Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Top 16 Watch: Week 4



Cibona - Ολυμπιακός 94-97

Οι φίλοι του Ολυμπιακού σίγουρα περίμεναν μια πιο εύκολη νίκη μέσα στην Κροατία, ειδικά μετά την προειδοποίηση που είχε δώσει η Cibona στο ΣΕΦ. Οι Κροάτες, ωστόσο, παρουσιάστηκαν ακόμα καλύτεροι στην Drazen Petrovic Arena και έφτασαν μια ανάσα από τη νίκη. Πάμε, λοιπόν, να δούμε τα βασικότερα σημεία του αγώνα.
  • Η κούραση του Ολυμπιακού (πνευματική και σωματική) από την υπερπροσπάθεια στον τελικό Κυπέλλου ήταν εμφανής και λίγο-πολύ αναμενόμενη, καθώς η πίεση που είχαν οι παίκτες για το συγκεκριμένο αγώνα ήταν μεγάλη και μετά την κατάκτηση του τροπαίου μια μικρή χαλάρωση απέναντι σε έναν αδύναμο αντίπαλο όπως η Cibona είναι λογική.
  • H ευστοχία και των δύο ομάδων στα σουτ εντός παιδιάς ήταν σημαντικός παράγοντας του παιχνιδιού και δείγμα χαλαρής, αν όχι κακής άμυνας. Οφείλουμε, πάντως, να πούμε ότι αρκετά από τα σουτ ειδικά του Jamont Gordon ήταν υπό κακές προϋποθέσεις και με καλή άμυνα αλλά το επιθετικό ταλέντο του υπερίσχυε.
  • Η αστοχία του Ολυμπιακού στις βολές μέχρι σήμερα δεν του έχει στοιχίσει. Όσο, όμως, συνεχίζει να παίζει με την τύχη του και να μη βελτιώνεται στο συγκεκριμένο τομέα, είναι βέβαιο ότι στο μέλλον ανάλογη συμπεριφορά δε θα έχει νικηφόρο αποτέλεσμα. Η βελτίωση είναι επιτακτική.
  • Ο Ολυμπιακός δεν ανταποκρίθηκε σωστά στην πίεση που του άσκησε στο τέλος του τελικού Κυπέλλου ο Παναθηναϊκός και πήγε να χάσει το παιχνίδι. Η Cibona άσκησε την ίδια πίεση στο μισό γήπεδο μετά την επαναφορά της μπάλας, έκανε αρκετές "παγίδες" και ο Ολυμπιακός ξαναβραχυκύκλωσε. Είναι δεδομένο ότι από εδώ και στο εξής και άλλες ομάδες θα δοκιμάσουν αυτόν τον πιεστικό τρόπο άμυνας όταν βρεθούν πίσω στο σκορ, οπότε ο Γιαννάκης θα πρέπει να δουλέψει περισσότερο στις αντιδράσεις των παικτών του σε αυτές τις καταστάσεις. Ποιοτικοί και έμπειροι χειριστές υπάρχουν, οπότε αυτό δε θα πρέπει να δυσκολεύει τόσο την ομάδα και να χαρίζει εύκολα καλάθια στον αντίπαλο.
  • Επιπλέον, θεωρώ ότι ο Γιάννης Μπουρούσης χρησιμοποιήθηκε για περισσότερο χρόνο απ' όσον έπρεπε, αφού στο δεύτερο ημίχρονο εμφανώς δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αγώνα λόγω έλλειψης δυνάμεων και της καταπόνησης του οργανισμού του από την ίωση που τον ταλαιπωρεί ακόμα. Ίσως με κάποιον άλλο ψηλό (Sofo ή Μαυροκεφαλίδη) για περισσότερη ώρα στο παρκέ να κερδίζονταν παραπάνω από 3 επιθετικά rebounds, ή να προστατευόταν καλύτερα η ρακέτα.
  • Ο Milos Teodosic μπορεί με ασφάλεια να χαρακτηριστεί πλέον ένας από τους ηγέτες του Ολυμπιακού. Με άγνοια κινδύνου παίρνει τα δύσκολα σουτ και συνήθως ευστοχεί. Ο Παπαλουκάς αρχίζει και βρίσκει το ρυθμό του σε όλους τους τομείς και είναι καταλυτικός, ενώ ο Halperin και ο Penn αρχίζουν και βγάζουν στο παρκέ μεγαλύτερη επιθετικότητα, όπως είχαμε πει ότι χρειάζεται. Η ομάδα δένει και το άμεσο "ερυθρόλευκο" μέλλον (ενόψει δηλαδή της Κυριακής) παρουσιάζεται ευοίωνο στον τομέα των guards.
  • Oφείλουμε να πούμε έναν καλό λόγο και για τις γενικότερες επιλογές του Kleiza, που πλέον είναι αρκετά ψύχραιμος και δεν εκβιάζει τόσα σουτ όσα στην αρχή της χρονιάς.
  • Η Cibona παρουσιάστηκε ως η χειρότερη ομάδα του Top 16, ωστόσο μέχρι στιγμής έφτασε μια ανάσα από 2 νίκες ενάντια στον Ολυμπιακό και 1 ενάντια στην Caja Laboral. Η απειρία της όμως στοίχισε και στις 3 περιπτώσεις.
  • Ο Jamont Gordon μετά τις πολύ καλές του κολλεγιακές επιδόσεις στο Mississippi State, αναδεικνύει το πολύπλευρο ταλέντο του στην Ευρώπη. Αν βελτιώσει λίγο το shot selection του και ηρεμήσει το παιχνίδι του, μπορεί να παίξει και σε υψηλότερο επίπεδο καθώς έχει αρκετά από αυτά που χρειάζονται σε άμυνα και επίθεση και είναι μόλις 23 χρονών.
Πλέον ο Ολυμπιακός ψάχνει μια νίκη στα 2 επόμενα παιχνίδια του για να εξασφαλίσει την πρώτη θέση στον όμιλο, ενώ η Cibona θέλει συνδυασμό αποτελεσμάτων και διαφορών για να ελπίζει σε μια δύσκολη πρόκριση στους 8.

Παναθηναϊκός - Barcelona 67-70

Τελικά ο ΠΑΟ έγινε η πρώτη ομάδα που αποκλείεται από τους προημιτελικούς της Euroleague. Στο ματς της Πέμπτης με την Barcelona το πάλεψε, έδειχνε 6 λεπτά πριν το τέλος να έχει εξασφαλίσει σχεδόν τη νίκη, όμως μία σειρά λανθασμένων επιλογών και κακών συγκυριών σε άμυνα και επίθεση έφεραν την καταδικαστική ήττα.

Όχι ότι στα πρώτα 35 λεπτά η ομάδα είχε παίξει εκπληκτικό ή αποτελεσματικότατο μπάσκετ. Απλά ορισμένες εξάρσεις, υποβοηθούμενες και από το πάντα σημαντικό στοιχείο της έδρας, τον βοήθησαν να πάρει διαφορές, τις οποίες όμως δεν είχε το καθαρό μυαλό για να διαφυλάξει.

Το επιθετικό πλάνο έγινε προφανές από το ξεκίνημα, με την μπάλα να πάει συνεχώς τον Pekovic και αυτόν να αποδεικνύεται αξιόπιστος, πετυχαίνοντας 18 πόντους στο 1ο ημίχρονο. Η αλληλοκάλυψη και οι αμυντικές επιλογές της Barca (και ιδιαίτερα του N'Dong) ήταν πολύ κακές σε αυτό το διάστημα.

Στη συνέχεια οι Ισπανοί ανέβηκαν σε απόδοση, "έψαχναν" το καλό σουτ και ενίοτε το έβρισκαν κυρίως από την περιφέρεια, με τον Grimau για άλλη μία φορά να μένει ανεξήγητα ελεύθερος (κακό scouting report ίσως;) από κακές αμυντικές περιστροφές και να πετυχαίνει 2 τρίποντα.

Πάντως ο ΠΑΟ έπαιξε στο μεγαλύτερο διάστημα του αγώνα πολύ καλή και σκληρή άμυνα, μην αφήνοντας τη Barca να εκτελεί τόσο αρμονικά τα plays της, όπως στη Βαρκελώνη. Αυτήν του όμως την αμυντική συνέπεια και ενέργεια (ιδίως του Περπέρογλου) μπορούσε μόνο σε εξάρσεις να την εκμεταλλεύεται στην επίθεση, όπου πότε έβρισκε λύσεις "ανάσας" από ατομικές προσπάθειες (π.χ. καλάθι-και-foul Φώτση) και πότε εγκλωβιζόταν, ως συνήθως φέτος, σε προβλέψιμα screen plays, τα οποία ξεκάθαρα για μία ακόμη φορά είχαν μελετηθεί επαρκέστατα από το αντίπαλο coaching team.

Αυτή η επιθετική δυστοκία έγινε, βέβαια, εμφανέστατη στο καθοριστικό τελευταίο 5λεπτο, όπου η κατάσταση πήγε στο άλλο άκρο: σχεδόν κανένα play δεν έβγαινε, φαντασία (πόσο λείπει σε αυτόν τον τομέα φέτος άραγε ο Saras;) και το στοιχείου του απρόβλεπτου δεν υπήρχαν, με συνέπεια τα σουτ (και ειδικά τα τρίποντα Διαμαντίδη και Nicholas) που γίνονταν να μην έχουν τύχη, συνυπολογίζοντας την κακή ψυχολογία από την αρχή της χρονιάς.

Παρόλη την προβληματική επίθεση όμως, το παιχνίδι χάθηκε στις κάκιστες αμυντικές αντιδράσεις στις κρίσιμες επιθέσεις της Barca. Είναι ανεπίτρεπτο να δίνεις την ευκαιρία και το "άνοιγμα" για ένα back-door alley-oop, έχοντας τόσο κακές περιστροφές και βοήθειες στη ρακέτα, σε τέτοιο χρονικό σημείο ενός do-or-die παιχνιδιού. Εκεί φάνηκε ξεκάθαρα το πόσο χειρότερος είναι φέτος ο Παναθηναϊκός στο θέμα των σωστών αντιδράσεων, που απαιτούνται για να "κλειδώνεις" αυτά τα ματς. Αυτό βεβαίως λίγα αφαιρεί από τα εξαιρετικά, ψυχραιμότατα και δεικνύοντα μεγάλη κλάση (και προπονητή και παικτών) plays που "έβγαλε" η Barca για να πάρει τη νίκη, όμως σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα του φετινού ΠΑΟ στο κοντρολάρισμα των δύσκολων παιχνιδιών είναι εμφανές.

Και είναι πρόβλημα που καλείται να διορθώσει ο Obradovic, καταρχήν ενόψει της Κυριακής. Φυσικά είναι λίγο δύσκολο να μεγαλώσει δραστικά το rotation ή να εμπλουτισθεί σημαντικά το playbook αυτή τη στιγμή, όμως τουλάχιστον θα πρέπει να ελαττωθούν τα in-game λάθη τακτικής, όπως τα αδύναμα ή ανύπαρκτα hedge-outs σε έναν παίκτη-killer όπως ο Lakovic, ή η αδικαιολόγητη χρησιμοποίηση του παντελώς και λογικότατα ντεφορμέ Jasikevicius τη στιγμή που πάει να "κλειδωθεί" η νίκη.


Ο ΠΑΟ εμφανίστηκε συνολικά πολύ καλός στο επιθετικό rebound και βελτιωμένος στο αμυντικό (εκτός βέβαια από το κρισιμότερο, που "έκλεψε" ο Vazquez από τον Batiste). Η άμυνα του εξώθησε τη Barca σε αρκετά λάθη, όμως η ικανοποιητική εντός παιδιάς ευστοχία, καθώς και το τεράστιο κέρδος που αποκόμισαν από τη γραμμή των βολών οι Ισπανοί έγειρε τελικά το παιχνίδι προς το μέρος τους.

Σε επίπεδο παικτών, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Obradovic έχει χάσει εντελώς την πίστη του στον Tepic, ο οποίος υποτίθεται ότι είχε αποκτηθεί το καλοκαίρι για να "μοιράζεται" μαζί με τον Περπέρογλου τη θέση "3". Εξάλλου, ο Σπανούλης παρουσιάστηκε ξανά κουρασμένος, αναποτελεσματικός και με μικρή εκρηκτικότητα στο παιχνίδι του, ο Φώτσης ήταν κάπως ανεβασμένος, ενώ ο Haislip θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση όταν αρχίσει να ευστοχεί στα τρίποντα.

Όσο για τον Nicholas, παρά το γεγονός ότι είχε 5 assists, είναι εμφανές ότι το να έχει την μπάλα πολύ ώρα στα χέρια του στην περιφέρεια και να οργανώνει αυτός το παιχνίδι του ΠΑΟ είναι επιζήμιο για την ομάδα, καθώς η πάσα και το court vision του δεν είναι υψηλού επιπέδου και τον καθιστούν προβλέψιμο στις επιθέσεις που δε βρίσκει χώρο για να σουτάρει ο ίδιος. Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να αντιτάξει ότι δεν υπάρχουν άλλες επιλογές για τον οργανωτικό τομέα πέρα από Διαμαντίδη και Nicholas και θα είχε δίκιο, εφόσον Σπανούλης, Καλάθης, Saras και Βεργίνης δεν μπορούν να βοηθήσουν για λόγους που ποικίλλουν, όπως χαμηλή ποιότητα ή κακή διαχείριση υλικού.

Αναμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αγωνία το αυριανό παιχνίδι-ορόσημο, καθώς πιθανή νίκη θα επιφέρει αναπτέρωση ηθικού και άνοδο της αυτοπεποίθησης, ενώ πιθανή ήττα ίσως επικυρώσει τις όποιες αλλαγές έμψυχου δυναμικού που σχεδιάζονται από τώρα για το καλοκαίρι...


Υ.Γ.: Το παιχνίδι του Αμαρουσίου με την Partizan το παρακολουθήσαμε αποσπασματικά, οπότε δεν μπορούμε να έχουμε ασφαλή και ευκρινή εικόνα για τον εν λόγω αγώνα.

Μ.Π. & Β.Α.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Άδικη σιωπηρή τιμωρία



Η ύψιστη τιμή για κάθε παίκτη ή παράγοντα του μπάσκετ είναι να εισαχθεί το όνομά του στο Basketball Hall Of Fame στο Springfield της Μασαχουσέτης. Οι μεγαλύτεροι μπασκετμπολίστες επιλέγονται από την ειδική επιτροπή του HoF με το που συμπληρωθούν 5 χρόνια (το minimum και απαραίτητο χρονικό διάστημα) από την απόσυρσή τους, προκειμένου να "κοσμήσουν" περαιτέρω με την παρουσία τους έναν θεσμό ο οποίος (υποτίθεται ότι) διαφυλάσσει την αφρόκρεμα του NBA, κολλεγιακού και διεθνούς μπάσκετ. Οι αρχικοί υποψήφιοι για την "τάξη" του 2010 περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τους "θρύλους" Karl Malone και Scottie Pippen, καθώς και την original Dream Team των Ολυμπιακών του '92. Όλες, φυσικά, αναντίρρητα σωστές επιλογές, που αξίζουν 100% να βρίσκονται στο "πάνθεον" του αθλήματος.

Ο Dennis Rodman υπήρξε ένας NBAer με ιστορικά, θα λέγαμε, επιτεύγματα. Έπαιξε ως βασικό στέλεχος σε 5 πρωταθλήτριες ομάδες με Pistons και Bulls, ενώ έφτασε στους τελικούς άλλη μία φορά με τους Pistons. Ποτέ δεν υπήρξε ο πρωταγωνιστής στο παρκέ, αυτός που θα σκοράρει πολλούς πόντους ή θα πάρει την τελευταία επίθεση, κι αυτό επειδή διέθετε επιθετικές ικανότητες χαμηλότατου επιπέδου. Το σουτ του ήταν κάκιστο (μη σας ξεγελά αυτό), ενώ το ball-handling του ήταν κι αυτό μετριότατο, παρά το ύψος του (2.01 μ.), που προϊδέαζε για shooting guard ή small forward.

