένως ενδέχεται η κάλυψη και ανατροπή της διαφοράς να αρχίσει να μοιάζει με "βουνό". Γι' αυτό θεωρώ ότι ο Ολυμπιακός θα πρέπει οπωσδήποτε να ψάξει καλάθια στο transition στο 1ο ημίχρονο, να εφαρμόσει δηλαδή το δικό του tempo και να κουράσει με αυτόν τον τρόπο τους όχι ιδιαίτερα αθλητικούς (εκτός του Vesely και του Roberts) Σέρβους.

Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει πάση θυσία να κερδηθεί η μάχη των rebounds. Η Partizan είναι η καλύτερη ομάδα της φετινής Euroleague σε αυτόν τον τομέα, με Maric, Vranjes, Roberts (που είναι εξαιρετικός rebounder και καλός αμυντικός) να χάνουν λίγα διεκδικούμενα "σκουπίδια". Η "κόκκινη" frontline θα έχει πολλή δουλειά εδώ. Μία πολύ καλή εμφάνιση από το μέχρι τώρα διανύοντα μέτρια σεζόν Γιάννη Μπουρούση θα έκανε τη ζωή του Γιαννάκη πολύ ευκολότερη σήμερα. Εκτός από τον Μπουρούση, σημαντικό ρόλο θα έχει και ο Vujcic, αποτελώντας τη "σωσίβια λέμβο" του Γιαννάκη από τον πάγκο στην (αρκετά πιθανή) περίπτωση που ο Vujosevic το "γυρίσει" κάποια στιγμή σε ζώνη, την οποία ο Κροάτης μπορεί να διασπάσει χάρη στις playmaking ικανότητες από το high post που διαθέτει σε συνδυασμό με τα αποτελεσματικά και μακρινά hooks του.

Επιπροσθέτως, τα post-ups του Σχορτσιανίτη θα παίξουν μεγάλο ρόλο στο αν θα είναι εξαρχής αποτελεσματικός ο ΟΣΦΠ στο halfcourt παιχνίδι. Η Partizan έχει δείξει σε όλα τα φετινά ματς με αντιπάλους ελληνικές ομάδες ότι πρώτο μέλημά της είναι να κλείνει και να προστατεύει τη ρακέτα, ιδίως όταν βρίσκεται στο παρκέ ο Vranjes, ο οποίος με το ζόρι αφήνει τη θέση του κάτω από το καλάθι. Έτσι ο Sofo, αλλά και οποιοσδήποτε ποστάρει ή επιχειρεί drive (βλ. Childress), θα πρέπει να αντιδρά έξυπνα στις παγίδες και το collapsing του Vujosevic δίνοντας γρήγορες πάσες στην περιφέρεια, όπου οι Teodosic και Kleiza θα είναι αναγκαίο να διατηρούν καλές αποστάσεις έτσι ώστε να έχουν τον περισσότερο δυνατό διαθέσιμο χρόνο για ένα καλό σουτ.

Παίκτες-κλειδιά για την Partizan θεωρώ ότι είναι οι Vesely και McCalebb. Πρώτον, ο ταλαντούχος Τσέχος forward χαρακτηρίζεται από ανεξάντλητη ενέργεια σε άμυνα και επίθεση, όμως δεν παύει να του λείπει η εμπειρία από τέτοια τεράστια ματς. Είναι καλός αμυντικός με καλή πλάγια ταχύτητα όμως η έλλειψη ώριμων αντιδράσεων τον κάνει επιρρεπή στο foul (διαπράττει 1 ανά σχεδόν 5.7 λεπτά συμμετοχής), κάτι που θα πρέπει απαραιτήτως να εκμεταλλευτεί ο Childress παίζοντας επιθετικά από την αρχή, έτσι ώστε να τον "φθείρει" από νωρίς και να του αφαιρέσει αρκετή από τη μαχητικότητα για τη συνέχεια του ματς.

Από την άλλη, ο Αμερικανός point guard είναι αυτός ο οποίος κατά κύριο λόγο προσδίδει διαρκή κίνηση και ταχύτητα όποτε χρειάζεται στην ομάδα του, όντας ουσιαστικά ο "μηχανισμός" του Vujosevic για τον έλεγχο του ρυθμού στο παρκέ. Όταν επιτίθεται οι βοήθειες του Ολυμπιακού θα πρέπει να είναι πάντα έτοιμες, καθώς τα ταχύτατα drives που αρέσκεται να δοκιμάζει δύσκολα σταματιούνται αν του επιτραπεί να εισέλθει στη ρακέτα. Αντ' αυτού πρέπει ο Beverley, ο Penn ή όποιος άλλος επιλεγεί κατά στιγμές από το Γιαννάκη να μαρκάρει το McCalebb να πιέσει ασφυκτικά την μπάλα έτσι ώστε να κουράσει τον Αμερικανό από τη Νέα Ορλεάνη. Αν γίνει αυτό τότε ο Ολυμπιακός θα έχει κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τη νίκη, αφού άλλους υψηλής κλάσης και ασφαλείς χειριστές της μπάλας η Partizan δεν έχει.

Ένα ενδεχομένως καθοριστικό εξωαγωνιστικό πλεονέκτημα που θα έχει ο ΟΣΦΠ είναι η εξέδρα, ή πιο σωστά η έλλειψη ικανού αριθμού Σέρβων φιλάθλων που θα επιδρούσαν καταλυτικά στην ψυχολογία των παικτών και των δύο ομάδων. Έχουμε δει πολλές φορές πόσο χαωδώς καλύτερα αγωνίζεται η Partizan στην έδρα της και πόσο αποδυναμωμένη παρουσιάζεται μακριά από αυτή. Αν η ελληνική ομάδα πάρει από νωρίς μεγάλη διαφορά, η πλειοψηφικά "εχθρική" ατμόσφαιρα στο γήπεδο θα "κόψει" τα πόδια των παικτών του Vujosevic και θα κάνει την εύρεση ψυχολογικών αποθεμάτων για ένα σέρβικο comeback δύσκολη υπόθεση.