Διέθετε, όμως, σε υπεραφθονία δύο χαρακτηριστικά υποτιμημένα από το απλό κοινό και ικανά να κάνουν μία ομάδα σταθερή διεκδικήτρια του τίτλου.

Πρώτον, η μοναδική ικανότητά του να μαζεύει με απίστευτη ευκολία rebounds ήταν πραγματικά μνημειώδης. Για να συνειδητοποιήσετε το πόσο καλός rebounder ήταν, αρκεί να αναφέρουμε ότι είναι 1ος στο rebound% στην ιστορία του NBA (δηλαδή από τη σεζόν 1970-71 που υπάρχει διαθέσιμο αυτό το στατιστικό), με διαφορά σχεδόν 3 ποσοστιαίων μονάδων από τον 2ο! Η παρακάτω εικόνα πιστεύω τα λέει όλα:


Ο Rodman δηλαδή σε όλη την καριέρα του εξασφάλιζε περίπου 1 στα 4 διαθέσιμα rebounds όσο ήταν στο παρκέ, αριθμός εξωπραγματικός, που γίνεται ακόμα πιο απίστευτος αν σκεφτούμε το ύψος του και το ότι πάλευε απέναντι σε πραγματικά θηρία, τύπου Mourning ή Ewing. Μικρή αμφιβολία υπάρχει, λοιπόν, για το ότι ο Dennis είναι ο καλύτερος rebounder που έχει εμφανιστεί σε αυτόν τον πλανήτη από το 1970 και μετά.

Δεύτερο τεράστιο προσόν του Rodman ήταν η εκπληκτική on- και off-ball άμυνά του. Ήταν "ειδικός" στο να "κολλάει" ασφυκτικά πάνω στον αντίπαλό του και να τον κάνει να προσπαθεί πάρα πολύ για να κερδίσει μία καλή θέση ή να ολοκληρώσει μία επιθετική κίνηση κοντά στο καλάθι της ομάδας του, ενώ ήταν εξαιρετικός στο να κερδίζει επιθετικά fouls. Ποτέ δεν έφτασε σε μια σεζόν το μέσο όρο της 1 τάπας ή του 1 κλεψίματος, αφού σπανίως "τζόγαρε" στο αμυντικό κομμάτι και δεν κυνηγούσε τα στατιστικά. Πρωταρχικός σκοπός του πάντα ήταν, μέσω του physical παιχνιδιού του και της ασταμάτητης ενέργειάς του, να αναγκάσει τον αντίπαλο σε ένα όσο το δυνατόν κακών προϋποθέσεων σουτ. Εξάλλου, οι βουτιές του για διεκδικούμενες μπάλες πάντα προκαλούσαν έκρηξη αδρεναλίνης και ικανοποίηση στο κοινό και τον προπονητή του.

Το βιογραφικό του, λοιπόν, όχι απλά συνιστά, αλλά υποχρεώνει το Hall Of Fame να τον εντάξει στους κόλπους του. Ο Rodman στο παρκέ ενσάρκωνε την πεμπτουσία του ομαδικού μπάσκετ και ό,τι ακριβώς αγαπούν οι προπονητές ανά την υφήλιο: τον υπέρτατο αλτρουισμό και τη "θυσία" στο βωμό του ομαδικού καλού. Αυτόν τον παίκτη-επιτομή του καλού συμπαίκτη αγνοούν επιδεικτικά στο Springfield, αποκλειστικά λόγω της εκτός παρκέ ζωής του.

Σίγουρα και στη διάρκεια των αγώνων ο Dennis δεν ήταν και το καλύτερο παιδί (αμέτρητες τεχνικές ποινές και η γνωστή κλωτσιά στο φωτογράφο είναι οι σημαντικότερες "παρατυπίες" του), όμως αυτό που πραγματικά "ενοχλεί" τους αρμόδιους του HoF είναι το απίστευτα εκκεντρικό life-style του που όλοι ξέρουμε και με το οποία όλοι έχουμε γελάσει κατά καιρούς.

Αλλά ποιος, αλήθεια, star του NBA δεν έχει υπάρξει αντικείμενο αντιπαράθεσης και δεν έχει προβεί σε αρνητικούς ή ανήθικους χειρισμούς κάποια στιγμή στην καριέρα του; Ο Jordan είχε την ιστορία με τον παράνομο τζόγο και ο Kobe τη γνωστή υπόθεση με την κατηγορία βιασμού. Από τους φετινούς Hall-Of-Famers, ο Pippen είχε συλληφθεί για δημόσια οπλοκατοχή, ενώ ο Malone είχε αφήσει έγκυο μία 13χρονη κοπέλα, ο γιος της οποίας έγινε drafted στο NFL.

Ο Rodman έχει, βέβαια, να αντιπαρατάξει τις δικές του "ιστορίες" σε αυτά, όμως αυτό που εν τέλει προσπαθούμε να πούμε είναι ότι τα εξωγηπεδικά περιστατικά (εκτός φυσικά πολύ ακραίων περιπτώσεων) δεν πρέπει να επηρεάζουν την αποτίμηση της καριέρας ενός παίκτη και το κατά πόσο αυτός αξίζει να μπει στο HoF.

Δεν έχει σημασία το πόσο επίσημα ντυμένος θα παρουσιαστεί ή το πόσο όμορφο και εύηχο λόγο θα εκφωνήσει ο Rodman (ή ο οποιοσδήποτε άλλος) κατά την τελετή εισόδου του. Σημασία έχει να επισημοποιηθεί η αναγνώριση της συνεισφοράς του στο άθλημα του μπάσκετ, προς χάριν διατήρησης της κληρονομιάς που αυτός άφησε πίσω του, καθώς και γενικότερης απονομής δικαιοσύνης προς το πρόσωπό του. Το Hall Of Fame δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) υπηρεσία προβολής κοινωνικού καθωσπρεπισμού, αλλά θεσμός επιβράβευσης αθλητικών επιδόσεων. Και σε αυτές ο Rodman έχει πάρει άριστα.

Εφόσον ο D-Rod δεν έχει ακούσει ακόμα, 10 χρόνια μετά την αποχώρησή του, το όνομά του να συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των υποψηφίων, δυστυχώς πιθανότατα δε θα του γίνει ποτέ αυτή η τιμή. Όσο κι αν θα θέλαμε, από πείσμα και μόνο, να αλλάξει κάποια στιγμή η στάση του Hall Of Fame προς το μέρος του, αυτό που σίγουρα δε θα εκλείψει ποτέ είναι η ευγνωμοσύνη όλων των fans του NBA για τις στιγμές που μας χάρισε και για το πάθος του για το παιχνίδι.



Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Trade Watch: Jamison, T-Mac, Nate Robinson, Tyrus Thomas



Ήρθε η ώρα να δούμε τις τελευταίες σημαντικότερες μετακινήσεις από trades στη φετινή NBA season, έχοντας παρακολουθήσει και τους εμπλεκόμενους παίκτες σε δράση με τις νέες τους ομάδες!

Ξεκινάμε από την ανταλλαγή που έφερε τον Antawn Jamison στους Cavaliers. Ο Jamison είναι φυσικά ένας power forward εγνωσμένης αξίας που τα τελευταία χρόνια είχε σταθερά υψηλότατη παραγωγή ως μέλος των Wizards. Αποτελεί ένα 4άρι με πολύ καλή κίνηση στο χώρο, πολλές επιθετικές αρετές και γενικότερα πολύ καλή αίσθηση του παιχνιδιού. Οι παράδοξες και εντελώς προσωπικές κινήσεις του γύρω από το καλάθι είναι μόνιμη πηγή απειλής και πόντων, ενώ η ικανότητά του να απομακρύνεται από ρακέτα και να ευστοχεί σε τρίποντα απ' όλες τις πλευρές θα φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη στους Cavs τις στιγμές που θα βρίσκεται στο παρκέ μαζί με το Shaq.

Η τάση αυτή του Jamison να κινείται σε όλο το πλάτος του παρκέ θα φανεί λοιπόν (αν δε φάνηκε ήδη στο ματς με τους Magic) ιδιαίτερα θετική στο Mike Brown, που πλέον έχει στα χέρια του αναμφισβήτητα το καλύτερο frontcourt του NBA με Shaq, Jamison, Varejao, Hickson, την ενδεχόμενη επαναπόκτηση του Ilgauskas, καθώς και την επιστροφή στα παρκέ του Leon Powe. Frontcourt με πληθώρα ταλέντου, που μπορεί να συνδυάσει δύναμη, ευελιξία, inside και outside game.

Το νο. 1 ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, βέβαια, είναι η άμυνα στο pick-n-roll, η οποία έχει "κάψει" αρκετές φορές φέτος τους Cavaliers και είναι σίγουρο ότι θα αποτελέσει το βασικό όπλο των αντιπάλων τους στα playoffs. Ο Shaq είναι πλέον βαρύς και ο Jamison χαρακτηριζόταν πάντα από έλλειψη διάθεσης στο αμυντικό κομμάτι. Ο Varejao είναι αυτός που έχει τις σωστότερες αμυντικές αντιδράσεις σε όλη την ομάδα και γι' αυτό θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμος στα δύσκολα, ενώ ο Hickson ακόμα μαθαίνει το παιχνίδι και η απειρία του στην άμυνα ενδεχομένως να στοιχίσει, αν ο προπονητής του τον εμπιστευτεί για περισσότερο χρόνο απ' όσος του αναλογεί.

Περνάμε στον πάλαι ποτέ 1ο scorer στο NBA Tracy McGrady, που άφησε το Houston για τη Νέα Υόρκη. Σίγουρα το μεγαλύτερο κίνητρο για αυτήν την κίνηση των Knicks ήταν το τεράστιο λήγον συμβόλαιο του T-Mac ($22.5 εκ.), όμως από τις πρώτες εμφανίσεις αυτού με τη φανέλα των Knicks φαίνεται ότι ο D'Antoni τον προόριζε για βασική επιθετική μονάδα στο run-n-gun στιλ που εφαρμόζει. Τα γόνατά του λογικά θα αντέξουν τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι, οπότε και οι Knicks ελπίζουν ότι η παρουσία του θα βοηθήσει (λίγο δύσκολο κατ' εμάς) στην προσέλκυση του LeBron.

Το πιο σημαντικό κομμάτι της τριπλής (συμμετείχαν και οι Kings) ανταλλαγής του T-Mac για τους Knicks ήταν το ότι ξεφορτώθηκαν τον Jared Jeffries, το συμβόλαιο του οποίου εκτεινόταν μέχρι το 2011 και πιθανότατα θα τους χάλαγε τα σχέδια για τον (ή τους) superstar που θέλουν να φέρουν στη Νέα Υόρκη. Για να το πετύχουν αυτό, βέβαια, αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν το δικαίωμα στους Rockets να τους "πάρουν" το pick 1ου γύρου τους του 2011 (εκτός αν είναι το 1ο overall pick), καθώς και το pick 1ου γύρου τους του 2012 (εκτός αν είναι από 1ο ως 5ο overall pick). Με λίγα λόγια ρισκάρουν πάρα πολύ, διακινδυνεύοντας μια πιθανή υποθήκευση του μέλλοντος της ομάδας, προκειμένου να έχουν την καλύτερη "θέση εκκίνησης" για κάποιο από τα τεράστια ονόματα του καλοκαιριού. Γνώμη μου είναι ότι σοφά πράττουν, καθώς "αρμάδες" free agents όπως η φετινή τυχαίνουν μία φορά ανά 15 χρόνια και ως εκ τούτου έχουν τη μοναδική ευκαιρία να αλλάξουν σε ένα μόνο καλοκαίρι τον ρου της ιστορίας της ομάδας.

Οι Rockets βγήκαν οι καθαροί νικητές της ανταλλαγής, καθώς απέκτησαν έναν από τους πιο αποδοτικούς και υποτιμημένους scorers του σύγχρονου NBA, τον Kevin Martin. Ο K-Mart μπορεί να σκοράρει με ποικιλία τρόπων, κερδίζει fouls με χαρακτηριστική άνεση και θα προσδώσει μία σταθερή πηγή πόντων σε μία ομάδα που βασιζόταν υπερβολικά στους ακόμα αναπτυσσόμενους Ariza και Brooks, ενώ παράλληλα εξασφάλισαν έναν νεαρό ψηλό με αρκετά καλό potential, όπως είναι ο Jordan Hill, και έναν τυπικό για Rockets ευέλικτο αμυντικό, όπως είναι ο Jeffries. Για όλα αυτά τα οφέλη αναγκάστηκαν να "θυσιάσουν", εκτός από τον McGrady (που ουσιαστικά αποτελούσε παρελθόν από πολύ πριν), και τον δυνατό και μαχητικό power forward Carl Landry, ο οποίος μας είχε δώσει φέτος δείγματα μεγάλου ταλέντου και πλέον αναμένεται να αποτελεί ισχυρό inside-outside δίδυμο με τον Tyreke Evans στο Sacramento.

Προχωράμε στον "Krypto-Nate" Robinson, που σίγουρα θα πλέει σε πελάγη ευτυχίας μετά την ανέλπιστη μετακίνησή του στη Βοστώνη. Η αλήθεια είναι ότι η απόκτησή του μάλλον προήλθε από την έντονη ανάγκη που ένιωσε ο GM των Celtics, Danny Ainge, να "κάνει κάτι", βλέποντας την ομάδα του να δείχνει από παιχνίδι σε παιχνίδι ότι δεν εμπνέει πλέον τον απαραίτητο "φόβο" στις μικρομεσαίες ομάδες, πόσο μάλλον στις κορυφαίες. Ο Nate είναι ένας προικισμένος επιθετικά guard, με μεγάλη εκρηκτικότητα και αξιόπιστο (όταν χρησιμοποιείται με μέτρο) περιφερειακό σουτ, όμως δεν είμαι σίγουρος αν ο απρόβλεπτος και "ασόβαρος" χαρακτήρας του συνάδει με τη φιλοσοφία των Celtics και ειδικότερα του Doc Rivers. Εξάλλου, πρώτιστο μέλημα του αγωνιστικού πλάνου των C's είναι πάντα η άμυνα και σε αυτήν ο Nate είχε πάντα προβλήματα, κυρίως λόγω της σωματικής κατασκευής του.

Ο Eddie House, που πήγε ως αντάλλαγμα στη Νέα Υόρκη, ήξερε άριστα τα συστήματα των Celts, είχε πολύ καλές σχέσεις με τους (πρώην) συμπαίκτες του, όμως η διοίκηση έκρινε ότι ήταν αναλώσιμος. Σε κάθε περίπτωση, η απόδοση του (πρωτάρη στα playoffs) Nate θα κρίνει το αν αυτό το trade ήταν επιτυχημένο.

Τέλος, στο Chicago κατάλαβαν ότι ο Tyrus "The Virus" Thomas, όσες υποσχέσεις και ελπίδες για κάτι σπουδαίο κι αν έδινε κατά καιρούς με τις εμφανίσεις του, δεν επρόκειτο ποτέ να εξελιχθεί σε κάτι παραπάνω από έναν χρήσιμο αμυντικογενή ρολίστα όσο αγωνιζόταν στους Bulls. Γι' αυτό και το πήραν απόφαση και τον έδωσαν στους Bobcats, οι οποίοι ελπίζουν ότι υπό την καθοδήγηση του εμπειρότατου Larry Brown ο Tyrus θα συγκεντρωθεί και θα αποδώσει αυτό που οι Bulls περίμεναν από αυτόν όταν τον αποκτούσαν (ατυχέστατα) από τους Blazers αντί του LaMarcus Aldridge. Πάντως αποκόμισαν τηρουμένων των αναλογιών το καλύτερο δυνατό από τους 'Cats, δηλαδή τα λήγοντα συμβόλαια των Flip Murray (που μπορεί και να βοηθήσει άμεσα ως αξιόπιστος scorer) και Acie Law, συν ένα pick 1ου γύρου του 2012.