Ο άλλος ημιτελικός είναι και ο πιο αμφίρροπος, μεταξύ Barcelona και CSKA. Οι Ρώσοι, σε μία σεζόν κατά την οποία δεν εντυπωσίασαν, πορεύτηκαν αργά και σταθερά χάρη στο δεδομένο και πάντα αξιόπιστο ταλέντο και την εμπειρία στο υψηλότερο επίπεδο ορισμένων παικτών-αστεριών (Holden, Langdon, Planinic, Siskauskas, Khryapa). Η αργοπορημένη "εσωτερική" προσθήκη του Smodis, παρότι δεν ξέρουμε αν ο Σλοβένος είναι σωματικά έτοιμος για ένα τόσο σπουδαίο ματς, τους δίνει ένα αμφίβολο "όπλο" που ίσως να μπορέσει να βοηθήσει τους ήδη υπάρχοντες Kaun, Mensah-Bonsu και Vorontsevich στο σκοράρισμα κοντά στο καλάθι, κάτι καλοδεχούμενο αν θέλουν να υπερκεράσουν την πανίσχυρη frontline της Barca.

Μίας Barca που φέτος έμοιαζε κατά διαστήματα ανίκητη, παίζοντας ένα σύγχρονο μπάσκετ που χαρακτηριζόταν από πολύ καλό και μεγάλο rotation και plays με πολλές επιλογές. Σε αυτό βοηθά βέβαια και το πλήρες φετινό της roster, που "αναγκάζει" τον Pascual να αφήνει στο βάθος του πάγκου παίκτες όπως ο Barton κι ο Trias.

Ως κρισιμότερο matchup σε αυτό το παιχνίδι θεωρώ αυτό των Siskauskas-Mickeal στο small forward. Ο Αμερικανός swingman των Καταλανών έχει αποδείξει την αξία του στο αμυντικό κομμάτι, όμως η φύλαξη του μεγάλου Λιθουανού αποτελεί πάντα και για κάθε παίκτη μία πραγματική πρόκληση. Από τα χέρια του Siska περνά μεγάλο μέρος των plays της CSKA, οπότε όσο περισσότερο δυσκολεύεται στο να πασάρει και να σουτάρει τόσο ευνοϊκότερες θα είναι οι συνθήκες για τη Barcelona.

Παρόλο που, αντίθετα με τη διαίσθηση των περισσοτέρων, η CSKA παίζει πρακτικά σε υψηλότερο tempo φέτος από τους Ισπανούς (69.1 έναντι 68.9 κατοχών ανά παιχνίδι), θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι σε αυτόν τον ημιτελικό ο Pashutin θα επιχειρήσει να κατεβάσει το ρυθμό και θα το επιχειρήσει μέσω των ποιοτικών χειριστών Holden και Planinic. Οι τελευταίοι διαθέτουν ένα πλεονέκτημα εμπειρίας σε σχέση με τον υπερταλαντούχο αλλά ακόμα υπέρμετρα ενστικτώδη Rubio, όμως κανείς εκ των δύο δεν είναι απόλυτα ασφαλής αμυντικά απέναντί του, γι' αυτό και ο Pascual θα πρέπει να δώσει την ελευθερία στο νεαρό point guard του να είναι δημιουργικός και ενίοτε να τρέξει στην επίθεση.

Φυσικά πολλά θα εξαρτηθούν για τις τύχες της Barcelona από την κατάσταση στην οποία θα βρεθεί ο Navarro. Αν και αμυντικά αναξιόπιστος (ο Pashutin θα πρέπει να σχεδιάσει αρκετά plays για το Langdon) ο "La Bomba" μπορεί ανά πάσα στιγμή να "καθαρίσει" οποιοδήποτε ματς από τη γραμμή του τριπόντου και γι' αυτό (και για τους άλλους σουτέρ των Καταλανών) σπουδαίο ρόλο θα παίξει από τη μία η αποτελεσματικότητα των screens των ψηλών της Barca και από την άλλη η άμυνα μακριά από την μπάλα της CSKA. Παίκτης-κλειδί σε αυτό το κομμάτι θα είναι ο αμυντικά ευέλικτος Viktor Khryapa, που είτε σε καταστάσεις 1-on-1 είτε κλείνοντας "κενά" στη ρακέτα μπορεί να κάνει τη διαφορά.

Κοντά στο καλάθι, όπως ανέφερα και πριν, αναμένεται να λάβουν χώρα επικές μάχες. Η Barcelona έχει το σχετικό πλεονέκτημα, διαθέτοντας παίκτες κάθε στιλ: αθλητικούς αμυντικούς (Vazquez, N'Dong), μεθοδικούς low-post scorers (Lorbek) και περιφερειακούς σουτέρ (Morris). Η CSKA έχει και αυτή ευέλικτα ελαφριά 4άρια (Khryapa, Vorontsevich), όμως θα χαρακτήριζα τους centers της (Kaun, Mensah-Bonsu, Sokolov) δυνατούς μεν, ασταθείς δε.

Εν κατακλείδι, ελπίζουμε να παρακολουθήσουμε δύο απολαυστικά ματς ανεξαρτήτως αποτελέσματος και βεβαίως έναν τελικό την Κυριακή αντάξιο της σπουδαιότητας ενός Final 4!

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Η Δύση της (α)βεβαιότητας



Για απορίες σχετικά με τα προχωρημένα στατιστικά που χρησιμοποιούμε δείτε τον οδηγό εδώ.

Η Δυτική περιφέρεια του NBA για άλλη μία χρονιά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μας για σειρές με μεγάλα και αμφίρροπα ματς. Όλα τα matchups του 1ου γύρου κρίθηκαν σε 6 παιχνίδια, κάτι που μας προϊδεάζει για ακόμα μεγαλύτερες "μάχες" στη συνέχεια. Ας δούμε λοιπόν τι έχει συμβεί μέχρι τώρα στο ανταγωνιστικότερο εκ των δύο μισών του NBA.

Ξεκινάω φυσικά από την τεράστια έκπληξη που "ψηνόταν" αλλά δεν υλοποιήθηκε. Οι Thunder πήραν, παίζοντας εμπνευσμένο και παθιασμένο μπάσκετ, τις δύο εντός έδρας νίκες που είχαμε προβλέψει ότι θα έπαιρναν από τους Lakers, κατάφεραν να φτάσουν τους πρωταθλητές κοντά στα όριά τους και να τους κάνουν να ανησυχήσουν σοβαρά, όμως τελικά υπέκυψαν στο 6ο ματς εξαιτίας μίας στιγμής απειρίας και αδράνειας.