Η σεζόν μπαίνει πλέον στην κρισιμότερη καμπή της και οι μάχες για το καλύτερο δυνατό πλασάρισμα ενόψει των playoffs αναμένονται πολύ σκληρές!

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Τελικός Teodosic και Γιαννάκη



Ο Ολυμπιακός κατέκτησε χθες επάξια το πρώτο του Κύπελλο από το 2002. Το παιχνίδι ήταν μέτριο επιθετικά, πολύ καλό αμυντικά και κυρίως physical και σκληρό καθ' όλη τη διάρκειά του. Ας δούμε πώς παρουσιάστηκαν σε επίθεση και άμυνα οι δύο ομάδες.

Η επίθεση του Ολυμπιακού είχε μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στο ματς. Βασικός άξονας ήταν τα pick-n-rolls με Παπαλουκά και Teodosic και τα isolations με Childress και Kleiza. Στο 1ο ημίχρονο τα σουτ δεν έμπαιναν και κανείς παίκτης δε φαινόταν να έχει ρυθμό, με συνέπεια η επιθετική λειτουργία να φαντάζει μερικές φορές πρόχειρη και βιαστική. Για να ξεφύγει ο Ολυμπιακός στο σκορ χρειάστηκε να καταφύγει στο αγαπημένο του φέτος transition game και να τιμωρήσει σε 2-3 ψυχολογικά καθοριστικές φάσεις (με καθοριστικότερο το κάρφωμα του Kleiza) την προβληματική φέτος transition defense του Παναθηναϊκού.

Από τη στιγμή που κατάφερε να "ανοίξει" κάπως το μέχρι εκείνη τη στιγμή πολύ κλειστό και "αγχωμένο" παιχνίδι, η ψυχολογία των παικτών του ΟΣΦΠ ανέβηκε και η διαφορά αυξήθηκε. Τρεις ήταν οι σημαντικότεροι επιθετικοί παράγοντες που έθεσαν τις βάσεις για την τελική "κόκκινη" επικράτηση:

  • Η επιμονή του Teodosic να παίρνει τρίποντα που δυνητικά κρίνουν ένα ματς. Έχασε αρκετά στην αρχή (4 συγκεκριμένα) όμως επέμεινε και δικαιώθηκε.
  • Ο Παπαλουκάς μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να καθυστέρησε στην ανάπτυξη και να πήρε αμφισβητούμενες επιλογές, όμως όποτε κατάφερνε να βγάλει τις πάσες που ήθελε, αυτές πάντα απέφεραν κάτι το θετικό για τον ΟΣΦΠ.
  • Φυσικά η καθολική κυριαρχία του Ολυμπιακού στο επιθετικό rebound, κυριαρχία στην οποία μόνο ο Batiste τολμούσε να αντιταχθεί.

Αυτός ο τελικός όμως, λόγω του ρυθμού και του σκορ στο οποίο πήγε, ήταν τελικός που θα κερδιζόταν από την άμυνα. Και εκεί οι παίκτες και ο Γιαννάκης πήραν άριστα. Όπως ακριβώς και στο ματς του πρωταθλήματος, έτσι και το Σάββατο ο προπονητής του ΟΣΦΠ είχε ετοιμάσει ένα πολύ αποτελεσματικό πλάνο για την επιτυχή αντιμετώπιση των αμέτρητων PnR's του Παναθηναϊκού.

Πίστεψε στη μεγάλη (για ψηλό) πλάγια ταχύτητα του Σχορτσιανίτη, που ανταποκρίθηκε άριστα στη συντριπτική πλειονότητα των "πράσινων" PnR's. Έδωσε εντολή να γίνεται αμέσως foul όταν κάποιος ψηλός (κυρίως ο Vujcic) καθυστερούσε στο hedge-out ή στο switch (με κίνδυνο να δημιουργηθούν "ρήγματα¨στη ρακέτα ή ελεύθερα σουτ λόγω βοηθειών), όπως και πολύ σωστά γινόταν. Είχε φανερά δουλέψει στις προπονήσεις τις αντιδράσεις στα drive-n-kicks (ή κατά το ελληνικότερο "split-outs") των guards του ΠΑΟ, με συνέπεια οι παίκτες του να έχουν πάντα σωστές θέσεις και αποστάσεις και έτσι να "σμικρύνουν" αποτελεσματικά το παρκέ, κλείνοντας τις passing lanes και κλέβοντας πάρα πολλές πάσες. Γενικότερα αξίζουν συγχαρητήρια στο Γιαννάκη και το τεχνικό team του για το εξαιρετικά διαβασμένο αμυντικό παιχνίδι της ομάδας του.

Ο Παναθηναϊκός, τώρα, ποτέ δεν μπόρεσε να βρει σταθερές λύσεις στην επίθεση. Το πλάνο του παρέμεινε και σ' αυτό το παιχνίδι σχετικά προβλέψιμο. Πολλές λάθος πάσες, πολύ άσκοπο dribbling στην περιφέρεια που δεν οδηγούσε πουθενά, κακών προϋποθέσεων σουτ στο τέλος του shot clock, αδυναμία εύρεσης διαδρόμων για drives απέναντι στην καλοστημένη άμυνα του Ολυμπιακού. Στην άμυνα ήταν θετικότατος, ειδικά στο 2ο ημίχρονο, με καίρια double teams και γενικά καλές περιστροφές, όμως για μία ακόμη φορά δεν μπόρεσε πρώτον να εμπνεύσει την παραμικρή εμπιστοσύνη στο αμυντικό rebound και δεύτερον να αποτρέψει τα κρίσιμα τρίποντα του ΟΣΦΠ. Έκανε, βέβαια, την ύστατη προσπάθεια για "κλοπή" της νίκης στο τέλος, όμως δεν αρκούσε.

Μεγάλες ευθύνες έχει φυσικά ο Obradovic, και για αυτό ειδικά το χαμένο τρόπαιο, και γενικά για τη μη πειστική φετινή εικόνα του ΠΑΟ. Αδυνατεί να διαφοροποιήσει σε ικανοποιητικό βαθμό το επιθετικό πλάνο της ομάδας, εμμένοντας υπερβολικά στο PnR. Δεν κάνει καλή χρήση του roster, εφαρμόζοντας ουσιαστικά ένα rotation 8 μόλις παικτών, με την απορρέουσα κούραση να αποδεικνύεται συχνά καθοριστικός παράγοντας στις ήττες. Δεν έχει μπορέσει να βρει τον τρόπο να εντάξει στα plays τους Καλάθη και Tepic, που ας μην ξεχνάμε ότι ήταν δικές του επιλογές. Εξάλλου, είναι κατακριτέο το ότι περίμενε από το Saras, με 3 μόλις λεπτά συμμετοχή και προερχόμενο από εκτεταμένη απραξία, να παρουσιάσει το οτιδήποτε δραστικό στο παρκέ του τελικού.


Οι 4F επιβεβαιώνουν ότι τα rebounds και τα λάθη έκαναν τη διαφορά. Η επικράτηση του ΠΑΟ στα ποσοστά ήταν χωρίς αντίκρυσμα, εφόσον επέτρεψε στον αντίπαλο να ανανεώσει τόσες πολλές επιθέσεις και επίσης να κάνει τόσα κλεψίματα, κάποια εκ των οποίων οδηγούσαν σε καταστάσεις αιφνιδιασμού.

Ας εξετάσουμε τώρα ατομικά τους παίκτες των δύο αντιπάλων.

Ολυμπιακός

Παπαλουκάς: Πολύπλευρη προσφορά, έψαχνε (σωστά) το κλέψιμο και έδωσε πολλές και καλές πάσες στα κρίσιμα. Μερικές φορές καθυστερούσε στην οργάνωση και του έμενε η μπάλα στα χέρια, όμως συνολικά ήταν θετικότατος.

Penn: Ποιοτικά λεπτά με καλή και δυνατή άμυνα και 2 μεγάλα τρίποντα, σε ένα ματς τίτλου. Ακριβώς, δηλαδή, ο σκοπός για τον οποίο αποκτήθηκε. Αν και παραλίγο να αποδειχθεί μοιραίος με τις 3 χαμένες βολές στο τέλος.

Childress: Πήρε αρκετές προσπάθειες στο halfcourt παιχνίδι, οι οποίες δε του βγήκαν. Παρόλα αυτά είχε συνεισφορά, όπως πάντα, στο transition, πήρε πολλά rebounds και "έβγαλε" (μεταξύ άλλων) μία άμυνα-κλειδί στο Διαμαντίδη στο τέλος.

Vujcic: Στο λίγο που έπαιξε ήταν θετικός, με έξυπνα fouls και ένα ωραίο καλάθι.

Teodosic: Καθοριστικός επιθετικά, η άγνοια κινδύνου του χάρισε κατά ένα μεγάλο ποσοστό τον τίτλο στον ΟΣΦΠ. Σκόραρε με πολλούς τρόπους (τρίποντα, drives, βολές), ενώ και οργανωτικά ήταν καλός.

Μπουρούσης: Ελαφρά επηρεασμένος από την ίωση, όμως ήταν συνεπής στην άμυνα και κέρδισε fouls στην επίθεση.

Halperin: Επιθετικά δεν έκανε τίποτα, αλλά έπαιξε σωστή άμυνα χώρου, κάνοντας 2 κλεψίματα.

Kleiza: Ξεκίνησε μέτρια, παίρνοντας δύσκολες προσπάθειες και όντας καλά κλεισμένος από την άμυνα του ΠΑΟ. Σιγά-σιγά ανέβαινε, παίρνοντας πολλά rebounds και παίζοντας καλή άμυνα. Στο τελευταίο δεκάλεπτο έκανε τη διαφορά, κυρίως με το τρίποντο 4 λεπτά πριν το τέλος.

Μαυροκεφαλίδης: Όση ώρα βρέθηκε στο παρκέ "έφθειρε" και κούρασε τον Pekovic, παίζοντάς τον ιδιαίτερα physical άμυνα.

Σχορτσιανίτης: Το πάθος του και οι καλές αντιδράσεις του στην άμυνα ήταν από τα highlights του τελικού. Στην επίθεση τις περισσότερες φορές γινόταν collapse πάνω του, όπως ήταν λογικό (και οδηγία από τον Obradovic).

Παναθηναϊκός

Tepic: Τίποτα το αξιοσημείωτο, ακόμα δεν έχει βρει σταθερό ρόλο.

Σπανούλης: Για άλλη μια φορά έδειξε κουρασμένος και ολίγον άτολμος. Κέρδισε fouls, όμως ταλαιπωρούσε πολύ συχνά την μπάλα.

Περπέρογλου: Έπαιξε πολύ καλή on-ball άμυνα στο μεγαλύτερο διάστημα στον Childress, όμως επιθετικά δε φάνηκε ιδιαίτερα. Σίγουρα παίρνει περισσότερο χρόνο στο παρκέ απ' όσον "υποδεικνύει" το ταλέντο του.

Batiste: Δεν του προσφέρθηκαν καθόλου εύκολα καλάθια, ούτε του δώθηκαν καλές πάσες. Αναγκαζόταν να σουτάρει συχνά από μακριά, με κακές προϋποθέσεις. Δεν είχε καμία βοήθεια στα rebounds.

Φώτσης: Μερικές καλές άμυνες και ένα κάρφωμα δεν "σώζουν" άλλη μία μετριότατη φετινή εμφάνισή του.

Haislip: Είχε κάποιες κακές και βιαστικές επιλογές, όμως έδειξε το ταλέντο του στο σημείο με τα 3 συνεχόμενα καλάθια από isolations στο post. Αναμένουμε με ενδιαφέρον το αν η συνεισφορά του θα βελτιωθεί σημαντικά υπό τον Obradovic.

Nicholas: Κι εδώ πολύ άσκοπο dribbling και αδυναμία εύρεσης διαδρόμων για κάποιο σουτ ή drive. Πάντως βοήθησε στο παρ' ολίγον comeback στο τέλος.

Jasikevicius: Μικρή συμμετοχή, δεν πρόλαβε να βρει ρυθμό, εμφανώς ανέτοιμος.

Διαμαντίδης: Έκανε καλό ματς από άποψη ευστοχίας στα περιφερειακά σουτ, όμως οργανωτικά οι όποιες εμπνεύσεις του "διαβάζονταν" σωστά από την "κόκκινη" άμυνα.

Pekovic: Κλείστηκε πολύ καλά από τους ψηλούς του Ολυμπιακού. Ναι μεν είχε 4/4 σουτ, αλλά δεν του επετράπη να "πονέσει" πραγματικά τους "ερυθρόλευκους". "Άφαντος" στο rebounding κομμάτι.


Λύτρωση, λοιπόν, για τον Ολυμπιακό και πρώτο χαμένο Κύπελλο μετά από 6 χρόνια για τον Παναθηναϊκό. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι κανένας από τους δύο δεν πρέπει να δώσει υπέρ του δέοντος σημασία σε αυτό το τρόπαιο, αλλά να κοιτάξει το πώς θα ανακάμψει (ο Παναθηναϊκός εναντίον της Barcelona την Πέμπτη) ή πώς θα πιστοποιήσει τη μέχρι τώρα ανωτερότητά του εντός των συνόρων (ο Ολυμπιακός με αντίπαλο τον ΠΑΟ την Κυριακή).

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

"Πράσινη" επανάκαμψη ή "κόκκινη" λύτρωση;



Έφτασε η μέρα που θα απονεμηθεί ο πρώτος τίτλος της χρονιάς. Οι αντίπαλοι αναμενόμενοι: Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός, δύο από τις ποιοτικότερες ομάδες στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια της φετινής σεζόν έχουμε αναφερθεί εξαντλητικά στα προτερήματα και τις αδυναμίες των δύο πρωταγωνιστών του ελληνικού μπάσκετ. Η εμβόλιμη αγωνιστική της Α1 την Τετάρτη δεν άλλαξε κάτι στην εικόνα που έχουμε για το φετινό Ολυμπιακό, όμως από την άλλη λειτούργησε ιδιαίτερα θετικά για την ψυχολογία και την προσωρινή αγωνιστική ανάταση του Παναθηναϊκού, σε συνδυασμό με την εμφατική νίκη του επί του Άρη την Κυριακή.

Ο ΠΑΟ παρουσιάστηκε αισθητά βελτιωμένος απέναντι στο Μαρούσι και εκμεταλλεύτηκε επιτέλους την αποδεδειγμένα υψηλή ποιότητα των παικτών του όταν έπρεπε για να τελειώσει το παιχνίδι, όπως μας έχει συνηθίσει δηλαδή τα τελευταία χρόνια εντός των συνόρων με μικρότερης (από αυτόν) δυναμικότητας ομάδες. Το σημαντικότερο που πρέπει να κρατήσουμε από το ματς της Τετάρτης ενόψει του σημερινού τελικού είναι το γεγονός ότι ο ΠΑΟ: α) έδειξε εμφανή πλέον προθυμία να ακολουθήσει το γρήγορο ρυθμό του αντιπάλου και β) ευστόχησε (για πρώτη ίσως φορά φέτος) σχεδόν σε όλα τα καθοριστικά τρίποντα του 3ου δεκαλέπτου, κάτι που πιθανώς να δείχνει ότι τα φετινά προβλήματα στο περιφερειακό σουτ φτάνουν στο τέλος τους, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

Εξετάζοντας, τώρα, το σημερινό παιχνίδι, ας δούμε 5 αγωνιστικά σημεία-κλειδιά για κάθε ομάδα στο σημερινό τελικό.