Αναφέρομαι βέβαια στο νικητήριο επιθετικό rebound και tip-in του Gasol, που προήλθε από τη σωστή τοποθέτηση του μεγάλου Ισπανού αλλά και από την απαράδεκτη σε τέτοιο χρονικό σημείο αντίδραση και έλλειψη box-out από τους Ibaka και Collison μετά το άστοχο σουτ του Kobe. Ήταν ένα αποκαρδιωτικό και ανάξιο θα έλεγε κανείς τέλος σε μία επική μάχη απέναντι στο "Γολιάθ" για τους ελπιδοφόρους παίκτες, τον ικανό προπονητή και τους φανταστικούς οπαδούς της Oklahoma City.

Προφανώς η ατυχής αυτή τελευταία φάση δε γίνεται να αμαυρώσει την αξιοθαύμαστη (δεδομένης της ηλικίας των παικτών της) και ηγεμονική απόδοση που έπιασε κατά στιγμές αυτή η ομάδα, με αποκορύφωμα την πραγματική ισοπέδωση των Lakers στο 4ο ματς. Εν τέλει, όμως, για να κερδίσεις μία σειρά με μειονέκτημα έδρας θα πρέπει να κερδίσεις στην έδρα του αντιπάλου και οι Thunder πλησίασαν σε αυτό το επίτευγμα μόνο στο 2ο ματς, τότε που τα πολλά χαμένα αμυντικά rebounds και μία υποδειγματική άμυνα του Artest στο τελευταίο σουτ του Kevin Durant έδωσαν το καθησυχαστικό προβάδισμα με 2-0 στην ομάδα του Phil Jackson. Ίσως και εκεί να κρίθηκε τελικά η σειρά, αφού το να κερδίσεις τέτοιας ποιότητας ομάδα 4 φορές σε 5 ματς είναι πάρα πολύ δύσκολη αποστολή, όσο εκκωφαντικό κοινό κι αν διαθέτεις.

Ο Durant υπήρξαν στιγμές που πήρε την ομάδα του από το χέρι και μόστραρε αυτή τη στόφα του μεγάλου παίκτη και του αυριανού MVP, όμως μία ψύχραιμη ματιά στα επιτεύγματά του καθόλη τη διάρκεια της σειράς φανερώνει ότι δεν πέρασε και τα πιο αποδοτικά βράδια του. Πολλές λανθασμένες επιλογές, πολλά βιαστικά σουτ αντί οργανωμένων και πιο σίγουρων επιθέσεων κατέδειξαν τη σχετική έλλειψη αυτού που θα μπορούσα να αποκαλέσω "μπασκετικό IQ μεγάλων παιχνιδιών". Ο KD έχει βέβαια όλο το μέλλον μπροστά του και θα συμμετάσχει σε πάρα πολλά ακόμα playoff series, αλλά το γεγονός παραμένει ότι με eFG 39% από το νο. 1 παίκτη σου δύσκολα μπαίνεις 2ο γύρο. Θετικό πάντως το ότι, αν συμπεριλάβουμε την ικανότητά του στο να κερδίζει fouls και βολές, το ποσοστό αυτό ανεβαίνει σε 50% TS%.

Αυτός που τελικά αποδείχθηκε ο πιο αποδοτικός παίκτης της Oklahoma City ήταν ο Westbrook, που όπως αναμενόταν έκανε "πάρτι" απέναντι σε Fisher και τους λοιπούς point guards των Lakers, χάρη στο εκρηκτικό πρώτο βήμα αλλά και το extra
όπλο" του, το φοβερά βελτιωμένο midrange pull-up jumpshot. Μόνο όταν ανέλαβε τη φύλαξή του ο Kobe στο 5ο ματς κατάφεραν οι Lakers να τον περιορίσουν. Έτσι ενώ ο "Russ" είχε μέχρι το 4ο ματς συνολικά 6 λάθη, στο 5ο υπέπεσε σε 8, συντελώντας άθελά του στην εύκολη και ψυχολογικά πολύτιμη νίκη των πρωταθλητών.

Των πρωταθλητών οι οποίοι κατακρίθηκαν, όπως άλλωστε κάθε χρόνο, για έλλειψη συγκέντρωσης και σκληρής προσπάθειας στα πρώτα παιχνίδια των playoffs. Παρότι ήταν εμφανές ότι στη frontline είχαν τεράστιο πλεονέκτημα έναντι της OKC, η μπάλα, με ευθύνη μεταξύ άλλων και του Kobe, δεν περνούσε όσο θα έπρεπε κοντά στη ρακέτα όπου ο Gasol ήταν φοβερά αποτελεσματικός. Στην ήττα του Game 3 ο Kobe το παράκανε έχοντας 35.2% Usage Rate και μόλις 85 Offensive Rating, ενώ ο Gasol 17% και 134 αντίστοιχα. Στο σημαντικό Game 5 ο Pau ανέλαβε περισσότερες πρωτοβουλίες από ποτέ και συνεπώς χάρισε τη νίκη στους Lakers (29.5% και 146!), για να παραχωρήσει (μέχρι και πριν την τελευταία φάση) το σκηνικό στο τελευταίο παιχνίδι στον αποφασισμένο Kobe, που έκανε το ματς καθαρά προσωπική υπόθεση (44.1% Usage Rate και 16 από τους 23 πόντους του L.A. στο 3ο δωδεκάλεπτο), προσθέτοντάς το στην τροπαιοθήκη των μεγάλων εμφανίσεών του στα playoffs.


Οι Four Factors επιβεβαιώνουν ότι συνοπτικά οι Thunder πάλεψαν σχεδόν στα ίσια, με τα μέτρια ποσοστά τους στα σουτ να αντισταθμίζονται μερικώς από τους πολλούς πόντους που έπαιρναν ελέω Durant από τη γραμμή των βολών.

Οι Mavericks για μία ακόμη postseason απογοήτευσαν, παρά τα ενθαρρυντικότατα σημεία που είχαν δώσει στην κανονική περίοδο. Χάνοντας από τους Spurs με 4-2, η φετινή ομάδα (στην οποία πίστευα αρκετά) διατήρησε το χαρακτήρα loser που τη διακρίνει, βυθίζοντας στην απελπισία τον Cuban που δεν μπορεί πια με τίποτα να δει άσπρη μέρα.

Φυσικά δεν αποκλείστηκαν από τον οποιονδήποτε, αλλά από μία ομάδα με "ηλικιωμένο" μεν αλλά σταθερότατο και συνεπέστατο δε κορμό (Popovich, Duncan, Manu, Parker), ο οποίος παίζει πολλά χρόνια μαζί και έχει αποδείξει ότι στις κρίσιμες στιγμές προελαύνει λόγω εμπειρίας και συνοχής στο παιχνίδι του. Φέτος, όμως, δεν ήταν μόνοι τους, όπως πέρσι.

Απεναντίας, το San Antonio ανέδειξε στον 1ο γύρο "δευτερεύουσες" μονάδες με καθοριστική συμβολή στην εξέλιξη της σειράς. Πρώτος ανάμεσά τους, φυσικά, ο εκπληκτικός George Hill που με την ταχύτητα, τη μη χαρακτηριστική για την ηλικία του ωριμότητα (μόλις 5.3% turnover%) και τα τρίποντα-μαχαιριές του από τις γωνίες απέδειξε με εμφατικότατο τρόπο ότι είναι από τους καλύτερους δευτεροετείς του NBA και ότι τον περιμένει μία μακρόχρονη καριέρα υπό την προστασία του Popovich, ο οποίος παρεμπιπτόντως έκανε συνολικά άριστη δουλειά, προβάλλοντας ορθώς τον έλεγχο του ρυθμού του αγώνα ως "κλειδί" για τη νίκη (93.2 μέσο Pace στις 2 νίκες των Mavs, 85 στις 4 νίκες των Spurs).

Ειδική μνεία αξίζει και στους Blair και Jefferson που βοήθησαν ο καθένας με τον τρόπο του. Ο Dejuan "Bear" εξάσκησε άριστα την ειδικότητά του (συγκέντρωσε το εκπληκτικό 28.9% offensive rebound%, που οφείλεται εν μέρει στις "κοντές" 5άδες στις οποίες έπαιζε αλλά κυρίως στο εκπληκτικό του timing), ενώ ο RJ διήγε θα έλεγα μία θετική σειρά όντας οικονομικός στην επίθεση, με 13.2% Usage Rate και 61.8% TS%, και εκνευρίζοντας κατά διαστήματα με αποτελεσματική άμυνα τον Butler.

Όσον αφορά στους "Big 3", ο Duncan είχε εξαιρετική απόδοση στα πρώτα ματς και παρά τα σημάδια παρακμής που είχε δείξει τελευταία αποτέλεσε για ένα ακόμα playoff series (με τη "βοήθεια" των μετριότατων Haywood και Dampier) το απόλυτο βαρόμετρο της ομάδας σε άμυνα και επίθεση. Η παρακάτω εικόνα δίνει μία γεύση της επίδρασής του στη σειρά.


Ο Ginobili ήταν ο παλιός καλός Manu και με τα drives του δημιουργούσε πολλά προβλήματα στους Mavs, εφόσον κανένας από τους αμυντικούς τους δεν μπορούσε να τον σταματήσει (μερίδιο ευθύνης έχει εδώ και ο Carlisle που δεν αναπροσάρμοσε επιτυχώς την ομαδική άμυνα), δείχοντας πόσο είχε λείψει από τους Spurs στο αντίστοιχο περσινό meeting με το Dallas. Από την άλλη ο Parker συμβιβάστηκε αλτρουιστικά με το ρόλο του 6ου παίκτη και συνέβαλε τα μέγιστα στο αποφασιστικό σερί της τελευταίας περιόδου του 6ου ματς με μερικά δύσκολα midrange καλάθια.

Για το Dallas οι μεγάλες εμφανίσεις του Dirk δεν έφτασαν, καθώς δεν πήρε τη συνολική βοήθεια που ζητούσε από τους συμπαίκτες του. Ο Butler ήταν ασταθής και με τάση να σουτάρει αδιακρίτως (101 Offensive Rating σε 29.2% Usage Rate είναι μετριότατο έως κακό, ειδικά αν συγκριθεί με το 130 σε 27% του Nowitzki), ο Kidd ήταν μέτριος και με ενίοτε κακές αντιδράσεις απέναντι στους γρήγορους guards των Spurs και ο Marion ήταν απλά κακός.

Τέλος, καταλογίζεται ως μεγάλο λάθος στον Carlisle το ότι "ξέχασε" για μεγάλο μέρος του 4ου δωδεκαλέπτου του τελευταίου παιχνιδιού στον πάγκο τον Beaubois, ο οποίος είχε προβληματίσει προηγουμένως πάρα πολύ με την ταχύτητά του το San Antonio. Η πολλά υποσχόμενη απόδοση του PG από τη Γουαδελούπη είναι το μόνο που θα θέλουν να κρατήσουν οι Mavs από αυτή τη σειρά, η ατυχής κατάληξη της οποίας έθεσε το μέλλον του Dirk Nowitzki στο Dallas εν αμφιβόλω (αν και προσωπικά θεωρώ ότι δύσκολα θα επιλέξει να γίνει free agent το καλοκαίρι ο Γερμανός).

Άλλη μία ομάδα που απογοήτευσε και δε δικαίωσε ούτε στο ελάχιστο τις προσδοκίες περί (μεταξύ άλλων) δυνητικών "Lakers killers" ήταν οι Nuggets. Δικαιολογίες υπάρχουν ελαχιστότατες για τον αποκλεισμό από τους Jazz, που αγωνίζονταν με μείον 2 βασικούς παίκτες Jazz και με μειονέκτημα έδρας.

Όλα τα ματς αυτής της σειράς ήταν θεαματικά, γεμάτα ένταση, ενδιαφέρον και άφθονο "ξύλο". Για του λόγου το αληθές, το μέσο Pace της σειράς ήταν 96 και σε κάθε ματς εκτελούνταν σχεδόν 75 (!) βολές. Σε ματς τέτοιων "άγριων" συνθηκών τη διαφορά κάνει συχνότατα ο καλύτερος PG του γηπέδου, και σε αυτό το matchup καλύτερος αποδείχθηκε ο Deron Williams.

Ο D-Will επικράτησε κατά κράτος και πέρα από κάθε αμφιβολία του Billups, ανελισσόμενος σιγά-σιγά όλο και ψηλότερα (ενδεχομένως και στην κορυφή) συγκριτικά με τους άλλους κορυφαίους point guards του πλανήτη. Στον 1ο γύρο ο Deron ήταν πολυδιάστατος, ταχύτατος και δεινός εκτελεστής, κυρίως όμως δημιουργούσε συνεχώς "ρήγματα" στην άμυνα των Nuggets μέσω των διαπεραστικών και ευφυέστατων πασών του. Για να πάρετε μία ιδέα του πόσο πιο ευρεία και δημιουργική κατανομή πασών επέδειξε ο Williams σε σχέση με τον Billups (και ταυτόχρονα πόσο πιο πολυδιάστατοι και "έτοιμοι" επιθετικά αποδείχτηκαν οι συμπαίκτες του) δείτε το παρακάτω γράφημα.