Ολυμπιακός

--- Πρέπει οπωσδήποτε ένα μεγάλο μέρος των επιθέσεων του 1ου δεκαλέπτου να περάσει από τα χέρια του Σχορτσιανίτη. Ο Pekovic έχει αποδείξει ότι δεν παίζει ιδιαίτερα καλή άμυνα θέσης και ότι είναι επιρρεπής στο foul. Αν φορτωθεί με 2 γρήγορα fouls από κινήσεις του Sofo θα είναι μεγάλο κέρδος για τον Ολυμπιακό και ίσως αποβεί καθοριστικό στη συνέχεια, δεδομένου του μεγαλύτερου βάθους που παρουσιάζει ο ΟΣΦΠ στη frontline.

--- Ο ΟΣΦΠ πρέπει να μη διστάσει να τρέξει όποτε βρει την ευκαιρία και να ψάξει τη γρήγορη μακρινή πάσα σε Childress ή Kleiza, που είναι δύσκολα αντιμετωπίσιμοι στον αιφνιδιασμό και το ανοικτό γήπεδο. Οξυδέρκεια και γρήγορα και σωστά αντανακλαστικά από Παπαλουκά και Teodosic θα είναι τα ζητούμενα εδώ. Με αντίπαλο την Caja Laboral οι αιφνιδιασμοί είχαν δουλέψει στην εντέλεια και έχουμε ήδη επισημάνει φέτος την ασταθή transition defense του Παναθηναϊκού.

--- Ο Obradovic είναι πιθανότατο ότι θα δοκιμάσει κάποια στιγμή την αγαπημένη του ευέλικτη ζώνη 2-3. Θα είδε σίγουρα την αποτελεσματικότητα της ζώνης της Cibona στο ΣΕΦ. Ο Ολυμπιακός έχει την τάση ενίοτε να σταματάει την ντρίμπλα και να γίνεται ιδιαίτερα στατικός σε τέτοιες περιπτώσεις. Η συνεχής κίνηση και οι γρήγορες αλλαγές πλευράς στην μπάλα θα είναι απαραίτητες. Απαραίτητη η ύπαρξη του Vujcic στο παρκέ σε περίπτωση ζώνης του ΠΑΟ, λόγω της ικανότητάς του να αντιλαμβάνεται άμεσα τις κινήσεις των συμπαικτών του (ειδικά στη baseline), αλλά και των γρήγορων και αποτελεσματικών hooks του.

--- Φυσικά οι καλές αντιδράσεις απέναντι στο κλασικό pick-n-roll του ΠΑΟ θα παίξουν τεράστιο ρόλο και ενδεχομένως να φέρουν και τη νίκη, όπως είχε γίνει στο ματς του πρωταθλήματος. Όσο καλή PnR defense κι αν παίξουν οι ψηλοί του Ολυμπιακού, τη διαφορά (θετική ή αρνητική) θα κάνουν οι περιστροφές των forwards (Kleiza, Childress, Βασιλόπουλος) σε καταστάσεις βοήθειας μετά το roll, όπου ζητούμενο θα είναι το όσο το δυνατόν γρηγορότερο "κλείσιμο" (close-out) στις "πράσινες" απειλές στο τρίποντο.

--- Ακούγεται (και θα έπρεπε να είναι) αυτονόητο, όμως οι βολές θα πρέπει να μπουν. Ο Ολυμπιακός ενδέχεται να πάει πολλές φορές στη γραμμή, λόγω του δυναμικού inside game του, και εκεί θα πρέπει να αποδειχθεί αξιόπιστος, γιατί ο Παναθηναϊκός δε θα είναι τόσο κακός (λογικά) στα box-outs όσο η Cibona.


Παναθηναϊκός

--- Σημαντικότερο όλων: το αμυντικό rebound. Είχαμε δει αναλυτικά ότι ο ΠΑΟ ήταν ο χειρότερος εκ των 3 εκπροσώπων μας στην Euroleague φέτος σε αυτόν τον τομέα. Από τους Batiste και Pekovic περιμένουμε ούτως ή άλλως καλή επίδοση, όμως καθοριστική θα είναι η συνεισφορά, μικρή ή μεγάλη, των αλτικότατων Haislip και Φώτση και κατά πόσο αυτοί θα "νικήσουν" στις διεκδικήσεις των rebounds τους Kleiza και Childress.

--- Θα "τολμήσει" ο Obradovic να χρησιμοποιήσει το Jasikevicius στα κρίσιμα, "σπάζοντας" έτσι την σιωπηρή τιμωρία του Λιθουανού; Είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα και νομίζω πώς η απάντηση είναι "ναι". Η αξία του Saras είναι αποδεδειγμένη, ειδικά όταν μια ομάδα χρειάζεται άμεσες (και ευφάνταστες) λύσεις και μπροστά στην κατάκτηση ενός τίτλου, το οποιοδήποτε παρελθοντικό "παραστράτημα" συγχωρείται.

--- Πόσο διαφοροποιημένο και ανανεωμένο θα παρουσιαστεί το (περισσότερο προβλέψιμο φέτος από κάθε άλλη χρονιά) επιθετικό πλάνο του Παναθηναϊκού; Η λογική λέει όχι πολύ, παρότι στο παιχνίδι με το Μαρούσι ο Obradovic φάνηκε να χρησιμοποιεί μεγαλύτερη ποικιλία από plays απ' ότι π.χ. στη Βαρκελώνη. Η ύπαρξη του Haislip βοηθά σε αυτόν τον τομέα, καθώς είναι από τους παίκτες που επιθετικά μπορούν να αιφνιδιάσουν και να δείχνουν κάτι διαφορετικό σε κάθε φάση. Αναμένουμε να δούμε το πώς ακριβώς θα τον χρησιμοποιήσει αυτή τη φορά ο Zeljko (δηλαδή κυρίως μέσω isolation plays ή μέσα από πιο ομαδικά συστήματα).

--- Μία από τις ειδικότητες του Παναθηναϊκού όλα αυτά τα χρόνια της κυριαρχίας του είναι το ότι δημιουργεί πάντα αρκετά καλών προϋποθέσεων τρίποντα, χάρη στη σταθερά καλή κυκλοφορία μπάλας που συνήθως επιδεικνύει. Αν αυτά τα τρίποντα μπουν (όπως στον τελικό Κυπέλλου του 2008), το παιχνίδι θα γείρει προς το μέρος του. Αν δεν μπουν, η επίθεσή του ενδέχεται να βραχυκυκλώσει και ο Ολυμπιακός να αποκτήσει σοβαρό προβάδισμα. Τόσο απλά.

--- Το μεγαλύτερο, τελικά, ερωτηματικό για τον Παναθηναϊκό και ενδεχομένως συνολικά για τον τελικό είναι το πώς θα παρουσιαστεί ο Σπανούλης. Φέτος δείχνει από την αρχή της χρονιάς κουρασμένος. Με το Μαρούσι, όμως, έδωσε δείγματα ανάκαμψης, κυρίως ως σουτέρ. Με αντίπαλο τον Ολυμπιακό παίζει πάντα από πολύ καλά έως καταπληκτικά. Θα επιδιώξει πιθανότατα κατά κύριο λόγο το drive και την επαφή (μέσω των γνωστών του fadeaways με ταμπλό) και απο την επιτυχία αυτών θα διαμορφωθεί θετικά ή αρνητικά η ψυχολογία του για όλο το ματς.

Σε κάθε περίπτωση, ευχόμαστε να δούμε έναν καταπλητικό αγώνα, εντός των 4 γραμμών του παρκέ. Και το λέμε αυτό επειδή έξω από αυτές, κάποιοι θέλουν να δουν και φέτος όσα είδαν πέρσι, και πρόπερσι, και πριν 3 χρόνια, κτλ...

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Trade Watch: Ο Marcus Camby στους Blazers



Το 2ο μεγάλο trade του Φεβρουαρίου είναι γεγονός. Ο center Marcus Camby των Clippers πήγε στο Portland, ενώ την αντίθετη κατεύθυνση πήραν ο guard Steve Blake και ο forward Travis Outlaw, καθώς και 1.5 εκ. δολάρια.

Καταρχήν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι και οι 3 εμπλεκόμενοι παίκτες βρίσκονται στον τελευταίο χρόνο των συμβολαίων τους. Αυτό σημαίνει ότι καμία ομάδα δεν αποκτά κάποιο οικονομικό όφελος αναφορικά με το salary cap.

Όσο κι αν το κοιτάζει και το ξανακοιτάζει κάποιος, είναι δύσκολο να καταλάβει γιατί ακριβώς συμφώνησαν σε αυτήν την ανταλλαγή οι Clippers. Ο Camby ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους παίκτες του NBA φέτος, αφού έχει και φιλικό προς το salary cap συμβόλαιο (9.15 εκ. δολάρια στη φετινή τελευταία χρονιά του) και μεγάλη αγωνιστική αξία. Το δεύτερο αναφέρεται κυρίως στην εκπληκτική του ικανότητα στα rebounds, η οποία τον έχει φέρει 1ο σε ολόκληρο το NBA σε rebound% (δηλαδή μαζεύει το μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων rebounds από κάθε άλλο παίκτη του NBA!). Αυτό, σε συνδυασμό με τη δεδομένη ικανότητά του στα blocks, έπεισαν τους Blazers να προχωρήσουν στον καταρχήν "δανεισμό" του για 3 μήνες (οι πληροφορίες και η λογική λένε ότι δύσκολα θα τον "ανανεώσουν" το καλοκαίρι), έτσι ώστε να προσθέσει όγκο και να βοηθήσει την ιδιαίτερα "πονεμένη" από τραυματισμούς φέτος frontline τους (Oden, Przybilla). Ξέχωρα από τα blocks, πάντως, η καθαρή 1-on-1 post defense του παραμένει σε μέτρια επίπεδα, όμως η ικανότητά του στα rebounds καθώς και το σχετικά αξιόπιστο midrange game του αρκούσε στο Portland, που δε φαίνεται διατεθειμένο να παρατήσει τη φετινή χρονιά, αλλά δείχνει ότι θα παλέψει μέχρι τέλους για κάτι καλό στα φετινά playoffs. Και για να το πετύχει αυτό πρόθυμα "θυσίασε" δύο αναλώσιμους παίκτες, τον Outlaw (έχει ήδη Rudy, Batum, Webster) και τον Blake (έχει ήδη Andre Miller και τον βελτιωμένο Jerryd Bayless).

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Clippers δεν επρόκειτο να κρατήσουν τον Camby το καλοκαίρι, εφόσον το σχέδιό τους (όπως και των περισσότερων ομάδων) είναι να εξοικονομήσουν χώρο στο cap για να προσελκύσουν έναν free agent υψηλότατης ποιότητας (και αποδοχών) το προσεχές καλοκαίρι. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι πολύ πιθανό να κρατήσουν για τη νέα χρονιά ούτε τους Outlaw και Blake.

Αν δεχτούμε λοιπόν ότι οι Clippers δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να αποκτήσουν συμβόλαια που εκτείνονται και στην επόμενη σεζόν, εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί τουλάχιστον να μην απαιτήσουν από τους Blazers κάποιο extra αντάλλαγμα άλλης μορφής, δηλαδή κάποιο μελλοντικό draft pick ή τα δικαιώματα κάποιου draftee του Portland. Για τη δεύτερη συγκεκριμένα περίπτωση, οι Blazers έχουν τα δικαιώματα των Joel Freeland, Petteri Koponen και Victor Claver, οι οποίοι παίζουν όλοι στην Ευρώπη και κρίνονται ως ιδιαίτερα υποσχόμενα ταλέντα. Ουσιαστικά, δηλαδή, οι Clips δεν πρέπει να συνειδητοποίησαν πόσο ελκυστικός ήταν ο Camby στην αγορά και υπέκυψαν σε μία αναλογικά μέτρια προσφορά, από την οποία θα μπορούσαν σίγουρα να βρουν καλύτερες.

Το μόνο καλό που προκύπτει από αυτό το trade για τους "μικρούς" του Los Angeles (εκτός από το bonus του 1.5 εκ.) είναι ότι, αφού δεν μπαίνουν που δεν μπαίνουν φέτος στα playoffs, τουλάχιστον έχουν πλέον τη δυνατότητα να δώσουν πολύ χρόνο συμμετοχής στον νεαρό center DeAndre Jordan, ο οποίος μπορεί να είναι χειρότερος κι από το Shaq στις βολές (μόλις 33.8%!), αλλά παρουσιάζεται πολύ ευέλικτος και αποτελεσματικός γύρω από το καλάθι και με τη σωστή καθοδήγηση θα μπορεί μελλοντικά να αποτελέσει ένα ισχυρό δίδυμο με τον Blake Griffin.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Trade Watch: Ο Caron Butler στους Mavs



Το All-Star Weekend του NBA παρήλθε, αφήνοντάς μας όμορφες (το παιχνίδι της Κυριακής) και λιγότερο όμορφες (ο διαγωνισμός καρφωμάτων) αναμνήσεις. Η προσοχή μας από σήμερα στρέφεται άμεσα στον τομέα των trades, αφού η τελευταία μέρα για την ολοκλήρωσή τους είναι η Πέμπτη. Στο RnG θα επιχειρούμε να αναλύουμε κάθε σημαντική ανταλλαγή που ολοκληρώνεται.

Ξεκινάμε με την ανταλλαγή που είχε συμφωνηθεί πριν από το Σαββατοκύριακο και είναι αυτή που ως κύριο στοιχείο της είχε τη μετακίνηση του Caron Butler στο Dallas και του Josh Howard στην Washington. Οι υπόλοιποι παίκτες που άλλαξαν ομάδα ήταν οι Brendan Haywood, DeShawn Stevenson (πήγαν στους Mavericks) και οι Drew Gooden, Quinton Ross και James Singleton (πήγαν στους Wizards).

Από την πλευρά των Mavericks η ανταλλαγή κρίνεται απολύτως σωστή και επιτυχημένη. Το ταλέντο του Butler είναι αδιαμφισβήτητο: μπορεί να σκοράρει με πολλούς τρόπους, δε διστάζει να πάρει τα κρίσιμα σουτ, ενώ η δύναμή του τον καθιστά υπολογίσιμο στην άμυνα και στις μάχες των rebounds. Η φετινή άσχημη χρονιά της Washington τον είχε επηρεάσει ξεκάθαρα και αυτό φαινόταν στο παρκέ, όπου αγωνιζόταν με μικρότερη συγκέντρωση και έδινε την εντύπωση ότι ήθελε οπωσδήποτε να παίξει ξανά σε μία ομάδα-νικητή. Ας ελπίσουμε ότι αυτήν τη βρήκε στους Mavericks, όπου αν καταφέρει να "συμφωνήσει" με τον Dirk στη διαμοίραση των σουτ και των επιθετικών ευθυνών, η ομάδα του Marc Cuban θα αργήσει να κάνει καλοκαιρινές διακοπές. Εξάλλου, η ύπαρξη του Kidd στον "άσσο" θα πρέπει να προδιαθέτει θετικότατα τον Caron, αφού ένας ικανότατος point guard πάντα μεγιστοποιεί την απόδοση των scorers μίας ομάδας.

Σημαντικό κομμάτι του rotation των Mavs θα είναι και ο Haywood, ένας δυνατός center και ικανότατος στην άμυνα στο post, με ιδιαίτερη έφεση στα rebounds και blocks. Όσο κι αν έχει βοηθήσει κατά καιρούς ο ασταθής και περιορισμένων δυνατοτήτων Dampier, η προσθήκη του Haywood φέρνει σίγουρα μία αναβάθμιση στο "5".