Ουσιαστικά, πάντως, θεωρώ ότι το Denver έχασε τη σειρά αυτή πάνω απ' όλα εξαιτίας της φοβερά πεσμένης ψυχολογίας και έλλειψης καθοδήγησης λόγω της απουσίας του George Karl που μάχεται τον καρκίνο. Ο Adrian Dantley αποδείχθηκε ανεπαρκής, ανέτοιμος και πολλές φορές σαστισμένος, αφού πριν από αυτήν τη σειρά δεν είχε διατελέσει ποτέ head coach σε οποιοδήποτε επίπεδο. Η έλλειψη συνοχής φαινόταν ξεκάθαρα στα σερί που δεχόταν η ομάδα, αφού σπανίως κατάφερνε (ή επιχειρούσε ακόμα) να ελέγξει το ρυθμό.

Ο Anthony παραπονέθηκε κατά τη διάρκεια της σειράς ότι δεν είχε βοήθεια από τους συμπαίκτες του στην επίθεση, αφού πέραν του Billups και εν μέρει του Afflalo κανείς δε στάθηκε συνολικά στο ύψος των περιστάσεων. Ειδικά ο J.R. Smith θα θέλει σίγουρα να ξεχάσει τα φετινά playoffs όσο πιο γρήγορα γίνεται, αφού σε ελάχιστα σημεία φαινόταν να παίζει ομαδικά και με υπερβάλλοντα ζήλο, στοιχεία απαραίτητα για τη μακροημέρευση στην postseason, αλλά και για να κερδίσει κανείς το σταθερό σεβασμό των συμπαικτών του.

Εξάλλου το Denver θα μπορούσε να έχει καλύτερη τύχη αν τροφοδοτούνταν περισσότερο ο Nene πριν τραυματιστεί. Ο Βραζιλιάνος center είχε Usage Rate μόλις 12.8% και Offensive Rating 132, όμως από τη μία το βασισμένο κατά μεγάλο ποσοστό στους περιφερειακούς παιχνίδι των Nuggets και από την άλλη η πολύ καλή αμυντική συμπεριφορά του Fesenko τον κατέστησαν σχετικά αμέτοχο επιθετικά.

Μαζί με τον Ουκρανό οι Boozer και Millsap κάλυψαν και με το παραπάνω το κενό του Okur, βοηθώντας τα μέγιστα στα rebounds και στο σκοράρισμα κοντά στο καλάθι. Εκτός αυτών ο Boozer σκόραρε με συνέπεια από μεσαία απόσταση μετά από catch-n-shoot και pick-n-pop plays, εκμεταλλευόμενος την απροθυμία των ψηλών του Denver να τον ακολουθήσουν μακριά από τη ρακέτα. Άξιοι συμπαραστάτες του στα "φτερά" οι Miles και Matthews, με τον δεύτερο να αναδεικνύεται ίσως ο καλύτερος undrafted rookie της χρονιάς.

Η Utah θα αντιμετωπίσει λοιπόν για τρίτη σερί χρονιά τους Lakers στα playoffs, με την αποστολή της βέβαια να προμηνύεται ιδιαίτερα δύσκολη. Ήδη από χθες βρίσκεται στο 0-1, όμως αν καταφέρει να κάνει το break στο 2ο ματς (όπως έδειξε από το 1ο ότι είναι ικανή να κάνει) τότε η ισχυρή της έδρα θα της επιτρέψει να έχει πολλές πιθανότητες για την πρόκριση.

Οι Suns δυσκολεύτηκαν περισσότερο απ' όσο περίμεναν από τους Blazers. Το Portland έκανε την έκπληξη στο πρώτο παιχνίδι, βάζοντας σοβαρότατη υποψηφιότητα για μία πιθανή πρόκριση-έκπληξη, όμως τελικά ο κατά τεκμήριο ισχυρότερος επικράτησε, όπως άλλωστε γίνεται σχεδόν πάντα σε σειρές best-of-7.

Το Phoenix έδειξε χαρακτήρα μεγάλης ομάδας και ταυτόχρονα ωρίμανσης σε σχέση με περασμένα έτη, αφού δεν πανικοβλήθηκε στο ελάχιστο από την απρόσμενη ήττα στο πρώτο ματς. Αντ' αυτού, αναδιοργανώθηκε, έπαιξε πιο συγκεντρωμένα και αποτελεσματικά και γρήγορα έδρεψε τους καρπούς με εμφατικές νίκες στα 2 επόμενα παιχνίδια. Κάποια κενά διαστήματα σε συνδυασμό με την επιστροφή του Roy που ενέπνευσε συμπαίκτες και οπαδούς στο Portland έφεραν τη σειρά στο 2-2 στο γυρισμό για το Phoenix, όμως στους 2 τελευταίους αγώνες οι Suns έκαναν αυτά που έπρεπε (μεταξύ άλλων ένα ταχύτατο comeback στο 1ο δωδεκάλεπτο του 5ου ματς) για να προχωρήσουν στο 2ο γύρο.

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο αυτής της σειράς ήταν ότι οι Suns απέδειξαν ότι μπορούν να κρατούν την επιθετική παραγωγή τους σε υψηλότατα επίπεδα ακόμα και όταν συμμετέχουν σε ματς χαμηλού ρυθμού, τον οποίο προσπαθούσαν κατά βάσει να επιβάλλουν οι Blazers, η πιο "αργή" ομάδα του NBA. Συγκεκριμένα, παρότι η σειρά παίχτηκε σε μέσο Pace 87.3 (από το 95.3 που έπαιζε το Phoenix στη regular season), οι Suns όχι μόνο δε δυσκολεύτηκαν και δεν "κόλλησαν" επιθετικά, αλλά ανέβασαν το Offensive Rating τους, το οποίο ήδη ήταν το καλύτερο στο NBA, κατά 3 μονάδες! Αυτό ίσως να μη λέει βέβαια πάρα πολλά σε ένα γενικότερο και μακροπρόθεσμο πλαίσιο, δεδομένου ότι επετεύχθη έναντι των αποδεκατισμένων και μέτριων αμυντικά Blazers, όμως δείχνει ότι αν μη τι άλλο η ομάδα του Alvin Gentry είναι πλέον ευπροσάρμοστη σε συνθήκες playoffs και είναι ικανή να αντιμετωπίσει κάθε αντίπαλο στο "παιχνίδι" του.