Ο Stevenson αναμένεται να ισχυροποιήσει το βάθος στη θέση "2" (όπου ήδη παίρνουν χρόνο Terry, Kidd, Beaubois και Barea), παρότι φέτος ξεκίνησε τη χρονιά εκτός παρκέ λόγω τραυματισμού και σημειώνει μέχρι τώρα μόλις 6.6 πόντους μέσο όρο, παίζοντας αρκετά άσχημα. Περισσότερο θα αντιμετωπιστεί ως "ασφάλιση" σε περίπτωση τραυματισμών στους υπόλοιπους guards παρά ως βασικό μέλος της ομάδας.

Το σκεπτικό, τώρα, των Wizards για τη διεκπεραίωση αυτού του trade ήταν προφανώς οικονομικό. Αμέσως μετά την ιστορία με τον Arenas, κατέστησαν σαφές ότι θέλουν να "ανατινάξουν" τον κορμό της ομάδας, με τον οποίο έχουν πορευτεί τα τελευταία χρόνια. Η φυγή του Butler σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη ακύρωση του συμβολαίου του Arenas και την πιθανή μετακίνηση και του Jamison θα τους δώσει πάρα πολύ χώρο στο salary cap, δεδομένου και του ότι μπορούν να "κόψουν" το συμβόλαιο του Howard το καλοκαίρι.

Ο J-Ho, προερχόμενος από μία σειρά τραυματισμών και σκανδάλων τα πρόσφατα χρόνια του στους Mavs, είχε οπωσδήποτε ανάγκη από μία αλλαγή περιβάλλοντος και αναμένεται να βοηθήσει κάπως τους Wiz λόγω φυσικού ταλέντου και μόνο, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σεζόν. Πρέπει να δει αυτούς τους 3 μήνες ως μία επένδυση για το μέλλον και προσπάθεια επανόρθωσης της "τσακισμένης" εικόνας του.

Όσον αφορά στους υπόλοιπους τρεις που πάνε στην πρωτεύουσα, ο Gooden όταν συγκεντρώνεται παίζει καλά και οι Ross και Singleton είναι καλοί αμυντικοί, όμως ο βασικός λόγος απόκτησής τους παραμένει η εξοικονόμηση χρημάτων και η απόκτηση cap space το καλοκαίρι, καθώς τα συμβόλαια των Gooden και Singleton λήγουν το καλοκαίρι, ενώ ο Ross αμοίβεται φέτος και του χρόνου με minimum χρήματα.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Top 16 Watch: Week 3



Ολυμπιακός - Cibona 78-75

Ο Ολυμπιακός κινδύνεψε πολύ περισσότερο του αναμενομένου στο ματς της Τετάρτης, όμως τελικά η κλάση και η εμπειρία των παικτών του δεν επέτρεψαν να σημειωθεί μία πολύ μεγάλη έκπληξη.

Αυτό που παραλίγο να καταδικάσει τον Ολυμπιακό, ήταν και αυτό που οδήγησε τελικά στην επικράτησή του. Και αυτό ήταν τα πάρα πολλά επιθετικά rebounds από τις πάρα πολλές χαμένες βολές. Η χαρακτηριστική αδυναμία της Cibona να επωφεληθεί ουσιαστικά από την απαράδεκτη (για ομάδα τέτοιου επιπέδου) ανικανότητα του Ολυμπιακού από τη γραμμή, επέτρεψε στην ελληνική ομάδα να ανανεώνει συχνότατα τις επιθέσεις της και να ψάχνει περισσότερο το καλό σουτ.

Και το ψάξιμο του καλού σουτ στα κρίσιμα σημεία του ματς ήταν μία αναγκαιότητα, καθώς η διαρκής ζώνη των Κροατών εγκλώβιζε κατά διαστήματα τον Ολυμπιακό, εφόσον επεδίωκε να του αφαιρέσει το δυνατό φετινό του στοιχείο, το γρήγορο transition game. Όποτε δεν μπορούσε να βγάλει τον αιφνιδιασμό, η κροατική άμυνα μοιραία προλάβαινε και "έκλεινε", με συνέπεια να καθυστερεί και να γίνεται προβλέψιμη η ελληνική επίθεση.

Ευτυχώς όμως για τον Παναγιώτη Γιαννάκη, υπήρχε στο παρκέ ο εξαιρετικός Nikola Vujcic, που έκανε μία από τις πιο ουσιαστικές και καταλυτικές εμφανίσεις του από τότε που ήρθε στον Ολυμπιακό. Ο Κροάτης center έπαιρνε συνεχώς ιδανικές θέσεις κοντά στο καλάθι, δε δίσταζε καθόλου όταν έπρεπε να εκτελέσει, έδινε (όπως πάντα) καλές πάσες και εξασφάλιζε σημαντικά rebounds. Και όλα αυτά σε 16 μόλις λεπτά. Άξιοι συμπαραστάτες του επιθετικά ο Σχορτσιανίτης (ειδικά στο 1ο δεκάλεπτο) και ο Μαυροκεφαλίδης, που έδειξε ξανά πως ό,τι του λείπει σε δύναμη το έχει σε ισορροπία σώματος και σωστή χρήση των ποδιών στο post (το λεγόμενο footwork).

Ο αντίλογος, βέβαια, για την επίδραση των ψηλών του Ολυμπιακού στο ματς βρισκόταν στην άμυνα, όπου η Cibona σωστά επέμενε να χρησιμοποιεί τους προσωπικούς αντιπάλους των Vujcic και Sofo στα pick-n-rolls της, έχοντας ως χειριστές της μπάλας τον Gordon (κυρίως) και τον Tomas. Σε αυτά τα pick-n-rolls ορισμένες φορές αντιδρούσαν ο Sofo υπέρ του δέοντος επιθετικά (με υπερβολικά hedge-outs που άφηναν ελεύθερο τον ψηλό της Cibona που ρόλαρε στο καλάθι) και ο Vujcic σχετικά παθητικά (δίνοντας χώρο στον Gordon να εκτελεί), με συνέπεια να εκτίθεται η ελληνική άμυνα και να αναγκάζονται να έρχονται σε βοήθεια οι άλλοι ψηλοί του Ολυμπιακού, δημιουργώντας με τη σειρά τους κροατικές ευκαιρίες για αποκομιδή σκορ ή fouls.

Τα αμυντικά rotations του Ολυμπιακού βελτιώθηκαν βέβαια πολύ προς το τέλος, "κλείνοντας" τους Κροάτες και εξωθώντας τους σε δύσκολα σουτ, αλλά η εκμετάλλευση των αργών ψηλών του Ολυμπιακού στο pick-n-roll παραμένει ως επιλογή σε κάθε αντίπαλο, και είναι κάτι που θα πρέπει να προσεχθεί και καταπολεμηθεί ώστε να μην αποτελέσει και φέτος βασική αμυντική "ρωγμή", όπως πέρσι με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό στους τελικούς.

Από τους υπόλοιπους παίκτες, ο Kleiza ήταν μέτριος και με πολλά νεύρα μέχρις ότου να μιλήσει με το κρίσιμο τρίποντο στο 4ο δεκάλεπτο, οι Παπαλουκάς και Teodosic οργάνωσαν καλά, έδωσαν πολλές assists και ήταν θετικοί (με τον Teodosic να έχει και 5 τρίποντα), ενώ ο Childress επιθετικά ήταν ασταθής, αλλά βοήθησε στο τέλος πολύ στο αμυντικό rebound.

Ο Ολυμπιακός παίζει μεν αύριο με την Καβάλα και την Τετάρτη με τον ΠΑΟΚ για την Α1, αλλά φυσικά προετοιμάζεται ταυτόχρονα πυρετωδώς για τον τελικό του Κυπέλλου το άλλο Σάββατο.

Μαρούσι - Partizan 57-49

Το ματς αυτό ήταν πραγματικά ένα από τα χειρότερα των τελευταίων χρόνων.

Το 1ο ημίχρονο ήταν άθλιο, με τις επιθέσεις των δύο ομάδων να μην μπορούν να λειτουργήσουν ούτε στο ελάχιστο. Η Partizan, μετά την αρχική πλήρη ανομβρία της, χρησιμοποίησε το Vranes στην άμυνα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (αφήνοντάς τον, δηλαδή, κάτω από το καλάθι) και έτσι δυσκόλευε υπερβολικά το Μαρούσι, τα σουτ του οποίου δεν έμπαιναν με κανένα τρόπο.

Τα τραγικά ποσοστά και των δύο ομάδων συνεχίστηκαν μέχρι και το τέλος. Και όταν ένα ματς περιέχει τόση αστοχία, τότε σχεδόν πάντα καταλήγει να είναι πολύ σκληρό και με νεύρα. Οι physical άμυνες δεν επέτρεπαν σε καμία ομάδα να βρει επιθετικό ρυθμό μέχρι το τελευταίο 10λεπτο, οπότε και μερικές επιθέσεις με καλή κυκλοφορία της μπάλας από το Μαρούσι κατέληξαν σε ελεύθερα και καθοριστικά περιφερειακά σουτ, τιμωρώντας την κακά εφαρμοσμένη ζώνη του Vujosevic.

Η αδυναμία του Αμαρουσίου στο αμυντικό rebound (η Partizan ανακτούσε 1 στα 2 άστοχα σουτ της) τελικά δεν το καταδίκασε, όμως θα πρέπει να εμφανιστεί αρκετά βελτιωμένο σε αυτόν τον τομέα στα επόμενα ματς και ειδικά στο Βελιγράδι, αν θέλει να διεκδικήσει τη νίκη (και κατ' επέκταση την πρόκριση) σε μία από τις δυσκολότερες έδρες του κόσμου.

Σε επίπεδο παικτών ξεχώρισαν για μία ακόμη φορά οι εξαιρετικά αξιόπιστοι Lucas και Homan. Ο πρώτος χρησιμοποίησε το κοντρολαρισμένο παιχνίδι του και τις ξαφνικές επιθέσεις του για να αιφνιδιάζει την κακή on-ball άμυνα της Partizan, ενώ ο δεύτερος έδωσε τις συνήθεις μάχες του κάτω από τα καλάθια και εξουδετέρωσε σε αρκετά σημεία τον παράγοντα Vranes. Άξιος αναφοράς φυσικά και ο Πατ Καλάθης, τα γωνιακά τρίποντα του οποίου φαίνεται ότι διαφεύγουν (ή υποτιμώνται ή αγνοούνται) από το pre-game report όλων των αντίπαλων ομάδων, καθώς και ο πάντα ευέλικτος και δραστήριος Πελεκάνος, τα γρήγορα χέρια του οποίου είχαν και χθες επίδραση σε άμυνα και επίθεση.

Barcelona - Παναθηναϊκός 83-71

Από το ματς του Παναθηναϊκού μπορούν να εξαχθούν κάμποσες μεγάλες αλήθειες:

-- Η φετινή Barcelona είναι μία από τις πιο επιβλητικές και ταυτόχρονα αρμονικές ομάδες που έχει δει η σύγχρονη εποχή του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Είναι, μαζί με τις Zalgiris '99, Λιθουανία '03, Παναθηναϊκό '00 και '07 και Maccabi '04 και '05, η πιο διασκεδαστική και ελκυστική ευρωπαϊκή ομάδα που θυμάμαι. Βοηθούμενη από το εκπληκτικό και πλήρες roster της, αγωνίζεται με βάση κάποιες θεμελιώδεις κατευθυντήριες γραμμές και χώρους κίνησης των παικτών, χωρίς να γίνεται καθόλου προβλέψιμη ή να καθυστερεί να αναπτυχθεί. Όλα τα plays της βασίζονται στην πληθώρα επιλογών-διακλαδώσεων και "βγάζει" έξοχα το ατομικό ταλέντο μέσα από την ομαδική συνεργασία, κάτι που ο Παναθηναϊκός ελάχιστες φορές φέτος έχει δείξει πειστικά.

-- Ο Παναθηναϊκός πλέον έχει γίνει εξαιρετικά προβλέψιμος στην επίθεσή του και όσο δυνατή κι αν φαίνεται αυτή κατά καιρούς, δεν αρκεί για να του δίνει σταθερά τη νίκη απέναντι σε ποιοτικούς αντιπάλους. Όλοι ξέρουν ότι οι μισές και παραπάνω επιθέσεις θα ξεκινήσουν με ένα high pick-n-roll του εκάστοτε χειριστή της μπάλας (Διαμαντίδη ή Σπανούλη ή Nicholas) με Pekovic ή Batiste, από το οποίο:

- ο Διαμαντίδης δε θα σουτάρει ποτέ αλλά θα ψάξει την προβλέψιμη πάσα μετά από το drive, η οποία κλέβεται εύκολα από μία ομάδα με αμυντικούς με μακριά χέρια, όπως χθες η Barcelona.
- ο Σπανούλης δε θα επιχειρήσει ποτέ το pull-up jumpshot (δηλαδή δε θα σταματήσει ποτέ απότομα για να σουτάρει, όπως κάνει π.χ. ο Jasikevicius), αλλά θα επιχειρήσει πάντα το δύσκολο drive, ψάχνοντας την επαφή και το σουτ με ταμπλό, το οποίο απέναντι σε έναν αθλητικό, αλτικό και ψηλό αμυντικό όπως ο N'Dong είναι σπάνια αποτελεσματικό.
- ο Nicholas διαφοροποιεί περισσότερο τις επιλογές του και συχνά έχει μεγαλύτερη ευελιξία από τους άλλους δύο, αλλά πρώτον δε βλέπει τόσο καλά το παρκέ όσο οι άλλοι, δεύτερον διαθέτει χειρότερο ball-handling, και τρίτον, όταν είναι ο ίδιος χειριστής, χάνει ο Παναθηναϊκός το γρήγορο catch-n-shoot τρίποντο του Drew, που υπάρχει πάντα ως επιλογή όταν είναι άλλος ο χειριστής.

-- Απέναντι σε ομάδες καλά προετοιμασμένες στην άμυνα, που επιχειρούν να τρέξουν όποτε μπορούν και να επιβάλουν ένα σχετικά γρήγορο ρυθμό με κύριο στοιχείο την ατομική πρωτοβουλία (Ολυμπιακός, Μπαρτσελόνα), ο φετινός Παναθηναϊκός έχει πρόβλημα. Αυτό κατάλαβε ο Obradovic και επιχείρησε να αλλάξει το προφίλ του, αποκτώντας έναν παίκτη όπως ο Haislip, όμως χθες αυτός δεν μπόρεσε να σκοράρει σταθερά και να αποτελέσει διαρκή απειλή, παρότι του δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες σε isolation καταστάσεις.

Οι ευθύνες του Obradovic για τη χθεσινή ήττα είναι σίγουρα μεγάλες, εφόσον δεν μπόρεσε σε κανένα σημείο του αγώνα να βρει τη λύση για τα πολύ άσχημα αμυντικά rotations της ομάδας του. Σίγουρα η Barcelona ήταν για μία ακόμη φορά ιδιαίτερα εύστοχη, όμως ομάδες τέτοιας ποιότητας και με τόσους καλούς σουτέρ στο roster τους, το μόνο που χρειάζονται είναι 2-3 ελεύθερα σουτ για να "ζεσταθούν", και ο Παναθηναϊκός της τα προσέφερε γρήγορα-γρήγορα. Από την άλλη, ο Obradovic δεν μπορούσε να δει ότι η on-ball άμυνα των παικτών του πάνω σε Navarro (5 assists) και Grimau (17 πόντοι, κυρίως από drives) ήταν τραγική. Οι Tepic (που υποτίθεται ότι ήρθε κυρίως ως αμυντικό εργαλείο) και Περπέρογλου είχαν ελάχιστη συνεισφορά στο ματς, ενώ την ίδια στιγμή ο Mickael αποδείκνυε ότι είχε την ευελιξία και την πλάγια ταχύτητα για να μαρκάρει το Διαμαντίδη ή το Σπανούλη.

Στους ψηλούς ο Batiste αγωνίστηκε πολύ δυνατά και αποτελεσματικά και ήταν το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς. Ο Pekovic ως δυνήθως κέρδισε αρκετά fouls, όμως έβαλε μόλις 2 καλάθια εντός παιδιάς, με συνέπεια να μη βρει ποτέ ρυθμό, δεχόμενος γρήγορα double-teams όποτε έπαιρνε την μπάλα στο low post. Από την άλλη, ο "άτεχνος" (στην πραγματικότητα ικανότατος, αθλητικότατος και πολύ καλός αμυντικός και blocker) N'Dong προστάτευε το καταλανικό καλάθι και ο Lorbek έδειχνε για μία ακόμη φορά το πολυσύνθετο επιθετικό ταλέντο του.

Πλέον ο επόμενος αγώνας με την Barcelona στο Ο.Α.Κ.Α, που θα είναι προφανώς do-or-die, θα διεξαχθεί μετά τον τελικό Κυπέλλου με τον Ολυμπιακό, οπότε θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε τι είδους ψυχική επίδραση θα έχει το αποτέλεσμα του τελικού στις "πράσινες" ελπίδες για πρόκριση στα knock-out παιχνίδια της Euroleague.

Υ.Γ.: Αν και το έχουμε κάνει πάρα πολλές φορές, δε γίνεται να αγνοήσουμε και αυτήν τη φορά τα συνεχή προσβλητικά, "εξυπνακίστικα", αλαζονικά και γενικότερα χαμηλότατου επιπέδου σχόλια του Φίλιππου Συρίγου. Όταν κατέχεις τόσο σημαντική θέση και σε ακούει τόσος κόσμος, οφείλεις να δείχνεις τη δέουσα σοβαρότητα και το δέοντα σεβασμό προς τους αθλητές και το τηλεοπτικό κοινό. Αν οι συνάδελφοί του δεν έχουν πρόβλημα με τους συνεχείς λαϊκισμούς και προσπάθειές του για αυτοπροβολή, τότε πρέπει τουλάχιστον εμείς να δηλώσουμε ότι η υπομονή μας έχει εξαντληθεί. Αντί για γελοιότητες τύπου "ο Vranes ο καρνάβαλος", "ο Vujosevic δεν ξέρει πώς να καλεί timeout" και άλλα παρόμοια, περιμένουμε (ως αποδέκτες ενός πληρωτέου αγαθού, στην τελική) να ακούσουμε μία σοβαρή μπασκετική ανάλυση. Ξέρουμε ότι το επίπεδο των ελληνικών μεταδόσεων είναι εκ προοιμίου χαμηλό, αλλά πλέον η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς...

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Euroleague Crash Test



Η φετινή σεζόν της Euroleague μετράει 12 αγωνιστικές, εκ των οποίων οι 2 για το Top 16, και η μάχη για την πρόκριση στους προημιτελικούς και το Final 4 έχει πλέον ανάψει. Θεωρήσαμε, λοιπόν, αναγκαίο να αναλύσουμε το πώς έχουν παρουσιαστεί οι 3 ελληνικές ομάδες μέχρι τώρα, υπό το πρίσμα των προχωρημένων στατιστικών. Συγκεκριμένα, θα παρουσιάσουμε το πώς διαμορφώνονται συγκεντρωτικά οι Four Factors για Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και Μαρούσι μέχρι τώρα στην Euroleague. Πριν συνεχίσουμε, επιβάλλεται να διαβάσετε το σχετικό άρθρο για να κατανοήσετε το σκεπτικό αυτής της σύγκρισης.

Εκτός όμως από τους 4F, το κυριότερο και συγκεντρωτικό ομαδικό στατιστικό στο μπάσκετ είναι το offensive rating (ή offensive efficiency). Τι είναι αυτό;

Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη άγνοιας που μπορεί να κάνει κανείς όταν συγκρίνει ομάδες είναι να πει π.χ. "Η Καβάλα σκοράρει 70 πόντους ανά αγώνα, ενώ τα Τρίκαλα σκοράρουν 75 πόντους ανά αγώνα, άρα τα Τρίκαλα έχουν καλύτερη επίθεση από την Καβάλα". Οι ομαδικές επιδόσεις πρέπει να αναλύονται όχι ανά αγώνα, αλλά ανά κατοχή. Η σωστή ερώτηση λοιπόν είναι όχι πόσους πόντους σκοράρουν τα Τρίκαλα σε κάθε ματς, αλλά πόσους σκοράρουν σε κάθε κατοχή. Και αυτό γιατί υπεισέρχεται πάντα ο παράγοντας του "ρυθμού" (pace), δηλαδή του πόσο γρήγορα παίζει μία ομάδα, ή με άλλα λόγια του πόσες κατοχές μπάλας "χρησιμοποιεί" σε κάθε παιχνίδι.

Έστω, π.χ. ότι η Καβάλα παίζει πάντα σε αργό tempo και ξοδεύει μεγάλο μέρος του shot clock της κάθε φορά για να εκτελέσει την επίθεσή (κατοχή) της, δηλ. χρησιμοποιεί ας πούμε 65 κατοχές ανά παιχνίδι. Τότε λέμε ότι η επίθεσή της παράγει (70 π. ανά αγώνα / 65 κατοχές ανά αγώνα) = 1.08 πόντους ανά κατοχή, ή 108 πόντους ανά 100 κατοχές, το οποίο λέγεται offensive rating. Έστω τώρα ότι τα Τρίκαλα πετυχαίνουν τους 75 π. ανά αγώνα παίζοντας γρήγορα και με μικρές επιθέσεις, χρησιμοποιώντας 73 κατοχές ανά αγώνα. Τότε το offensive rating τους θα είναι (75 / 73) * 100 = 103. Βλέπουμε λοιπόν ότι μπορούμε τώρα να συγκρίνουμε την επιθετική απόδοση της Καβάλας και των Τρικάλων επί ίσοις όροις, με αυτήν της Καβάλας να αποδεικνύεται τελικά η πιο αποδοτική.

Σημειώνεται ότι ο αριθμός των κατοχών (possessions) μίας ομάδας σε ένα χρονικό διάστημα υπολογίζεται (κατά προσέγγιση) από τον τύπο POSS = FGA + 0.47 * FTA - OREB + TOV, όπου FGA οι προσπάθειες για σουτ εντός παιδιάς, FTA οι προσπάθειες για βολές, OREB τα επιθετικά rebounds και TOV τα λάθη. Ο τύπος αυτός εκφράζει το γεγονός ότι μία ομαδική κατοχή μπορεί να λήξει (δηλαδή η μπάλα να αλλάξει χέρια) είτε μέσω ενός άστοχου σουτ εντός παιδιάς, είτε μέσω εκτέλεσης βολών (ο συντελεστής 0.47 έχει προκύψει μέσω έρευνας και δε μας ενδιαφέρει εδώ), είτε μέσω λάθους. Τα επιθετικά rebounds αφαιρούνται, καθώς μέσω αυτών απλά παρατείνεται μία ήδη υπάρχουσα κατοχή (δε χάνει δηλαδή η ομάδα την κατοχή).

Σημειώνεται επίσης ότι το defensive rating εκφράζει το πόσους πόντους δέχεται μία ομάδα ανά 100 κατοχές των αντιπάλων της.

Αφού ξεκαθαρίσαμε τα παραπάνω, ας ρίξουμε καταρχήν μία ματιά στο πώς τα έχουν πάει οι επιθέσεις των 3 εκπροσώπων μας στα 12 πρώτα παιχνίδια της Euroleague season.


-- Ο Ολυμπιακός είναι ο καλύτερος και στα 5 μέτρα σύγκρισης, αλλού καθαρά και αλλού οριακά. Έχει την καλύτερη επίθεση (δηλαδή το καλύτερο offensive rating), πετυχαίνοντας 1.17 (!) πόντους ανά κατοχή, σουτάρει πιο αποδοτικά, κάνει τα λιγότερα λάθη, εξασφαλίζει το μεγαλύτερο ποσοστό επιθετικών rebounds και πάει συχνότερα στη γραμμή των βολών, από την οποία είναι αποτελεσματικός.

-- Και οι 3 ομάδες κάνουν λάθος περίπου στο 17% των κατοχών τους, οπότε σε αυτόν τον τομέα υπάρχει σχετική ισορροπία.

-- Ο Παναθηναϊκός δεν παρουσιάζει τη συνέπεια στα σουτ των προηγούμενων χρόνων, με αποτέλεσμα η επίθεσή του να μην είναι στα ιδανικά επίπεδα. Το μεγάλο του πρόβλημα παρουσιάζεται στα επιθετικά rebounds. Το 28.1% σημαίνει ότι από τα 100 άστοχα σουτ του Παναθηναϊκού, στα 28 ανακτά το rebound και ανανεώνει την επίθεση, ενώ στα άλλα 72 η αντίπαλη ομάδα παίρνει το αμυντικό rebound.

-- Το Μαρούσι δεν κερδίζει πολλά fouls για βολές, ούτε ευστοχεί συχνά στις βολές τις οποίες καταφέρνει να κερδίσει.

Ας δούμε τώρα πώς τα πάνε οι 3 ελληνικές ομάδες στα αμυντικά τους καθήκοντα.


Στο από πάνω διάγραμμα φαίνονται οι αποδόσεις στους Four Factors των ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ των 3 ελληνικών ομάδων στα 12 παιχνίδια τους, συν τα defensive ratings των τριών. Όπως είναι λογικό, εδώ το ζητούμενο είναι η μικρότερη δυνατή τιμή, εκτός από το TOV% (αφού θέλεις να αναγκάσεις τον αντίπαλό σου να διαπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα λάθη).

-- Το Μαρούσι έχει μακράν τη χειρότερη άμυνα εκ των τριών, και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι επιτρέπει στους αντιπάλους του να σουτάρουν με πολύ καλά ποσοστά (57.4% efg).

-- Στον τομέα των λαθών υπάρχει και εδώ ισορροπία, εφόσον και οι 3 ομάδες εξωθούν τους αντιπάλους τους σε λάθος στο 19% περίπου των κατοχών των τελευταίων.

-- Ο Παναθηναϊκός έχει την καλύτερη άμυνα (όπως άλλωστε ξέρουμε τόσα χρόνια), κρατάει τα shooting ποσοστά των αντιπάλων του στα χαμηλότερα επίπεδα, όμως φαίνεται καθαρά ότι χωλαίνει και στο αμυντικό rebound, εκτός από το επιθετικό, που είδαμε πριν. Και αυτό γιατί επιτρέπει στους αντιπάλους του να του παίρνουν 1 επιθ. rebound για κάθε 2 δικά του αμυντικά. Να δούμε αν ο Haislip θα βοηθήσει στη συνέχεια σε αυτόν τον τομέα, καθώς οι Batiste, Pekovic και Φώτσης δε δείχνουν να τα καταφέρνουν ιδιαίτερα καλά φέτος.

-- Το Μαρούσι κάνει την καλύτερη δουλειά στο να κρατά τους αντιπάλους του μακριά από τη γραμμή των βολών, ενώ ο Ολυμπιακός τη χειρότερη. Οι διαφορές πάντως σε αυτόν τον τομέα δεν είναι μεγάλες.

Εδώ είναι μία καλή ευκαιρία να εξηγήσουμε γιατί η σύγκριση απόλυτων αριθμών rebounds δεν έχει νόημα, και γιατί η χρήση των rebounding ποσοστών είναι απείρως προτιμότερη. Κοιτάζοντας στα συνήθη ομαδικά στατιστικά της Euroleague βλέπουμε ότι το Μαρούσι είναι 15ο στις 16 συνολικά ομάδες του Top 16 στα αμυντικά rebounds ανά αγώνα, με μόλις 20.6. Αυτό όμως δε μας λέει τίποτα για την ικανότητα του Αμαρουσίου στα αμυντικά rebounds, εφόσον αυτό δεν έχει τη δυνατότητα να συλλέξει μεγάλο αριθμό αμυντικών rebounds, αφού όπως είδαμε η άμυνά του επιτρέπει στους αντιπάλους να σουτάρουν με πολύ καλά ποσοστά, με συνέπεια να μην υπάρχουν πολλά διαθέσιμα rebounds στο καλάθι του προς περισυλλογή.

Βλέπουμε όμως από το διάγραμμα ότι το Μαρούσι επιτρέπει στους αντιπάλους του να έχουν ORB% μόλις 28.6%. Δηλαδή, το Μαρούσι εξασφαλίζει περίπου 71 από τα 100 δυνητικά (ή διαθέσιμα) αμυντικά rebounds, τη στιγμή που ο ΠΑΟ και ο ΟΣΦΠ εξασφαλίζουν μόλις 68 και 69 αντίστοιχα, ενώ έχουν απόλυτο μέσο όρο αμυντικών rebounds 22.4 και 23.7 αντίστοιχα (δηλαδή μεγαλύτερους από το 20.6 του Αμαρουσίου)! Άρα η πραγματικότητα είναι ότι το Μαρούσι είναι καλύτερο φέτος στα αμυντικά rebounds από Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό στην Euroleague.

Ας δούμε τώρα ένα τελευταίο διάγραμμα που εξετάζει τη διαφορά (μέσω της πράξης της αφαίρεσης) ανάμεσα στην επιθετική και αμυντική επίδοση κάθε ομάδας στους 5 τομείς.


-- Παρατηρούμε την κυριαρχία του Ολυμπιακού σε συνολική απόδοση στο παρκέ, με overall rating +14.7, που σημαίνει ότι σε 100 κατοχές θα βάλει 15 παραπάνω πόντους απ' ότι θα δεχτεί σε 100 αντίπαλες κατοχές. Το overall rating, δηλαδή το (off. rating - def. rating), ουσιαστικά μας προσφέρει μία καλή εικόνα για το πόσο καλή είναι πραγματικά μία ομάδα. Ο Παναθηναϊκός ακολουθεί από όχι και τόσο μακριά, ενώ το Μαρούσι έχει χειρότερη άμυνα απ' ότι επίθεση.

-- Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα σουτ και στα λάθη, με τον Ολυμπιακό να σουτάρει καλύτερα και να κάνει λιγότερα λάθη συγκριτικά με τους αντιπάλους του απ' ότι οι άλλες 2 ελληνικές ομάδες. Αξίζουν οπωσδήποτε συγχαρητήρια στο Γιαννάκη για την εξαιρετική αυτή εικόνα των "ερυθρολεύκων" φέτος.

-- Το Μαρούσι σουτάρει χειρότερα από τους αντιπάλους του, αλλά τουλάχιστον κάνει λιγότερα λάθη από αυτούς.

-- Για άλλη μία (τελευταία) φορά θα τονίσουμε το πρόβλημα του Παναθηναϊκού στα rebounds, που φαίνεται πιο καθαρά από ποτέ εδώ, καθώς επιτρέπει στους αντιπάλους του να είναι καλύτεροι στο επιθ. rebound απ' ότι ο ίδιος.

-- Οι ΠΑΟ και ΟΣΦΠ έχουν εμφανές πλεονέκτημα στις βολές έναντι των αντιπάλων τους, σε αντίθεση με το Μαρούσι, που δεν επιδιώκει την επαφή όσο οι 2 "μεγάλοι".