Μία άλλη παρατήρηση που με κάνει να έχω πίστη στο Phoenix ενόψει της συνέχειας είναι η εξαιρετική του help defense που "έκλεινε" τη ρακέτα σε κρίσιμα χρονικά σημεία της σειράς. Η σωστή αμυντική τοποθέτηση (περιμετρικά του "ζωγραφιστού") όλων των παικτών αφαιρούσε συχνότατα την προοπτική για drives από τους παίκτες του McMillan, οι οποίοι (κυρίως οι Miller, Roy και Bayless, που βρίσκονταν κατά διαστήματα ταυτόχρονα στο παρκέ) επιδίδονταν σε δύσκολες isolation προσπάθειες, μην μπορώντας να βρουν σταθερό σκοράρισμα. Μένει να δούμε αν οι Suns θα έχουν τα ίδια θετικά αμυντικά αποτελέσματα και απέναντι στους Spurs, μία ομάδα με σαφώς περισσότερες επιθετικές απειλές.

MVP του "ζευγαριού" ήταν αναμφισβήτητα ο Jason Richardson. Αφού ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα αμυντικά από τον Andre Miller στο 1ο ματς, η φύλαξη του 'Dre ανατέθηκε (επιτυχώς όπως αποδείχθηκε από τη δυστοκία του στα επόμενα παιχνίδια) για τη συνέχεια στον έμπειρο Grant Hill, απελευθερώνοντας έτσι τον J-Rich στην επίθεση, όπου σκόραρε με αξιοθαύμαστη συνέπεια οποτεδήποτε έβρισκε χώρο και χρόνο να εκτελέσει είτε από την περιφέρεια (8 τρίποντα στο 3ο ματς) είτε κοντά στο καλάθι (χάρη στις 2 καθοριστικές assists του Amare και τα κάκιστα rotations των Blazers στην 4η περίοδο του τελευταίου παιχνιδιού). Δε θέλω να τον χαρακτηρίσω πρόωρα "αναγεννημένο", όμως ο Richardson βάζει υποψηφιότητα για να προξενήσει σημαντικές "ζημιές" (και) στους Spurs.

Από κοντά και οι Nash και Stoudemire, με τον πρώτο να πρέπει να προσέξει λίγο τα πολλά λάθη του, αφού οι Spurs δεν χαρακτηρίζονται από τη διάθεση συγχώρεσης που φανέρωσαν οι Blazers. Εξάλλου, θεωρώ ότι ένας από τους "X-factors" για τη σύγκρουση με το San Antonio θα είναι ο Goran Dragic, για τον οποίο ο Gentry σίγουρα θα εύχεται (και θα σκέφτεται ήδη αμυντικά tricks για) να μην αποτελέσει βορά στις ορέξεις των George Hill και Parker.


Όσο για το Portland; Σίγουρα δεν αισθάνεται απογοήτευση από τον αποκλεισμό, λόγω των ειδικών και δύσκολων συνθηκών της φετινής σεζόν του. Χαρακτηριστικά, ο τραυματισμός και η εμφανής ανετοιμότητα έκαναν το Roy να κατρακυλήσει στο τραγικό 33.3% eFG, το χειρότερο της ομάδας. Παρόλα αυτά, η ομάδα εισέρχεται στην offseason έχοντας πολλά θέματα να διευθετήσει, όπως το διοικητικό χάος (κανείς δεν ξέρει αν ο GM Kevin Pritchard θα μείνει ή θα φύγει) και τα συνεχιζόμενα παράπονα του Rudy, ο οποίος βέβαια δεν εκμεταλλεύτηκε τον αυξημένο χρόνο συμμετοχής που έλαβε στα playoffs.

Για τις 8 εναπομένουσες ομάδες η δράση συνεχίζεται αμείωτη. Περιμένουμε μεγάλα ματς και ει δυνατόν ακόμα περισσότερες εκπλήξεις στη συνέχεια!

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Η Ανατολή των φαβορί



Για απορίες σχετικά με τα προχωρημένα στατιστικά που χρησιμοποιούμε δείτε τον οδηγό εδώ.

Με τις περισσότερες σειρές του 1ου γύρου των NBA playoffs να πλησιάζουν ή να έχουν ήδη φτάσει στο τέλος τους, είναι μία καλή στιγμή να εξετάσουμε τι έχει συμβεί συνολικά μέχρι τώρα. Σήμερα θα αναφερθούμε στην Ανατολή.

Ο LeBron και οι Cavaliers αντιμετώπισαν περισσότερα προβλήματα απ' όσα περίμεναν από τους Βulls, όμως τελικά πέρασαν στους Eastern Semifinals με ρεκόρ 4-1 και συνεχίζουν να κοιτάνε ψηλά.

Το Chicago, παρότι υστερούσε σε πλήθος ποιοτικών λύσεων, πάλεψε προς τιμήν του με αξιώσεις για την πρόκριση, χάνοντας το 2ο ματς στο τέλος. Διέθετε έναν ηγετικό, ωριμασμένο, εκρηκτικό αλλά πολύ μόνο Derrick Rose, ο οποίος αναγκαζόταν να παίρνει πολύ περισσότερες προσπάθειες απ' όσες αναλογούσαν στο τωρινό επίπεδό του, συγκεντρώνοντας 32.5% Usage Rate. Μοιραία οι Bulls έγιναν σχετικά προβλέψιμοι (με ευθύνη και του Del Negro) και το παθιασμένο παιχνίδι του Joakim Noah σε άμυνα και επίθεση δεν έφτανε, συν το ότι στο 4ο ματς εμφανίστηκαν απολύτως ανήμποροι να σταματήσουν την "καταιγίδα" που λέγεται LeBron στο 2ο ημίχρονο.

Η έλλειψη σταθερών λύσεων (πέραν του Noah) στη frontline καταδίκασε τους "Ταύρους", εφόσον ο Taj Gibson έπαιξε (όπως αναμενόταν) ως ένας αξιόλογος rookie και τίποτα παραπάνω και εφόσον από τον Brad Miller θα θυμόμαστε μόνο το εντελώς ανήμπορο βλέμμα του μετά από κάθε ένα από τα 6 fouls του στο 5ο παιχνίδι (τα 3 εκ των οποίων στο Shaq). Την ίδια στιγμή ο Jamison εκμεταλλευόταν την ευελιξία και την κίνησή του στην περιφέρεια και έδινε καίρια "χτυπήματα" στο Chicago, κάνοντας μία πολύ μεστή σειρά.