Αυτά προς το παρόν. Σήμερα ξεκινά η 3η αγωνιστική του Top 16 και ελπίζουμε να αναμένετε κι εσείς πλέον με περισσότερη αγωνία τη συνέχεια των "μαχών" στα παρκέ, μετά από αυτήν τη στατιστική "ανάσα"!

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Α1 Game of the Week: 15η αγωνιστική



Μαρούσι - Ολυμπιακός 82-74

Οι εκπλήξεις είναι πάντα ωραίες στον αθλητισμό. Το στοιχείο του απρόβλεπτου είναι αυτό που ανεβάζει το επίπεδο και το οποίο τόσο έχει λείψει από το ελληνικό πρωτάθλημα τα τελευταία χρόνια. Η ευκολία με την οποία περνούσαν οι "αιώνιοι" από σχεδόν όλες τις έδρες ήταν παροιμιώδης. Για να χάσουν, έπρεπε να βρίσκονται σε κακή μέρα και οι αντίπαλοι να σεληνιαστούν, να βάλουν απίστευτα σουτ και να κλέψουν τη νίκη. Πλέον το Μαρούσι μπορεί να λέει ότι δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία ομάδων. Σε δύο συνεχόμενα παιχνίδια έπαιξε στα ίσια τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό και έφτασε να παλεύει για τη 2η θέση του πρωταθλήματος στα τελευταία δευτερόλεπτα του προχθεσινού αγώνα. Το ματς είχε αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία που φανερώνουν την ταυτότητα της κάθε ομάδας, τουλάχιστον για φέτος.

Το οργανωμένο παιχνίδι του Αμαρουσίου είναι εκπληκτικό. Ο Μπαρτζώκας κάνει πολύ καλή δουλειά στο στήσιμο της ομάδας και ο σχεδιασμός στην προπόνηση αποδίδει στο έπακρο και σε καταστάσεις αγώνα. Φυσικά, εμείς δεν είμαστε εκεί για να δούμε τη δουλειά του προπονητικού team, αλλά οι φάσεις που βγάζουν οι παίκτες μέσα στο παρκέ δε γίνεται να είναι έμπνευση της στιγμής. Στην άμυνα δε, είναι σαφείς οι οδηγίες για collapsing και καίριες βοήθειες απέναντι στα επιθετικά ατού του αντιπάλου. Εν ολίγοις, κάθε μονάδα ξέρει πού να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή ώστε να βγει το σύστημα είτε στην άμυνα είτε στην επίθεση. Αυτό είναι άλλοτε καλό και άλλοτε κακό, βέβαια, γιατί αν μια ομάδα προβληματίσει αυτό το καλοδουλεμένο σύνολο και το βγάλει από το συνηθισμένο παιχνίδι του, τότε θα έχει κάνει μεγάλο βήμα προς τη νίκη. Ο Ολυμπιακός ξεκάθαρα δεν το έκανε (εκτός πολύ μικρών διαστημάτων).

Ο Γιαννάκης μετά τις τελευταίες καλές εμφανίσεις του έκανε κακό coaching. Η χρησιμοποίηση του Vujcic για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα "σκότωσε" τον Ολυμπιακό και ήταν ό,τι πιο εύκολο είχε να αντιμετωπίσει η επίθεση του Αμαρουσίου που με πολλά, γρήγορα και σωστά pick-n-rolls φανέρωσε τα προβλήματα του Κροάτη. Δεν καταλαβαίνω τη μη χρησιμοποίηση του Σχορτσιανίτη στο 2ο ημίχρονο. Ο "Σόφο" ήταν ο καλύτερος παίκτης της ομάδας τόσο αμυντικά όσο και επιθετικά στο 1ο μισό του αγώνα και όταν τροφοδοτούνταν σωστά, δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα με τους ψηλούς της ομάδας των βορείων προαστίων. Αν κουράστηκε στη συνέχεια και δεν μπορούσε να μπει στο παρκέ για λίγα λεπτά δεν το γνωρίζω, αλλά μου φαίνεται υπερβολικό. Το ίδιο εύλογο ερώτημα θα έθετα και για την παρουσία του Μπουρούση. Ο παίκτης προέρχεται από τραυματισμό μεν αλλά ήταν πολύ θετικός στην ολιγόλεπτη παρουσία του στον αγώνα και ίσως να ισορροπούσε την άμυνα του Ολυμπιακού αν έπαιζε στο τέλος. Αν πάντως, ο προπονητής του Ολυμπιακού ήξερε ότι οι δύο από τους κλασικούς centers του δε θα άντεχαν σε αυτόν τον κρίσιμο αγώνα, γιατί άφησε εκτός αποστολής το Γλυνιαδάκη; Τι ρόλο επιτελεί ο Έλληνας διεθνής στη φετινή ομάδα του Ολυμπιακού; Η μεγάλη προσπάθεια που επιδεικνύει πάντα ο πρώην center του Αμαρουσίου ίσως να ήταν ευεργετική για τους ερυθρόλευκους, από τη στιγμή μάλιστα που ο συγκεκριμένος παίκτης έχει και έφεση στο rebound και ίσως να περιόριζε τα 14 επιθετικά των κίτρινων. Σίγουρα, εξάλλου, θα μπορούσε να ανταποδώσει το σκληρό παιχνίδι του Αμαρουσίου στην άμυνα.

Ένα σκληρό παιχνίδι, το οποίο δύσκολα αντιμετωπίζει ο φετινός Ολυμπιακός (ειδικά όταν οι διαιτητές το αφήνουν σε υπέρμετρο βαθμό). Όποιος έχει παρακολουθήσει τους φετινούς αγώνες της ομάδας θα έχει καταλάβει ότι πλέον οι ερυθρόλευκοι δεν έχουν τόσο πρόβλημα με τις γρήγορες και ποιοτικές ομάδες (τύπου Caja Laboral, Efes Pilsen), ενώ προβληματίζονται αρκετά απέναντι σε σύνολα όπως η Partizan, o Άρης, το Μαρούσι, που παίζουν πολύ σκληρά στο αμυντικό κομμάτι. Δε θα χαρακτήριζα τους παίκτες του Ολυμπιακού soft, όμως είναι γεγονός ότι στα κρίσιμα απαιτείται μεγαλύτερο physicality. Βέβαια, αυτό έχει και τα όρια του και οι διαιτητές βρίσκονται ακριβώς για αυτόν το λόγο στο παρκέ. Ο εκνευρισμός των παικτών του Ολυμπιακού αν δεν παίρνουν κάποιο σφύριγμα, παρότι αρκετές φορές ήταν δικαιολογημένος, μόνο κακό μπορεί να κάνει ειδικά όταν έχει ως επακόλουθο κακές επιλογές. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι το επίπεδο διαιτησίας στην Α1 είναι πολύ κακό και το μπάσκετ κακοποιείται συνεχώς.

Δεδομένο είναι εξάλλου ότι ο Ολυμπιακός θα πρέπει να κοιτάξει περισσότερο την άμυνά του στο transition. Οι 10/11 επιτυχείς αιφνιδιασμοί για το Μαρούσι δεν είναι κολακευτικό στατιστικό τη στιγμή, μάλιστα, που ο ίδιος είχε 2/3. Ο Γιαννάκης πρέπει να δουλέψει περισσότερο τόσο στην καλύτερη εκδήλωση των αιφνιδιασμών της ομάδας, όσο και στις ταχύτερες επιστροφές των παικτών του στην άμυνα. Το Μαρούσι και εκεί είχε υποδειγματική λειτουργία.

Περνώντας σε ατομικό επίπεδο, μπορεί MVP να βγήκε ο Κώστας Καϊμακόγλου, όμως πιστεύω ότι ο Jamon Lucas άξιζε εξίσου (αν όχι παραπάνω) το συγκεκριμένο τίτλο. Σκοράροντας με κάθε τρόπο, δημιουργώντας χωρίς να κάνει λάθη, παίζοντας άμυνα τόσο οn-ball όσο και σε βοήθειες, βγαίνοντας πολύ γρήγορα στον αιφνιδιασμό, έκανε τα πάντα για την ομάδα του και πολλοί φίλοι του Ολυμπιακού σίγουρα θα σκέφτηκαν ότι κάποιος σαν και αυτόν λείπει από το φετινό υπερπλήρες roster. Αρκετά καλός ήταν και ο Μαυροειδής, που εκμεταλλεύτηκε πολλές φορές τα mismatches που δημιουργούσαν οι αλλαγές της άμυνας του Ολυμπιακού και σκόραρε εύκολους πόντους.

Όσον αφορά στον Ολυμπιακό, ο Josh Childress εξέθεσε τον προπονητή του για την περιορισμένη χρησιμοποίησή του στο 1ο ημίχρονο (ελαφρυντικό πάντως αποτελεί το γεγονός ότι είχε 2 fouls) και σκόραρε και τους 15 πόντους του στο 2ο, κάνοντας ό,τι περνούσε από το χέρι του για να πάρει τη νίκη ο Ολυμπιακός. Ο Teodosic δε βοήθησε πολύ δημιουργικά και ο Παπαλουκάς συνέχισε τις αρνητικές εμφανίσεις μετά τον τραυματισμό του. Δε νομίζω, ωστόσο, ότι οι φίλοι του Ολυμπιακού πρέπει να ανησυχούν για την απόδοση των 2 συγκεκριμένων παικτών καθώς θα φορμαριστούν όταν τα ματς θα είναι πιο κρίσιμα.

Αντιθέτως, θεωρώ ότι πρέπει να επανεξεταστεί από την ομάδα ο ρόλος του Yotam Halperin και του Scoonie Penn. O Ισραηλινός ήρθε στην ομάδα ως ένα επιθετικό όπλο και ήταν ένας παίκτης που δε φοβόταν να πάρει κρίσιμα σουτ και τις περισσότερες φορές να τα βάλει. Πλέον, όμως, έχει καθαρά αμυντικούς προσανατολισμούς και διστάζει να σουτάρει πολλές φορές ακόμα και όταν είναι ελεύθερος, ενώ σπάνια δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να σκοράρει ο ίδιος. Οι ερυθρόλευκοι έχουν ανάγκη από έναν αξιόπιστο shooting guard και ο Halperin είναι επιτακτικό να αρχίσει να πέρνει περισσότερες προσπάθειες ωστέ να βρει ρυθμό και να βοηθήσει όσο μπορεί. Επίσης, κατανοώ ότι ο Scoonie Penn δεν μπορεί να είναι πρώτη επιλογή στην επίθεση, ειδικά σε μια τόσο γεμάτη ομάδα, όμως όταν είναι στο παρκέ φαίνεται να μην σκέφτεται καν το ενδεχόμενο να απειλήσει και σουτάρει μόνο υπό εξαιρετικές προϋποθέσεις. Έτσι κάνει το πλάνο της ομάδας αρκετά προβλέψιμο. Άποψη μου είναι ότι ο Ολυμπιακός ωφελείται από την "ωρίμανση" του Penn, αλλά δεν πρέπει να το παρακάνει και μερικές από τις συνηθισμένες του "τρελές" προσπάθειες είναι απαραίτητες για να θέτει περισσότερα προβλήματα στις αντίπαλες άμυνες.

Το μεγαλύτερο στοίχημα, όμως, του Ολυμπιακού είναι ο Linas Kleiza. Μπορεί ο Λιθουανός να βάζει σταθερά 15 πόντους στη μεγαλύτερη πλειοψηφία των αγώνων, όμως περνάει ένα παρατεταμένο ντεφορμάρισμα στο περιφερειακό σουτ, παρουσιάζεται υπέρ του δέοντος εκνευρισμένος, λίγο προβληματικός στην άμυνα και γενικότερα η απόδοσή του έχει πέσει σε σχέση με αυτήν που είχε στους πρώτους μήνες του στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι της ομάδας πρέπει να δουλέψουν μαζί του και σε ψυχολογικό επίπεδο έτσι ώστε να είναι απολύτως έτοιμος για τα πολύ δύσκολα ματς που ακολουθούν. Ευτυχώς για τους ερυθρόλευκους, ο Λουκάς Μαυροκεφαλίδης παρουσιάζεται πιο έτοιμος από ποτέ και βοηθάει πολύ την ομάδα, ακόμα και όταν παίζει ως center που δεν του ταιριάζει.

Για το Μαρούσι τα λόγια περιττεύουν. Αν έχεις κερδίσει μέσα σε 4 μέρες Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό τότε μόνο με αισιοδοξία μπορείς να κοιτάς το μέλλον και οποιοδήποτε αντίπαλο αντιμετωπίσεις. Η καλή δουλειά του Μπαρτζώκα θα συνεχιστεί, ελπίζω οι παίκτες να παραμείνουν προσγειωμένοι και αν η ομάδα συνεχίσει να βελτιώνεται κατ' αυτόν το ρυθμό, τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι θα έχουμε και άλλες εκπλήξεις στο μέλλον.

MVP: Jamon Lucas

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Players We Like: Marc Gasol



Οι περισσότεροι Αμερικανοί αναλυτές, στο πρώτο άκουσμα του trade για τον ερχομό του Pau Gasol στο L.A. και τους Lakers, σοκαρίστηκαν και αναρωτήθηκαν μήπως επρόκειτο για κάποιο τυπογραφικό λάθος. Και αυτό γιατί οι Grizzlies ήταν διατεθειμένοι να αποχωριστούν το "αστέρι" τους για φαινομενικά "ψίχουλα". Μεταξύ αυτών βρισκόταν και το όνομα του αδερφού του Pau, του Marc, τον οποίο κανείς παρατηρητής δεν υπολόγιζε ως σημαντικό συστατικό του trade, θεωρώντας το τελευταίο απλά ως έναν (έστω και τραβηγμένο) τρόπο παροχής οικονομικής ανακούφισης στο Memphis, παρά ως μία δίκαιη ανταλλαγή έμψυχου ταλέντου. Και, με τα τότε τουλάχιστον δεδομένα, κανείς δεν μπορούσε να τους κατηγορήσει ότι είχαν άδικο.

Ο Marc, πριν επιχειρήσει το υπερατλαντικό ταξίδι, δεν μπορούμε να πούμε ότι απολάμβανε ιδιαίτερου σεβασμού στην Ευρώπη. Η πλειοψηφία του μπασκετικού κόσμου τον αντιμετώπιζε περιπαικτικά, ως απλά έναν σκληρό και "άμπαλο" ψηλό που ευτύχησε να είναι αδερφός του διάσημου και αποδεδειγμένα υπερταλαντούχου Pau και έκανε καριέρα στις πλάτες αυτού. Η αλήθεια είναι ότι, παρά την υπέρμετρη υποτίμησή του από το κοινό, ο Marc την εποχή του Mundobasket της Ιαπωνίας δεν έδειχνε σε καμία περίπτωση να διαθέτει τα στοιχεία εκείνα που σε κάνουν αμέσως να πειστείς ότι παρακολουθείς έναν ξεχωριστό παίκτη. Στην επίθεση αποτελούσε λίγο-πολύ "μαύρη τρύπα", με περιορισμένο ρεπερτόριο και μπασκετικό IQ, και εξαιτίας αυτού ο ρόλος του περιοριζόταν στη συγκομιδή rebounds και blocks.

Ο Marc όμως δεν επρόκειτο να ικανοποιηθεί με το να είναι απλά ένας δυνατός και αμυντικά προσανατολισμένος center. Δούλεψε σκληρά για να βελτιωθεί και τα κατάφερε, με την επιβράβευσή του να έρχεται με τη μορφή της ανάδειξής του σε MVP της ACB για το 2007-08, ως παίκτη της Girona. Αντί να αναγνωριστεί όμως η κλάση του καθολικά, οι Έλληνες σχολιαστές και αρθρογράφοι επέμεναν να επικαλούνται ειρωνικά τη σχέση του με τον Pau για να εξηγήσουν τις συνεχόμενες κλήσεις του στην Εθνική Ισπανίας για το Eurobasket '07 και τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. Το μόνο που κατάφερναν, βέβαια, ήταν να δείξουν την άγνοια και τον κομπλεξισμό τους, τη στιγμή μάλιστα που δε σταματούσαν να αποθεώνουν σε κάθε ευκαιρία τους δικούς μας Έλληνες ψηλούς. Μερικοί από τους τελευταίους θα ήθελαν πολύ να παρουσιάσουν το work ethic και τη βελτίωση του Marc μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα...