Ο "Βασιλιάς" είναι βέβαια στον κόσμο του, έχοντας 131 Οffensive Rating με Usage Rate 30.4%, συνδυασμό που πραγματικά δε βρίσκω λόγια για να τον περιγράψω. Περιμένω απλά να δω πόσο συγκεντρωμένος και αποφασισμένος θα παρουσιαστεί στα τεράστια ματς με Βοστώνη και (πιθανώς) Orlando που ακολουθούν.


Αυτό που "σκότωσε" πρώτιστα τους Bulls ήταν οι τουλάχιστον μετριότατες επιδόσεις τους στα σουτ. Χαρακτηριστικά ο Brad Miller είχε 10/27 σουτ κι ο Warrick (ο υποτιθέμενος backup PF) 2/11. Κρίμα τα ελάχιστα λάθη του Chicago...

Οι Celtics "καθάρισαν" σε 5 ματς τους Heat, παίρνοντας την απαραίτητη "φόρα" για το πολύ δύσκολο επερχόμενο matchup με τους Cavaliers στο 2ο γύρο. Η αλήθεια είναι ότι το Miami απογοήτευσε και πρακτικά απείλησε ελάχιστα στα ματς που έγιναν στη Βοστώνη. Ουσιαστικά βέβαια καταδικάστηκε από τα απαράδεκτα ταυτόχρονα λάθη των Spoelstra και Wright στο τέλος του καθοριστικού 3ου παιχνιδιού, όταν ο πρώτος έδωσε εντολή να μη γίνει foul (ενώ είχαν να δώσουν) και ο δεύτερος έπαιξε απαράδεκτη isolation άμυνα στον μετρ αυτών των καταστάσεων Paul Pierce, ο οποίος δε θα μπορούσε με τίποτα να αρνηθεί αυτό το "δώρο".

Το gameplan της Βοστώνης στη σειρά ήταν σαφές: "κάθε φορά που ο Wade θα βρίσκεται στο παρκέ, προτεραιότητα θα είναι να κλείσουμε τις δευτερεύουσες επιλογές του Miami". Και το κατάφερε στο ακέραιο, κρατώντας τους Heat στο κακό 96.2 Offensive Rating. Όσο κι αν προσπαθούσε ο "Flash" να κρατήσει τους Heat στη διεκδίκηση της πρόκρισης, με αποκορύφωμα το μπαράζ τριπόντων στο 4ο ματς, τόσο κατώτεροι των προσδοκιών αποδεικνύονταν οι λογιζόμενοι ως συμπαραστάτες του, Beasley και O'Neal.

Ο "Be-Easy" φάνηκε συνολικά, στα ίσως τελευταία του παιχνίδια με το Miami, άτολμος και "λίγος" για την περίσταση. Δε σούταρε ιδιαίτερα καλά (49.1% eFG), δεν έδειξε την απαιτούμενη επιθετικότητα και θέληση για δυνατά drives που απαιτούνται απέναντι σε μία σκληρή και "κλειστή" άμυνα όπως των Celtics (εκτέλεσε μόλις 7 βολές συνολικά στη σειρά) και έπαιξε μετριότατη άμυνα στον Garnett, ο οποίος συγκέντρωσε το σαφώς ανώτερο 57.8% eFG.

Ο Jermaine, από την άλλη, είχε μία το λιγότερη τραγική σειρά επιθετικά, μην μπορώντας να ευστοχήσει σε τίποτα (9/44 δίποντα!). Αμυντικά ήταν καλός, μην αφήνοντας τον Perkins να κυριαρχήσει και έχοντας 7.2% block%, όμως αυτά αποδείχθηκαν δώρον άδωρον, αφού στην επίθεση ουσιαστικά αφαιρούσε νίκες από την ομάδα του με την κάκιστη απόδοσή του (-0.7 Offensive Win Shares!).

Επιπροσθέτως, το Miami δεν κατάφερε ποτέ να σταματήσει τον Ray Allen και τα τρίποντα που "έβγαζε" μέσω της συνεχούς κίνησής του. Σε κάποια διαστήματα ο Spoelstra εφάρμοζε μία αποτελεσματική ζώνη που κρατούσε σε χαμηλά επίπεδα τους Celtics, όμως δεν αργούσε να γίνει το αμυντικό λάθος και να ξαναπάει το momentum στους C's.

Πλέον έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα αποφασίσει ο Wade όσον αφορά στον επόμενο σταθμό του. Κατά τη γνώμη μου όλα θα εξαρτηθούν από το τι εγγυήσεις θα του δώσει ο Pat Riley, ως προς τους top free agents που θα "κυνηγήσει" το καλοκαίρι.

Οι Hawks θα χρειαστούν λίγο χρόνο για να καταλάβουν τι τους χτύπησε αφού πλέον βρίσκονται πίσω στη σειρά με τους Bucks και θα παίξουν αύριο ματς αποκλεισμού στο Milwaukee. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Στα 2 πρώτα ματς η Atlanta νίκησε σχετικά εύκολα, αφού από τη μία φέτος η Philips Arena έχει αποδειχθεί πολύ δυνατή έδρα (συγκεκριμένα οι Hawks είχαν να χάσουν στο σπίτι τους από τις 26 Φεβρουαρίου) και από την άλλη οι Bucks μπορούσαν μόνο κατά διαστήματα να βρουν λύσεις στην επίθεση, ενώ και η άμυνά τους δεν μπορούσε να περιορίσει τα κατεξοχήν "όπλα" των "Γερακιών".

Στα 2 ματς του Milwaukee οι Bucks μπόρεσαν να κάνουν αυτό που έπρεπε: δημιούργησαν και έβαλαν "καλά" σουτ. Ενώ το eFG% τους στα 2 πρώτα παιχνίδια ήταν 46%, στα 2 κατοπινά ανέβηκε κατακόρυφα στο 58.8%. Το ρόλο τους στην ισοφάριση έπαιξαν και η μετριότατη άμυνα των Hawks και η δική τους ανεβασμένη inside defense (μόλις 26 πόντοι στο "ζωγραφιστό" για την Atlanta στο 4ο ματς), που εκφράστηκε κυρίως στο πρόσωπο των Thomas και Gadzuric.