Εντωμεταξύ ο Marc είχε ήδη επιλεγεί στο NBA draft τον Ιούνιο του 2007 από τους Lakers, οι οποίοι όμως ως γνωστόν αργούν (πολύ) να εμπιστευτούν τα 2nd round picks τους. Έτσι πριν καν προλάβει να φορέσει τη "χρυσή" φανέλα του L.A. μετακινήθηκε ως μέρος του γνωστού trade στο Memphis, όπου η ταυτόχρονη αποχώρηση του Pau δημιουργούσε πρόσφορο έδαφος (με τη μορφή επαρκούς χρόνου συμμετοχής στο frontcourt) για να μπορέσει ο Marc να δείξει άμεσα το ταλέντο του, όταν θα αποφάσιζε να μεταβεί στην Αμερική και την πόλη του Elvis. Τελικά υπέγραψε συμβόλαιο με τους Grizzlies τον Ιούνιο του 2008, δείχνοντάς τους έμπρακτα δύο μήνες αργότερα στο Πεκίνο εναντίον της Team U.S.A. ότι είχε τη δύναμη για να αντιμετωπίσει τους ιδιαίτερα ανθεκτικούς ψηλούς του NBA.

Όπως έχουμε δει, όμως, όσοι έχουμε παρακολουθήσει στενά το Marc σε αυτά τα 2 (ή ενάμισι) πρώτα χρόνια του στο NBA, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η δύναμη αποτελεί πλέον μόνο ένα από τα προτερήματά του. Παρά τον όγκο του, η ευελιξία του βρίσκεται αναλογικά σε υψηλά επίπεδα. Ποστάρει σωστά και χρησιμοποιεί καλά το σώμα του για να παίρνει ευνοϊκή θέση κοντά στο αντίπαλο καλάθι. Σε κάθε παιχνίδι επιδεικνύει ολοένα και περισσότερο το κύριο χαρακτηριστικό του αδερφού του: το απαλό άγγιγμά του στην μπάλα στα σουτ μέσα από τη ρακέτα, το λεγόμενο και "sweet touch around the basket". Αυτό του επιτρέπει να ευστοχεί σε μεγάλο ποσοστό των γρήγορων hook shots που επιχειρεί όταν είναι με πλάτη, με τις αναπηδήσεις της μπάλας στο καλάθι να τον ευνοούν συχνότατα.

Αποτελεί, λοιπόν, σημαντικότατο και προφανέστατο πλεονέκτημα για έναν ψηλό να μπορεί να δίνει με συνέπεια την κατάλληλη καμπύλη και ώθηση στην μπάλα για να μεγιστοποιεί την επιθετική απόδοσή του στο low post μέσω ικανοποιητικής ποικιλίας κινήσεων, και είναι κάτι που π.χ. ο Μπουρούσης ή ο Σχορτσιανίτης ακόμα δεν έχουν καταφέρει να "δαμάσουν". Παραθέτουμε απλά ως αποδεικτικό στοιχείο ότι ο Marc έχει φέτος ποσοστό 71% (!) σε σουτ κάτω και γύρω από το καλάθι. Εξάλλου, οι επιδόσεις του αυτές σημειώνονται σε μία ομάδα που έχει ήδη 3 επιθετικές επιλογές με μεγαλύτερη προτεραιότητα από αυτόν (Mayo, Randolph, Gay) και οι οποίοι είναι ιδιαίτερα εγωκεντρικοί παίκτες, με τάση να δυσκολεύονται να εμπιστευτούν κάποιον άλλο συμπαίκτη τους, εκτός βέβαια αν αυτός επιδεικνύει την αποτελεσματικότητα του Marc.

Στην άμυνα και στα rebounds η παρουσία του είναι πάντα αισθητή. Σε απόλυτους αριθμούς είναι πολύ καλός, έχοντας 9.6 rebounds, 1.6 blocks και 1.1 κλεψίματα ανά αγώνα. Στην προσωπική άμυνα στο post έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο, αλλά φυσικά χρήζει βελτίωσης, εφόσον η post defense είναι ένας από τους πιο απαιτητικούς τομείς στο μπάσκετ και ο Marc χρειάζεται περισσότερη εμπειρία απέναντι στους δυσκολότερους αντιπάλους για να φτάσει στο επίπεδο των Perkins, Hayes, Ben Wallace, κτλ.

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι, εφόσον είναι μόνο 24 χρονών και έφτασε φέτος στο σημείο να θεωρείται από τους outsiders για All-Star επιλογή στη 2η μόλις NBA season του, φανταστείτε τι θα είναι σε θέση να κάνει μετά από μερικά χρόνια. Και όλα αυτά επειδή δεν επαναπαύθηκε καθόλου στις ευρωπαϊκές δάφνες του και στη λογική "καλύτερα πρώτος στο χωριό", αλλά θεώρησε καθήκον του να παίζει με τους καλύτερους, ανεξάρτητα από παράγοντες άνεσης και ασφάλειας, οικονομικής και μη. Ο πρώτος που πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμά του είναι ο Pekovic, αλλά αυτήν τη συζήτηση θα την κάνουμε σε μεταγενέστερο άρθρο.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Top 16 Watch: Week 2



Ολυμπιακός - Khimki 87-69

Ο Ολυμπιακός έδειξε σε ένα ακόμα παιχνίδι ότι φέτος είναι η μεγάλη του ευκαιρία να κατακτήσει (τουλάχιστον) έναν τίτλο. Η ομάδα έχει δέσει σε πολύ μεγάλο βαθμό και παρουσιάζει στο παρκέ ένα θεαματικό αλλά και ουσιαστικό στιλ μπάσκετ, που μέχρι στιγμής την οδηγεί σταθερά και σίγουρα στο Final 4.

Το ότι ο Ολυμπιακός έχει υπερπλήρες roster, το ξέραμε από το καλοκαίρι. Αυτό που έχει αλλάξει τους 2 τελευταίους μήνες είναι η καθοδήγηση από τον πάγκο. Κατά το παρελθόν ο Γιαννάκης είχε δεχτεί σκληρή κριτική, άλλοτε δίκαιη και άλλοτε υπερβολική. Για το παρόν χρονικό διάστημα, όμως, δύσκολα μπορεί να του προσάψει κανείς κάτι. Έχει κάνει την ομάδα του, και από άποψη τακτικής και από άποψη ψυχολογίας, να ξέρει τι θέλει πάνω στο παρκέ και έχει βρει τον τρόπο παιχνιδιού για να το επιτύχει.

Στο προχθεσινό ματς, εκμεταλλεύτηκε για μία ακόμη φορά άριστα τους περισσότερους παίκτες του, έχοντας κατανοήσει πλέον τις ανάγκες σε plays και χώρους κίνησης του καθενός. Έχει τον Childress να κινείται κυρίως στη baseline, καλεί καίρια isolation plays για τον Kleiza, δίνει εντολή να παίρνει ο Μαυροκεφαλίδης την μπάλα στο high post και έχει για playmakers τον Vujcic κοντά στο καλάθι και τον Παπαλουκά στην περιφέρεια. Η κίνησή του π.χ. να βάλει χθες Παπαλουκά, Penn και Teodosic στο παρκέ για καλύτερο χειρισμό όταν η Khimki επιχείρησε να πιέσει, φανερώνει τη βελτιωμένη οξυδέρκειά του. Γενικότερα, έχει πλέον ξεκάθαρη ΕΠΙΓΝΩΣΗ τού τι συμβαίνει κάθε στιγμή στο παρκέ, και αυτό μεταφράζεται σε νίκες.

Στην επίθεση ο Ολυμπιακός είχε πολύ καλή κίνηση της μπάλας, η οποία του προσέφερε διαρκώς λύσεις απέναντι στη συνεχή ζώνη της Khimki. Έδειξε μεγάλη αυτοπεποίθηση στις δυνάμεις του και δεν επέτρεψε, όπως συνήθιζε να κάνει φέτος, στην αντίπαλο να ανατρέψει τη διαφορά. Σημαντικότατο το γεγονός ότι οι 3 καλύτεροι επιθετικά ήταν οι Halperin, Sofo και Μαυροκεφαλίδης, που πήραν καλές προσπάθειες και είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, τη στιγμή που τα αστέρια της ομάδας δεν απέδιδαν τόσο καλά όσο στα προηγούμενα παιχνίδια.

Αμυντικά η εικόνα ήταν επίσης θετική. Δεν επέτρεψε σε καμία στιγμή στην Khimki να επιβάλει τον οποιοδήποτε ρυθμό και να πετύχει εύκολα καλάθια, εκτός ίσως από μερικές προσπάθειες του Langford. Εντοπίσαμε ένα μικρό πρόβλημα στο αμυντικό rebound, το οποίο όμως οφείλεται κυρίως στην απουσία του Μπουρούση. Ο Penn έπαιζε σωστή άμυνα πάνω στην μπάλα, αλλά θα επαναλάβουμε ότι ο Childress πρέπει να βελτιώσει την κίνησή του μέσα από τα screens, γιατί τείνει να χάνει σχετικά συχνά τον προσωπικό του αντίπαλο.

Συμπερασματικά, ο Ολυμπιακός πλέον έχει αδιαμφισβήτητα την ποιότητα να τελειώσει αήττητος το Top 16 και δείχνει έτοιμος για Final 4. Θα πρέπει, όμως, πρώτα να περιμένουμε τα καθοριστικά συνεχόμενα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό για να σχηματίσουμε την πρώτη ασφαλή άποψη για το πού πραγματικά οδεύει η "ερυθρόλευκη" σεζόν.

Μαρούσι - Παναθηναϊκός 80-78

Ο ελληνικός "εμφύλιος" της Πέμπτης ήταν ένα ματς με πρωτεύον στοιχείο την αστάθεια. Αστάθεια στον ασφαλή χειρισμό της μπάλας (πολλά παιδαριώδη λάθη, ειδικά από το Μαρούσι) και κυρίως αστάθεια στην ποιότητα των αμυνών.

Ο Παναθηναϊκός δεν μπόρεσε σε κανένα σημείο του αγώνα να μας πείσει για την προφανή ποιοτική διαφορά του roster του από του Αμαρουσίου. Η μόνη περίοδος που βρήκε ένα σταθερό σημείο αναφοράς ήταν η 1η, με την απόλυτη κυριαρχία του Pekovic κάτω από το καλάθι, όπου ο Homan δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον σταματήσει. Σε όλο το ματς οι "πράσινες" επιθέσεις ήταν προβλέψιμες, αλλά τουλάχιστον στην αρχή δούλευαν ιδανικά.

Όχι ότι η άμυνα του Αμαρουσίου στη συνέχεια "έσφιξε" ιδιαίτερα. Απλά επικρατούσε μεγάλη σύγχυση επιθετικά για τον ΠΑΟ. Οι Σπανούλης (κυρίως) και Διαμαντίδης ήταν ξεκάθαρο ότι δεν μπορούσαν να δώσουν σταθερές λύσεις, ενώ για μία ακόμη βραδιά τα ελεύθερα τρίποντα δεν έμπαιναν (αποδεικνύοντας π.χ. ότι η σωματική και ψυχική κούραση φέτος του Σπανούλη είναι μεγάλη).

Εκεί που χάθηκε, όμως, το παιχνίδι για τον ΠΑΟ ήταν στην άμυνα. Εκεί το Μαρούσι, είτε μέσω pick-n-rolls, είτε μέσω "κοψιμάτων" των forwards στη ρακέτα, είτε μέσω τριπόντων με καλές προϋποθέσεις, έβρισκε συνεχώς τον τρόπο να μένει πολύ κοντά στο σκορ. Τα αμυντικά rotations και η προστασία του "ζωγραφιστού" από τους παίκτες του ΠΑΟ ήταν πραγματικά τραγική για ομάδα-πρωταθλήτρια Ευρώπης. Δεν ξέρω αν αυτό οφειλόταν σε κακό σχεδιασμό του Obradovic ή ανικανότητα των παικτών, αλλά με τόσο διάτρητη, αργή και υποτονική άμυνα ο ΠΑΟ δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει φέτος το back-to-back.

Το Μαρούσι ξεπέρασε κάθε προσδοκία με την εμφάνισή του, "έβγαλε" τις κρίσιμες άμυνες όταν έπρεπε και αξίζει συγχαρητηρίων ο Μπαρτζώκας για την ευέλικτη, επιθετικά πολύμορφη και δυνατή ομάδα που παρουσιάζει τον τελευταίο καιρό. Ο Homan έδειξε πόσο χρήσιμος είναι και πόσο μπορεί να τιμωρήσει τους αργούς αντίπαλους ψηλούς με το αξιόπιστο midrange shot του, ενώ οι Πατ Καλάθης, Πελεκάνος και Lucas τιμώρησαν πολλάκις τη χαλαρή και χωρίς συγκέντρωση άμυνα του Παναθηναϊκού. Τα λόγια περιττεύουν, βεβαίως, για την ΤΕΡΑΣΤΙΑ εμφάνιση του Keys, που στο σημείο με τα συνεχόμενα τρίποντα βρισκόταν πραγματικά στη "ζώνη του λυκόφωτος", που λένε και οι Αμερικανοί.

Από τον Παναθηναϊκό ήταν πολύ κακός ο Tepic (που δε δικαιώνει τις προσδοκίες σε καμία περίπτωση), ο Batiste προσπαθούσε, ενώ ο Haislip ποτέ δε βρήκε ρυθμό. Οργανωτής για τον ΠΑΟ σε αυτό το ματς σπάνια βρισκόταν, και εδώ θα πρέπει να αποδοθούν βέβαια ευθύνες στον Obradovic για το κακό του rotation, αφήνοντας αρκετή ώρα έξω τον Pekovic όταν η ομάδα είχε "μπλοκάρει" και μη εμπιστευόμενος σχεδόν καθόλου για άλλη μία φορά τον Καλάθη, του οποίου το γρήγορο και απρόβλεπτο παιχνίδι μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε τέτοια κλειστά ματς. Για τη μη χρησιμοποίηση του Jasikevicius δεν μπορούμε να εκφέρουμε ασφαλή γνώμη, εφόσον κυκλοφορούν φήμες ότι οι λόγοι του παραγκωνισμού του είναι και εξωαγωνιστικοί.



Τα στατιστικά επιβεβαιώνουν ότι το Μαρούσι κέρδισε το ματς επειδή πήρε άριστα στον σημαντικότερο από τους Four Factors, τα σουτ. Συγκέντρωσε το εκπληκτικό και πρωτοφανές 74% (!) eFG, ποσοστό που είναι πιθανότατα μέσα στα 5 χειρότερα στην ιστορία του Παναθηναϊκού στην Euroleague. Το Μαρούσι έχασε τα λάθη και τις βολές (με ισορροπία να επικρατεί στο rebounding κομμάτι), αλλά η τρομακτική ευστοχία του αρκούσε για να του χαρίσει αυτήν τη νίκη, ίσως τη σημαντικότερη της ιστορίας του.

Ο Παναθηναϊκός πλέον πάει στη Βαρκελώνη χωρίς περιθώριο για ήττα, σε ένα παιχνίδι που θα είναι απ' όλες τις απόψεις must-see.