Επιπροσθέτως, ο Delfino, που ήταν ανύπαρκτος στους πρώτους αγώνες, στο 4ο ματς "πλήγωνε" συνεχώς από το τρίποντο, ενώ ο Salmons όσο προχωρά η σειρά τόσο ανεβάζει την αποδοτικότητά του, πετυχαίνοντας περίπου τους ίδιους πόντους αλλά παίρνοντας λιγότερα και ποιοτικότερα σουτ, με πιο επιθετικό παιχνίδι που του αποφέρει περισσότερες βολές. Ο Jennings δείχνει κάθε στιγμή δραστήριος, όμως η απειρία του στη διατήρηση του ρυθμού εγκυμονεί πάντα κινδύνους.

Αυτό πήγε να συμβεί και στο 5ο ματς, όπου στο 4ο δωδεκάλεπτο ο Jennings κλείστηκε και η Atlanta έκανε ένα φαινομενικά καθοριστικό σερί, εκμεταλλευόμενη το αποτελεσματικό παιχνίδι των Horford και Marvin Williams που εδραίωσε την κυριαρχία της στη ρακέτα. Όμως το Milwaukee έδειξε χαρακτήρα, πηγαίνοντας την μπάλα στα χέρια του Salmons που ανταποκρίθηκε στο έπακρο, κερδίζοντας πολλούς εύκολους πόντους από βολές. Αμέσως μετά πέτυχε ένα σημαντικότατο τρίποντο ο Delfino, μετά από μεγάλο επιθετικό rebound του αενάως μαχόμενου Ilyasova.

Στα 2 τελευταία λεπτά οι Hawks έκαναν τραγικές επιλογές, με τρίποντο (!) από το Josh Smith και πολύ δύσκολα και εκτός λογικής σουτ από τον Crawford. Αναμφίβολα μεγάλη ευθύνη για την ήττα φέρει ο Mike Woodson, τον οποίο γενικά θεωρώ ιδανικό στην ανάπτυξη νεαρών παικτών όμως ενίοτε κάκιστο στη διαχείριση αγώνων.

Ο Joe Johnson σε γενικές γραμμές τη δουλειά του την κάνει (παρότι μερικές φορές το παρακάνει ο Woodson με τα πάμπολλα isolations για τον αρχηγό του) και με το παραπάνω, σκοράροντας, μοιράζοντας (Assist Rate 27.1%) και αποφεύγοντας τα λάθη (μόλις 7.7% turnover%). Όλα αυτά όμως πριν από το τελευταίο παιχνίδι, στο οποίο έχασε κρίσιμα σουτ και μάλιστα αποβλήθηκε με 6 fouls, παρότι στα 4 προηγούμενα ματς είχε μόνο 1.9 fouls μέσο όρο!

Εν ολίγοις αναζητείται αναδιοργάνωση και συγκέντρωση για την Atlanta έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί το συνολικά ανώτερο ταλέντο της στο 6ο ματς, το οποίο σίγουρα θα φροντίσουν οι οπαδοί των Bucks να κάνουν εφιαλτικό για αυτούς.

Το Orlando πετσόκοψε τα όνειρα του MJ για ένα μεγαλειώδες πρώτο playoff run των Bobcats, "σκουπίζοντας" την ομάδα του Larry Brown που τον είδαμε πολλές φορές στον πάγκο φανερά απογοητευμένο από το παιχνίδι και τις επιλογές των παικτών του. Οι τελευταίοι σε ελάχιστα σημεία της σειράς μπόρεσαν να εφαρμόσουν με επιτυχία και διάρκεια τα σχέδιά του στο παρκέ.

Το series αυτό κύλησε σε αρκετά αργούς ρυθμούς (μέσο Pace 85.4), κάτι που προφανώς επεδίωξαν από την αρχή οι Bobcats, θεωρώντας σωστά ότι μόνο έτσι θα μπορούσαν να επιβληθούν μέσω της άμυνάς τους στο Howard και την παρέα του και να εξαλείψουν το σαφές και αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα των Magic έναντι κάθε άλλης ομάδας του NBA, το τρίποντο.

Σε κάθε παιχνίδι ο Brown προσπαθούσε να παίξει από την αρχή πολύ σκληρά τον Dwight, "ρίχνοντας" πάνω του τους βετεράνους Ratliff και Mohammed με σκοπό να τον εκνευρίσουν και ως εκ τούτου να τον κάνουν να υποπέσει σε γρήγορα fouls. Η τακτική αυτή δούλευε, οι centers της Charlotte και ο D-12 "φορτώνονταν" από το 1ο δωδεκάλεπτο, όμως τα υπόλοιπα κομμάτια των Bobcats δε δούλευαν καλά.

Στην επίθεση, ειδικά στα ματς στο Orlando δεν μπορούσαν να σκοράρουν με τίποτα και τα περίμεναν όλα από τους Wallace και Jackson, οι οποίοι όμως όπως ήταν φυσικό από ένα σημείο και μετά κουράζονταν και γίνονταν πολύ προβλέψιμοι στις κινήσεις τους. Ο Diaw ήταν άφαντος και τα χαζά λάθη άπειρα, ενώ μέσα στη γενικότερη επιθετική αποδιοργάνωση της Charlotte βλέπαμε ακόμα και midrange προσπάθειες από Chandler και Ratliff!

Στη θέση του point guard ο Felton, παρότι ανεκτός επιθετικά, ήταν απογοητευτικός αμυντικά απέναντι στον Nelson. Επέμενε, πέρα από κάθε λογική, να αφήνει χώρο στον Jameer για να εξαπολύει τρίποντα, τα οποία βέβαια αυτός μετουσίωνε με σταθερό ρυθμό.

Συνδυάστε αυτό με τα κάτω του μετρίου αμυντικά rotations στη γρήγορη κυκλοφορία της μπάλας από το Orlando στην περιφέρεια μετά από πάσες από τη ρακέτα προς τα έξω (μεταξύ αυτών πάσες απορρέουσες από double teams στον Dwight) και θα καταλάβετε πώς οι Magic "σκότωναν" συνεχώς τους Bobcats με καλών προϋποθέσεων τρίποντα από Nelson, Pietrus και Lewis. Το γεγονός άλλωστε ότι το Defensive Rating της Charlotte πήγε από το 102.8 της regular season στο 111 στα playoffs τα λέει νομίζω όλα.

Στα 2 τελευταία παιχνίδια οι Bobcats, βοηθούμενοι και από τον κόσμο τους, προσπάθησαν παθιασμένα να επιμηκύνουν τη σειρά, κρατιόνταν κοντά στο σκορ και με την πολύτιμη βοήθεια του θετικού Tyrus Thomas, όμως στο τέλος η ποιότητα των Magic έβαλε τέλος στις επιδιώξεις τους.